Απόφαση 1221 / 2014    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Advertisements

ΑΡΙΘΜΟΣ 1221/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου και Αγγελική Αλειφεροπούλου – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτη.

Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Μποροδήμου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 2000/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Με κατηγορούμενους τους: 1)Ι. Δ. του Σ., 2)Σ. Δ. του Μ., 3)Χ. Μ. του Α., 4)Γ. Κ. του Α., 5)Π. Π. του Π., 6)Κ. Γ. του Α., 7)Γ. Μ. του Χ., 8)Α. Π. του Δ., 9)Σ. Μ. του Δ., 9)Κ. Σ. του Χ., 11)Δ. Π. του Δ., 12)Δ. Π. του Α., 13)Αρχιμανδρίτη Ε., κατά κόσμον Β. Κ. του Σ. και 14)Μοναχό Α., κατά κόσμον Α. Φ. του Σ..

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 61/6-11-2013 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γ. Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1284/2013.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μποροδήμος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 232/12-11-2013, καθώς και την συμπληρωματική πρότασή του με αριθμό 232α/28-2-2014, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: 232/12-11-2013 “Ι.Εισάγουμε, ενώπιον Σας, σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ. 485 ΚΠΔ, την με αριθ. 61/2013 αίτησή μας, με την οποία ζητούμε να αναιρεθεί το με αριθ. 2000/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. II. Για την βασιμότητα των λόγων για τους οποίους ασκήθηκε η υπό κρίση αναίρεση, αναφερόμαστε εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο της σχετικής εκθέσεως.

Για τους λόγους αυτούς
Α) Να γίνει δεκτή η με αριθ. 61/2013 αίτηση αναιρέσεως την οποία ασκήσαμε κατά του με αριθ. 2000/2013 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β) Να αναιρεθεί το ως άνω βούλευμα.
Γ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μποροδήμος” 232α/28-2-2014 “Εισάγω την από 18-2-2014 αίτηση του Κ. Σ. για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του στο Συμβούλιό σας κατά τη δικάσιμο της 7-3-2014, κατά την οποία συζητείται 61/2013 πρόταση μας για την αναίρεση του 2000/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα: Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 εδάφ. δεύτερο και τρίτο του ΚΠΔ, όπως η παρ. 2, η οποία είχε αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 3904/2010, αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 1 του άρθρου 32 του Ν. 4055/2012, “το Συμβούλιο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο, μπορεί να διατάξει την εμφάνιση ενώπιον του όλων των διαδίκων, οπότε καλείται και ο εισαγγελέας. Αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία, το συμβούλιο, στην περίπτωση που κρίνει ότι αυτά ασκούν ουσιώδη επιρροή στη διάγνωση της υπόθεσης, οφείλει να καλέσει τους υπόλοιπους διαδίκους, ή τους αντικλήτους τους, για να ενημερωθούν και να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους σε προθεσμία που καθορίζει το ίδιο”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Συμβούλιο κρίνει κυριαρχικά για την ύπαρξη της εξαιρετικής περίπτωσης και για το αναγκαίο της εμφάνισης ενώπιον του όλων των διαδίκων. Στην κρίση του επίσης απόκειται και η κλήση των υπολοίπων διαδίκων ή των αντικλήτων τους, για να ενημερωθούν και να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους, αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον εισαγγελέα υποβλήθηκαν από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στη διάγνωση της υπόθεσης. Από την ίδια διάταξη προκύπτει επίσης ότι η εμφάνιση των διαδίκων δεν αποτελεί δικαίωμα τους, αλλά δυνητική ευχέρεια του Συμβουλίου (Πλημμελειοδικών, Εφετών-Αρείου Πάγου) για εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως, αν κρίνει ότι συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση από τον αιτούντα, κατηγορούμενο σε υπόθεση, η οποία συζητείται την 7-3-2014 ενώπιον του Συμβουλίου σας η 61/2013 πρόταση μας για την αναίρεση του 2000/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, υποβλήθηκε η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ο ανωτέρω αιτείται την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου σας α) για να υπερασπισθεί τον εαυτό του και να υποστηρίξει ενώπιον του Συμβουλίου σας τους λόγους, για τους οποίους ο λόγος αναιρέσεως περί εφαρμογής του ακαταδιώκτου των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αφορά και τον ίδιο και β) για να λάβει γνώση των υποβληθέντων από τους συγκατηγορουμένους του Ι. Δ., Σ. Δ., Κ. Γ., Ι.-Κ. Χ., Ε. Σ., Σ. Σ. και Ι. Χ. υποβλήθηκαν τα από 3-12-2012, 28-11-2012, 24-5-2012, 10-10-2012 και 5-10-2012, αντίστοιχα, υπομνήματα και έγγραφα, τα οποία δεν του γνωστοποιήθηκαν, αλλά αξιολογήθηκαν μονομερώς από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ως μη ασκούντα επιρροή στη διάγνωση τα υπόθεσης. Για τα αιτήματα αυτά η θέση μας είναι η ακόλουθη: Στην προδιαληφθείσα πρόταση μας αρκούντως υποστηρίζονται οι λόγοι για τους οποίους, μεταξύ άλλων, ζητούμε την αναίρεση του ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για εφαρμογή του ακαταδιώκτου των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις, των οποίων γίνεται επίκληση και λεπτομερής ανάπτυξη στην πρόταση μας και, συνεπώς, η οποιαδήποτε συνηγορία στο σχετικό λόγο της πρότασης μας, μη προβλεπόμενη άλλωστε από το νόμο, είναι πλεοναστική, τοσούτο μάλλον, καθόσον δεν υφίσταται και εξαιρετική περίπτωση για να κρίνει το Συμβούλιό σας ότι είναι αναγκαίο να διατάξει την εμφάνιση ενώπιον του όλων των διαδίκων. Εξάλλου από την επιτρεπτή επισκόπηση των ως άνω υπομνημάτων προκύπτει ότι ορθά το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι αυτά δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στη διάγνωση της υπόθεσης και συνεπώς δεν οφείλει το Συμβούλιό σας να καλέσει τους υπόλοιπους διαδίκους ή τους αντικλήτους τους, για να ενημερωθούν και να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους επ’ αυτών. Κατ’ ακολουθίαν η αίτηση πρέπει απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Να απορριφθεί η από 18-2-2014 αίτηση του Κ. Σ. για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του στο Συμβούλιό σας κατά τη δικάσιμο της 7-3-2014, κατά την οποία συζητείται 61/2013 πρόταση μας για την αναίρεση του 2000/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Αθήνα 28-2-2014

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Σπυρ.Μποροδήμος”.

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται ενώπιον του παρόντος ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση, ως Συμβούλιο, η υπ’ αριθ. 61/6-11-2013 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του 2000/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε στις 7-10-2013 και με το οποίο παραπέμπονται οι κατηγορούμενοι Ι. Δ. του Σ., Σ. Δ. του Μ., Χ. Μ. του Α., Γ. Κ. του Α., Π. Π. του Π., Κ. Γ. του Α., Γ. Μ. του Χ., Α. Π. του Δ., Σ. Μ. του Δ., Κ. Σ. του Χ., Δ. Π. του Δ., Δ. Π. του Α., Αρχιμανδρίτης Ε., κατά κόσμον Β. Κ. του Σ. και Μοναχός Α.ς, κατά κόσμον Α. Φ. του Σ., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για τις αναφερόμενες σ’ αυτό κακουργηματικές πράξεις, που προβλέπονται από τις διαλαμβανόμενες στο ίδιο βούλευμα διατάξεις του Π.Κ. και ειδικών ποινικών νόμων. Η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (Ολ.Α.Π. 3/2014 σε Συμβούλιο) και, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα (άρθρ. 483 παρ.3 σε συνδ. με άρθρ. 479 Κ.Ποιν.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν. Κατά το άρθρο 309 παρ.2 εδ. β’ και γ’ Κ.Ποιν.Δ., όπως η παρ.2 αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 32 Ν. 4055/2012, το συμβούλιο “σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο, μπορεί να διατάξει την εμφάνιση ενώπιόν του όλων των διαδίκων, οπότε καλείται και ο εισαγγελέας. Αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία, το συμβούλιο, στην περίπτωση που κρίνει ότι αυτά ασκούν ουσιώδη επιρροή στη διάγνωση της υπόθεσης, οφείλει να καλέσει τους υπόλοιπους διαδίκους ή τους αντικλήτους τους να ενημερωθούν και να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σε προθεσμία που καθορίζει το ίδιο”. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το Συμβούλιο (Πλημμελειοδικών, Εφετών και Αρείου Πάγου) κρίνει κυριαρχικά για την ύπαρξη εξαιρετικής περιπτώσεως, ως και για το αναγκαίο της εμφανίσεως ενώπιόν του όλων των διαδίκων. Ομοίως, σε περίπτωση υποβολής στο Συμβούλιο αποδεικτικών εγγράφων από διάδικο μετά το τέλος της ανακρίσεως, στην κρίση του (Συμβουλίου) απόκειται, επισκοπώντας τα έγγραφα αυτά, να αποφανθεί περί του αν ασκούν ή όχι ουσιώδη επιρροή στη διάγνωση της υποθέσεως και, εφόσον κρίνει ότι ασκούν ουσιώδη επιρροή, να κλητεύσει τους διαδίκους ή τους αντικλήτους τους, για να ενημερωθούν και να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Επομένως, η εμφάνιση των διαδίκων εναπόκειται στη δυνητική ευχέρεια του Συμβουλίου, το οποίο διατάσσει αυτήν, εφόσον κρίνει, ότι συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις.-
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 18-2-2014 αίτησή του ο κατηγορούμενος Κ. Σ. του Χ. ζητεί την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου 1) λόγω επικαλούμενης συνδρομής εξαιρετικής περιπτώσεως, προκειμένου να υπερασπιστεί τον εαυτό του και υποστηρίξει τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί εφαρμογής του νόμου περί ακαταδιώκτου των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος (λόγος αναιρέσεως), κατά τους ισχυρισμούς του, αφορά και τον ίδιο και 2) για να λάβει γνώση των υποβληθέντων στο Συμβούλιο Εφετών πέντε υπομνημάτων των συγκατηγορουμένων του Ι. Δ. (ορθά Δ.), Σ. Δ., Κ. Γ., Ι.-Κ. Χ., Π. Π., Ε. Σ., Σ. Σ. και Ι. Χ., με ημερομηνίες 3-12-2012, 28-11-2012, 24-5-2012, 10-10-2012 και 5-10-2012, αντίστοιχα, καθώς και εγγράφων, που υποβλήθηκαν με αυτά και των οποίων δεν έλαβε γνώση. Η πιο πάνω αίτηση είναι απορριπτέα, καθόσον: α) όσον αφορά το πρώτο σκέλος της, περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεως προς υπεράσπιση του αιτούντος και υποστήριξη του προβαλλόμενου με την αναίρεση λόγου περί ακαταδιώκτου των μελών του Ν.Σ.Κ., αυτή είναι αβάσιμη, διότι η αυτοπρόσωπη εμφάνιση δεν κρίνεται αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον επαρκώς και διεξοδικώς αναπτύσσονται οι απόψεις, καθώς και οι υπερασπιστικές θέσεις του αιτούντος, εν γένει και ειδικότερα επί του ως άνω νομικού ζητήματος, στο από 10-1-2014 πολυσέλιδο υπόμνημά του, που κατέθεσε ενώπιον του Συμβουλίου αυτού και β) όσον αφορά το έτερο σκέλος της, τα υπομνήματα των ανωτέρω αναφερόμενων προσώπων δεν συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια της προπαρατεθείσας διατάξεως του άρθρου 309 παρ.2 εδ. γ’ Κ.Ποιν.Δ. (η οποία ρητά αναφέρεται μόνο σε αποδεικτικά έγγραφα), αφού διαλαμβάνουν υπερασπιστικούς ισχυρισμούς αυτών, τα περισσότερα δε από τα λοιπά υποβληθέντα με τα εν λόγω υπομνήματα έγγραφα υπήρχαν ήδη στη δικογραφία, όπως δέχθηκε και το Συμβούλιο Εφετών επί αντίστοιχου αιτήματος άλλων κατηγορουμένων στην ίδια υπόθεση και, συνεπώς, ο αιτών-κατηγορούμενος μ…σε να λάβει γνώση τούτων, με αποτέλεσμα να μη θίγονται τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, ενώ, εξάλλου, η ίδια αίτηση κατά το μέρος που αφορά ελάχιστα από τα έγγραφα εκείνα, που το πρώτον υποβλήθηκαν με τα υπομνήματα ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών (και όχι ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου του Αρείου Πάγου), είναι απαράδεκτη, ενόψει του ότι τα τελευταία, ως αποδεικτικά στοιχεία, αφορούν την ουσία της υποθέσεως, η οποία δεν κρίνεται ενώπιον του Συμβουλίου τούτου κατά το παρόν στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας και, επομένως, δεν συντρέχει εν προκειμένω η αξιούμενη, για την παραδοχή της σχετικής αιτήσεως, δικονομική προϋπόθεση της ασκήσεως από αυτά ουσιώδους επιρροής στη διάγνωση αυτής (υποθέσεως) ούτε, άλλωστε, άσκησαν (τα συγκεκριμένα έγγραφα) επιρροή στην κρίση του Συμβουλίου Εφετών, όπως ρητά διαβεβαιώνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα (βλ. φύλλο 322 του βουλεύματος τούτου). Ανεξάρτητα από αυτά, με την κρινόμενη πιο πάνω αίτησή του, δεν ζητεί να ενημερωθεί ο αιτών-κατηγορούμενος για το περιεχόμενο των άνω εγγράφων προκειμένου να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, όπως ο νόμος ορίζει, αλλά επιδιώκεται μόνον η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, η οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν κρίνεται αναγκαία. Περαιτέρω, οι προβαλλόμενοι δια του προαναφερθέντος (από 10-1-2014) υπομνήματος του αυτού κατηγορουμένου (Κ. Σ.), καθώς και οι επικαλούμενοι με το από 5-3-2014 υπόμνημα των συγκατηγορουμένων του, Καθηγουμένου-Αρχιμανδρίτη Ε. (κατά κόσμον Β. Κ.) και Μοναχού Α. (κατά κόσμον Α. Φ.), λόγοι αναιρέσεως κατά του ως άνω βουλεύματος, είναι προεχόντως απαράδεκτοι, αφού πλέον το άρθρο 482 Κ.Ποιν.Δ., το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες επιτρεπόταν στους διαδίκους η άσκηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος, καταργήθηκε με το άρθρο 34 στοιχ. γ’ του Ν. 3904/2010, το οποίο, κατά το άρθρο 38 αυτού, ισχύει από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 218 τεύχ. Α’/23-12-2010) και, επομένως, από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου (23-12-2010), κατά παραπεμπτικού βουλεύματος, που εκδόθηκε μετά από αυτήν, όπως το προσβαλλόμενο στην προκειμένη περίπτωση, οι κατηγορούμενοι δεν έχουν δικαίωμα αναιρέσεως (άρθρ. 476 παρ.1 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ., Α.Π. 1014/2011). Κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.. β’ και στ’ Κ.Ποιν.Δ., λόγοι για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, ως και η υπέρβαση εξουσίας. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το Συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά το νόμο για την άσκησή της στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση) ή, όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για τη άσκησή της προϋποθέσεις (αρνητική υπέρβαση) (Ολ.Α.Π. 3/2005, 9/2001). Εξάλλου, κατά τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Ν. 3094/2003 (Συνήγορος του Πολίτη και άλλες διατάξεις), “Ο Συνήγορος του Πολίτη και οι Βοηθοί Συνήγοροι δεν ευθύνονται, δεν διώκονται και δεν εξετάζονται για γνώμη που διατύπωσαν ή πράξη που διενήργησαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Δίωξη επιτρέπεται κατόπιν εγκλήσεως μόνο για συκοφαντική δυσφήμηση, εξύβριση ή παραβίαση του απορρήτου”, κατά δε το άρθρο 37 παρ.5 του Ν. 3086/2002 (Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατάσταση των Λειτουργών και Υπαλλήλων του), όπως η παράγρ. αυτή προστέθηκε με το άρθρ. 56 Ν. 4170/2013, “Οι διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ.2 του άρθρου 1 του Ν. 3094/2003 εφαρμόζονται και για τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κατά την εκτέλεση των πάσης φύσεως καθηκόντων τους”. Κατά την αιτιολογική έκθεση του τελευταίου αυτού νόμου (4170/2013), το ακαταδίωκτο, που προβλέπεται στο άρθρο 1 παρ.2 του Ν. 3094/2003 για το Συνήγορο του Πολίτη και τους Βοηθούς του σχετικά με τη γνώμη που διατύπωσαν ή την πράξη που διενήργησαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, επεκτείνεται και στα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης ασκήσεως των καθηκόντων τους. Εξάλλου, στην εισηγητική έκθεση του Ν. 3086/2002 (Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατάσταση των Λειτουργών και Υπαλλήλων του), επισημαίνεται ότι “Α. Με τις διατάξεις του άρθρου 100Α του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε από τη Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα (Φ.Ε.Κ. 84 Α’/17-4-2001) και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 85 Α’/18-4-2001), το οποίο εντάσσεται συστηματικά στο Τμήμα Ε/Κεφάλαιο 2ον, που αναφέρεται στη Δικαστική Εξουσία, ρυθμίστηκε για πρώτη φορά συνταγματικά ο θεσμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Με τις διατάξεις αυτές δεν εισάγεται στη δικαιική έννομη τάξη, υπό την ευρεία της έννοια, στο νομικό κόσμο της χώρας, ένας νέος θεσμός. Κατοχυρώνεται συνταγματικά ένας θεσμός, ένα Σώμα, το οποίο υφίσταται και λειτουργεί πέραν της 100ετίας, εξυπηρετώντας με την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, που ο νομοθέτης του έχει αναθέσει, τα συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου, επιλύοντας ταυτόχρονα δικαστικές ή εξώδικες υποθέσεις των πολιτών, που ανακύπτουν από την εν γένει δραστηριότητα της Διοίκησης. Β…….Γ. Στις διατάξεις του άρθρου 100Α του Συντάγματος ορίζεται: “Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση και τη λειτουργία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καθώς και τα σχετικά με την υπηρεσιακή κατάσταση των λειτουργών και υπαλλήλων που υπηρετούν σε αυτό. Στην αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ανήκουν ιδίως η δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου και η αναγνώριση απαιτήσεων κατά του Δημοσίου ή ο συμβιβασμός σε διαφορές με αυτό. Στο κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 88 παράγραφοι 2 και 5 και 90 παράγραφος 5”. Οι διατάξεις του Συντάγματος, στις οποίες παραπέμπει η προαναφερθείσα διάταξη, αφορούν στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, στην ηλικία αποχώρησής τους από την υπηρεσία, στις προαγωγές στις θέσεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Επίσης σχετική διάταξη του Συντάγματος, που αναφέρεται στο Ν.Σ.Κ., είναι η διάταξη του άρθρου 118 παρ.5, στην οποία ορίζεται: “Οι Πρόεδροι ανώτατων δικαστηρίων, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, οι γενικοί επίτροποι των διοικητικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και ο Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος της αναθεωρημένης διάταξης της παραγράφου 5 του άρθρου 90, αποχωρούν από την υπηρεσία, όπως προβλέπει η παράγραφος 5 του άρθρου 88″”. Από τα ανωτέρω αναφερόμενα και τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προς διασφάλιση της απρόσκοπτης ασκήσεως των καθηκόντων τους, ενόψει της ιδιάζουσας θέσεως, που το Σύνταγμα και ο Ν. 3086/2002 προσδίδουν στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, απολαμβάνουν λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας, ανάλογης με εκείνη, που αναγνωρίζεται στους τακτικούς δικαστές από το άρθρο 87 παρ.1 και 2 του Συντάγματος. Το, κατά τα προεκτεθέντα, ακαταδίωκτο, όμως, των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εφόσον θεμελιώνεται, όπως προαναφέρθηκε, στη θέληση του νομοθέτη να απολαμβάνουν αυτά λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας ανάλογης με εκείνη των δικαστικών λειτουργών, έχει την έννοια, ότι ισχύει κατά την εκφορά γνώμης ή διενέργεια πράξεως τούτων (μελών του Ν.Σ.Κ.) στα πλαίσια της ασκήσεως των καθηκόντων τους, όταν, βέβαια, η γνώμη ή η πράξη αυτών είναι σύμφωνες με την πραγματική κρίση και αληθή πεποίθησή τους, έστω και αν αυτές είναι εσφαλμένες και όχι, όταν αυτές (γνώμη ή πράξη) είναι προϊόν δόλιας αυτών προαιρέσεως, αφού η εν λόγω διάταξη δεν είναι δυνατό να ερμηνευθεί ως θεσπίζουσα ατιμωρησία δόλιων πράξεων και παραλείψεων της συγκεκριμένης κατηγορίας λειτουργών του Δημοσίου και μάλιστα επί εγκλημάτων σχετικών με την υπηρεσία του Π.Κ. Και τούτο, διότι, αν γίνει δεκτή τέτοια ερμηνεία, που καθιερώνει το ποινικώς ανεύθυνο των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, το οποίο, άλλωστε, δεν προβλέπεται από οποιαδήποτε διάταξη νόμου ούτε για τους δικαστικούς λειτουργούς, καταστρατηγείται η διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος, κατά την οποία “οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου”, καθόσον με το ακαταδίωκτο των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και επί δολίων πράξεων ή παραλείψεών τους επέρχεται αδικαιολόγητη ευνοϊκή μεταχείριση υπέρ αυτών και μη εφαρμογή των ελληνικών ποινικών νόμων υπέρ της συγκεκριμένης κατηγορίας, ως υπαλλήλων εν ευρεία εννοία, έναντι άλλων κατηγοριών υπαλλήλων, δοθέντος ότι η άνω διάταξη του Συντάγματος κατοχυρώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Είναι γεγονός, ότι ο νομοθέτης μπορεί να προβαίνει σε διαφορετική ρύθμιση, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, για τους οποίους είναι δυνατό να κάμπτεται νομοθετικώς η προεκτεθείσα αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου (Ολ. Α.Π. 4/2012, 11/2008, 3/2006, 38/2005). Τούτο, όμως, δεν μπορεί να ισχύσει στην περίπτωση τελέσεως εκ δόλου αξιόποινων πράξεων παρά των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αφού επί τέτοιου είδους πράξεων δεν είναι νοητή ύπαρξη λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, που να δικαιολογούν συνταγματικώς τη διαφορετική ρύθμιση με τη θέσπιση ακαταδιώκτου υπέρ των ανωτέρω προσώπων κατά την εκφορά γνώμης ή διενέργεια πράξεως, που ανάγονται στα καθήκοντά τους.-
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει, ότι οι κατηγορούμενοι Ι. Δ. του Σ., με την ιδιότητα του Νομικού Συμβούλου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Σ. Δ. του Μ., με την ιδιότητα του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Χ. Μ. του Α., με την ιδιότητα του Νομικού Συμβούλου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και Γ. Κ. του Α., με την ιδιότητα του Αντιπροέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστούν: α) οι πρώτος και δεύτερος για την πράξη της απλής συνέργειας (με την έκδοση από αυτούς των υπ’ αριθμ. 17/18-7-2002, 46/28-11-2002 και 26/20-5-2004 Γνωμοδοτήσεων), από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, στην τελεσθείσα αντικειμενικώς από τους πρώην Υφυπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών Α. Φ. και Π. Δ., με την έκδοση από τους τελευταίους, αντιστοίχως, των υπουργικών αποφάσεων 1064538/5928/5-8-2002, 1051266/10611/4-6-2003 και 1046300/3944/Α0010/7-6-2004 αποδοχής των ως άνω Γνωμοδοτήσεων, πράξη της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου, κατ’ εξακολούθηση (δύο αποφάσεις Α. Φ. για τις δύο πρώτες Γνωμοδοτήσεις) και μη (απόφαση Π. Δ. για την τρίτη Γνωμοδότηση), το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 120.000 ευρώ και από την οποία η ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο και η αντίστοιχη ωφέλεια υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλη και β) οι τρίτος και τέταρτος για τις πράξεις 1) της απλής συνέργειας, με τη σύνταξη του υπ’ αριθμ. 2259/1-12-2004 ερωτήματος του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης προς το Ν.Σ.Κ. και την έκδοση της υπ’ αριθμ. 15/14-1-2005 Γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ., κατ’ αυτουργία (ο πρώτος) και κατά συναυτουργία, κατ’ εξακολούθηση (ο πρώτος) και μη, στην τελεσθείσα αντικειμενικώς από τον πρώην Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Ε. Μ. και τον πρώην Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών Π. Δ., με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 3822/25-1-2005 Υ.Α. από τον πρώτο (Ευ. Μ.) και της 16651/26-7-2006 Κ.Υ.Α. από αμφοτέρους (Ευ. Μ. και Π. Δ.), πράξη της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου, κατά μόνας (υπ’ αριθμ. 3822/25-1-2005 Υ.Α. Ευ. Μ.) και από κοινού (υπ’ αριθμ. 16651/26-7-2006 Κ.Υ.Α. Ευ. Μ. και Π. Δ.), κατ’ εξακολούθηση (από Ευ. Μ.) και μη, το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 120.000 ευρώ και από την οποία η ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο και η αντίστοιχη ωφέλεια υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλη, 2) της ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό τον προσπορισμό σε άλλον αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου, κατά συναυτουργία, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, η δε ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο και η αντίστοιχη ωφέλεια υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλη και 3) ο εξ αυτών Χ. Μ. για την πράξη της απλής συνέργειας (από κοινού με τους Σ. Μ. και Κ. Σ.), κατ’ εξακολούθηση, στην τελεσθείσα από την Α. Π. ψευδή βεβαίωση με σκοπό τον προσπορισμό σε άλλον αθέμιτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου, κατ’ εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, η δε ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο και η αντίστοιχη ωφέλεια υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλη, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που προβλέπουν τις άνω πράξεις, για τις οποίες παραπέμπονται οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι, αφού οι πράξεις αυτές, σύμφωνα με τον αναιρετικό αυτό λόγο, μετά την ισχύ του Ν. 4170/12-7-2013 δεν είναι πλέον αξιόποινες για τους κατηγορουμένους αυτούς από τις 12-7-2013, ήτοι δεν ήταν αξιόποινες και στις 7-10-2013, όταν εκδόθηκε το πληττόμενο βούλευμα, καθόσον οι πράξεις που φέρονται ότι τέλεσαν σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου οι εν λόγω κατηγορούμενοι συνίστανται στη διατύπωση γνώμης τους ή πράξης, που διενήργησαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ως μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, παραπέμποντας δε τούτους το Συμβούλιο Εφετών υπερέβη την εξουσία του, αφού οι πράξεις τους αυτές δεν ήταν αξιόποινες, οπότε δεν έπρεπε αυτοί να παραπεμφθούν αλλά, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.1 Π.Κ. σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 37 παρ.5 Ν. 3086/2002, όπως η παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρ. 56 Ν. 4170/2013, η οποία, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, δεν είναι αντισυνταγματική (ενώ αντίθετη κρίση -περί αντισυνταγματικότητας της διατάξεως αυτής- εξέφερε στο σκεπτικό του το προσβαλλόμενο βούλευμα, το οποίο δεν την εφάρμοσε), έπρεπε, κατά τα άρθρα 309 παρ.1 εδ. α’, 310 παρ.1 εδ. α’, 313 και 318 Κ.Ποιν.Δ., να μη γίνει κατ’ αυτών κατηγορία για τις εν λόγω πράξεις. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως και ως προς τα δύο σκέλη του, από το άρθρο 484 στοιχ. β’ και στ’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, οι πιο πάνω πράξεις, όταν τελούνται από μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους εξακολουθούν να είναι αξιόποινες και μετά το Ν. 4170/2013 κατά την αληθή τούτου έννοια, εφόσον τελούνται εκ δόλου, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τις παραδοχές που προκύπτουν από την επισκόπηση, τόσο του σκεπτικού, όσο και του διατακτικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος (με το οποίο τα ανωτέρω μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους παραπέμπονται, για να δικαστούν από το αρμόδιο Δικαστήριο για τις προεκτεθείσες πράξεις σε βαθμό κακουργήματος), ενόψει του ότι η διάταξη του άνω νόμου περί ακαταδιώκτου τούτων δεν καλύπτει εκ δόλου τελούμενα εγκλήματα, όπως τα προαναφερόμενα κακουργήματα. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή ήθελε γίνει δεκτή η υποστηριζόμενη από τον αναιρεσείοντα άποψη, ότι η προπαρατεθείσα διάταξη καλύπτει ποινικά αδικήματα των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και μάλιστα εκ δόλου τελούμενα, αυτή κρίνεται αντισυνταγματική, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη και, ως εκ τούτου, είναι ανεφάρμοστη.
Συνεπώς, το Συμβούλιο Εφετών, κρίνοντας αντισυνταγματική την περί ακαταδιώκτου ως άνω διάταξη και παραπέμποντας τους ανωτέρω κατηγορουμένους για τις πιο πάνω πράξεις, ορθώς εφάρμοσε τις διαλαμβανόμενες στο προσβαλλόμενο βούλευμα ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που προβλέπουν τις πράξεις αυτές (άρθρα 1, 13 περ. α’ και γ’, 14, 17, 18, 26, 27, 45, 47 παρ.1, 48, 51, 52, 57, 59, 60, 63, 79, 80, 94, 98, 242 παρ.1, 3, 256 περ. γ’-υποπερ. β’, 263, 263Α Π.Κ., όπως ισχύουν και δη, όπως το άρθρ. 242 τροποποιήθηκε με Ν. 2408/1996 και Ν. 2721/1999, το άρθρ. 256 τροποποιήθηκε με Ν. 2721/1999, τα δε άρθρα 242, 256 Π.Κ., όπως ισχύουν ως προς τα ποσά με το άρθρ. 25 Ν. 4055/2012, σε συνδυασμό με άρθρο 1 παρ.1 Ν. 1608/1950, όπως ισχύει και δη, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 4 παρ.5 του Ν. 1738/1987, 2 του Ν. 1877/1990, 36 παρ.1 του Ν. 2172/1993, 24 παρ.3 του Ν. 2298/1995 και 4 παρ.3 του Ν. 2408/1996), καθόσον δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 2 Π.Κ. περί αναδρομικής ισχύος ηπιότερου ποινικού νόμου και δεν υπερέβη την εξουσία του. Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α’ του Π.Κ., η οποία ορίζει ότι “με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε”, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξαρτήσεως ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό κλπ, β) η διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, αρκεί και ενδεχόμενος, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Ο νόμος πλέον, σε αντίθεση με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 56 περ. 3 του Ποινικού Νόμου, που καθόριζε περιοριστικά τα μέσα και τον τρόπο τελέσεως της ηθικής αυτουργίας, δεν αναφέρεται, για τη συγκρότηση της αντικειμενικής της υποστάσεως, στον τρόπο προκλήσεως της αποφάσεως στο φυσικό αυτουργό, που μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε, κατά τα άνω, τρόπο. Ως εκ τούτου, για την κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. πληρότητα της αιτιολογίας παραπεμπτικού βουλεύματος ή καταδικαστικής αποφάσεως ως προς την ηθική αυτουργία, αρκεί η μνεία του τρόπου ή μέσου, όπως παραινέσεων, προτροπών, πειθούς, φορτικότητας κλπ, με την έννοια της πειστικότητας, χωρίς να απαιτείται επίκληση και άλλων πραγματικών περιστατικών ή περαιτέρω εξειδίκευση σε τί συνίστανται οι παραινέσεις, οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα κλπ. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την αποδιδόμενη στους Αρχιμανδρίτη Ε. και Μοναχό Α., καθηγούμενο και μοναχό, αντίστοιχα, της Ιεράς Μονής …, πράξη της ηθικής αυτουργίας, τελεσθείσας από κοινού, κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή, στην τελεσθείσα από τους κατηγορουμένους Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ. πράξη της κακουργηματικής απιστίας σχετικής με την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου, (ανταλλαγή της λίμνης … και του … ακινήτου), από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, καθόσον στο προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου να προσδιορίσει τα μέσα και τους τρόπους, με τους οποίους οι Αρχιμανδρίτης Ε. και Μοναχός Α.ς έπεισαν τους ανωτέρω τρεις κατηγορουμένους να τελέσουν την άνω κακουργηματική απιστία που τους αποδίδεται, χρησιμοποιεί στο σκεπτικό και το διατακτικό του τις φράσεις “με εξακολουθητικές παραινέσεις, προτροπές και συστηματικές παρεμβάσεις …. που έγιναν με ιδιαίτερη πειθώ”, “με σχετικές προτροπές και παραινέσεις”, “με εξακολουθητικές παραινέσεις, προτροπές και συστηματικές παρεμβάσεις …. με ιδιαίτερη πειθώ”, “συνεχείς και πιεστικές προτροπές και παραινέσεις”, “με συνεχείς και φορτικές προτροπές και παραινέσεις και ιδιαίτερη πειθώ”, “με τις ως άνω προτροπές και παραινέσεις”, “με συνεχείς και φορτικές προτροπές και παραινέσεις και ιδιαίτερη πειθώ”, “με φορτικές προτροπές, παραινέσεις και υποδείξεις και με ιδιαίτερη πειθώ”, “με πρόθεση προκάλεσαν την απόφαση”, “με προτροπές, παραινέσεις και ιδιαίτερη πειθώ”, “με πειθώ έπεισαν με φορτικές προτροπές και παραινέσεις”, “ύστερα από τη σχετική υπόδειξη και τις προτροπές και παραινέσεις”, “με προτροπές, υποδείξεις, παραινέσεις και με ιδιαίτερη πειθώ”, “με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις και ιδιαίτερη πειθώ”, “με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις και την εκδήλωση έντονου ενδιαφέροντος”, “με συνεχείς υποδείξεις, προτροπές και παραινέσεις, αλλά και με ιδιαίτερη πειθώ”, “με συστάσεις, προτροπές και υποδείξεις”, ήτοι επαναλαμβάνει (κατά τον αναιρεσείοντα) στερεότυπες, γενικόλογες και αόριστες εκφράσεις χωρίς να παραθέτει κανένα συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό, προσδιοριστικό των συστάσεων, προτροπών, υποδείξεων, παραινέσεων κλπ, δηλαδή τί συνέστησαν συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι Ε. και Α.ς στους άνω τρεις αυτουργούς της απιστίας αυτής, πώς προέτρεψαν αυτούς, τί ακριβώς τους υπέδειξαν να πράξουν, τί τους συμβούλεψαν κλπ. Σχετικά με την αποδιδόμενη, στους Αρχιμανδρίτη Ε. και Μοναχό Α., αυτή πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου των προαναφερθέντων τριών συγκατηγορουμένων τους, το Συμβούλιο Εφετών στο προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού του, διέλαβε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τις ακόλουθες παραδοχές: “Η ανεύρεση, επιλογή και εκτίμηση των ακινήτων που θα ανταλλάσσονταν, η λήψη των σχετικών αποφάσεων από την ΚΕΔ, καθώς και η κατάρτιση των σχετικών συμβολαίων ανταλλαγής, τα περισσότερα των οποίων είχαν καταρτιστεί μέχρι το Μάιο 2007, έγιναν με ταχύτατες διαδικασίες, καθόσον οι κατηγορούμενοι Αρχιμανδρίτης Ε. και μοναχός Α.ς επεδίωκαν, όπως αναφέρθηκε, την άμεση υλοποίηση της ανταλλαγής της λιμνοθάλασσας …. Για το σκοπό αυτό οι Ε. και Α.ς είχαν συχνές συναντήσεις, επαφές και συζητήσεις με τα ως άνω διοικητικά στελέχη της ΚΕΔ, ήτοι τους κατηγορουμένους Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ., στα γραφεία της εταιρίας στην Αθήνα. Μάλιστα, ο μοναχός Α.ς πραγματοποίησε επανειλημμένες και με ασυνήθη συχνότητα επισκέψεις στην ΚΕΔ, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας υλοποίησης των ανταλλαγών, προκειμένου να κατευθύνει τις διαδικασίες, έτσι ώστε οι ως άνω τρεις κατηγορούμενοι να υλοποιήσουν τις ανταλλαγές, παρά την προφανή έλλειψη τίτλων κυριότητας της Μονής στην ως άνω λιμνοθάλασσα και το παράνομο της σχετικής ΚΥΑ. Πράγματι, κατά τις ανωτέρω συναντήσεις τους, οι κατηγορούμενοι Ε. και Α.ς, με φορτικές προτροπές, παραινέσεις και υποδείξεις και με ιδιαίτερη πειθώ, εκμεταλλευόμενοι προς τούτο και την ως άνω ιδιότητα τους ως εκπροσώπων της Μονής … καθώς και τη διαρκώς προβαλλόμενη γνωριμία τους με υψηλά κυβερνητικά στελέχη, έπεισαν τους ως άνω κατηγορουμένους Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ., να επισπεύσουν την έγκριση της προώθησης της διαδικασίας ανταλλαγής της λιμνοθάλασσας … – … με εποικιστικά ακίνητα του Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και να επιταχύνουν τις διαδικασίες ολοκλήρωσης της, καίτοι η Μονή δεν είχε δικαίωμα κυριότητας επί της ανωτέρω λιμνοθάλασσας. Προς τούτο, οι Ε. και Α.ς επικαλέστηκαν τη δήθεν κυριότητα της Μονής στη λιμνοθάλασσα, με την προβολή προς απόδειξη αυτής των υπ’ αριθμ. 1051266/10611/Α0010/ ΠΕ/4.6.2003 και 1046300/3944/ Α0010/7.6.2004 αποφάσεων των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, με τις οποίες αυτοί αποδέχτηκαν τις υπ’ αριθμ. 46/28-11-2002 και 26/20-5-2004 Γνωμοδοτήσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων. Μάλιστα, οι ανωτέρω μοναχοί δήλωσαν, ως εκπρόσωποι της Μονής, ότι δεν επιθυμούσαν την τήρηση της προβλεπόμενης από τον Υπηρεσιακό Κανονισμό Συμβάσεων της ΚΈΔ διαδικασίας (σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων από την ΚΕΔ, αυτοψίες, εκτιμήσεις των προς ανταλλαγή ακινήτων από αρμόδιους υπηρεσιακούς παράγοντες της ΚΕΔ, παράλληλα με τις πραγματοποιηθείσες εκτιμήσεις του ΣΟΕ κ.λ.π), και ότι δεν ήταν απαραίτητη η συγκέντρωση των προαπαιτούμενων δικαιολογητικών εγγράφων, τα οποία αναφέρονται στον απαρεγκλίτως τηρούμενο επί σειρά ετών από τη Διεύθυνση Διαχείρισης της ΚΕΔ, σε περίπτωση εκποιήσεων για οποιαδήποτε αιτία, πίνακα 16, και τα οποία διασφαλίζουν τη νομιμότητα και εγκυρότητα κάθε συναλλαγής, αλλά, αντιθέτως, αρκέστηκαν στις διαβεβαιώσεις του ΥΑΑΤ, ότι τα ακίνητα ήταν ελεύθερα, κατάλληλα και διαθέσιμα, καθώς και στην έρευνα των δικηγόρων και μηχανικών της Μονής. Τούτο συνέβη, διότι, κατά τα ανωτέρω, οι Ε. και Α.ς τα περισσότερα ακίνητα είχαν εντοπίσει ουσιαστικά οι ίδιοι, σε συνεργασία με την Προϊσταμένη Πολιτικής Γης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης κατηγορουμένη Σ. Μ., η οποία ακολούθως τα προωθούσε, μέσω του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων προς την ΚΕΔ, όπου και πάλι οι ίδιοι είχαν τον τελικό λόγο στην επιλογή των ανταλλασσόμενων ακινήτων. Ενδίδοντας στις ανωτέρω προτροπές και παραινέσεις των δύο μοναχών, οι κατηγορούμενοι Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ., ενεργώντας από κοινού, κατόπιν συναπόφασης, αποδέχθηκαν ανεπιφύλακτα την ανάληψη από την ΚΕΔ της διαδικασίας εκτέλεσης της ως άνω ΚΥΑ και υλοποίησης της ανταλλαγής και αποφάσισαν να επισπεύσουν και να ολοκληρώσουν οπωσδήποτε την ανατεθείσα στην ΚΕΔ, δυνάμει της πιο πάνω υπ’ αριθμ. 16651/26-7-2006 ΚΥΑ, ανταλλαγή της λίμνης … με τη σύνταξη των σχετικών συμβολαίων μεταξύ της ΚΕΔ, ως εντολοδόχου του Ελληνικού Δημοσίου, και της Ιεράς Μονής …. Προς τούτο, με συγκεκριμένες ενέργειες τους αλλά και με την όλη συμπεριφορά τους, σε συνδυασμό και με τη συμπεριφορά των μοναχών Ε. και Α.υ, οι οποίοι, και κυρίως ο δεύτερος, πραγματοποιούσαν συχνές επισκέψεις στην ΚΕΔ, αφήνοντας, σκοπίμως, να διαφανούν με κάθε τρόπο οι σχέσεις και επαφές τους με υψηλά κυβερνητικά στελέχη, δημιούργησαν σε όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες της ΚΕΔ την εντύπωση, ότι είναι δεδομένη η κυριότητα της Μονής επί της λίμνης … και ότι λόγω της υπάρξεως κυβερνητικού ενδιαφέροντος για την ανταλλαγή αυτής, θα έπρεπε να προωθηθεί και υλοποιηθεί η πιο πάνω ΚΥΑ ταχύτατα. χωρίς να τηρηθούν οι διαδικασίες του Υπηρεσιακού Κανονισμού Συμβάσεων της ΚΕΔ, καθόσον, δήθεν, τούτο επέβαλε το δημόσιο συμφέρον (φύλλα 567, 568, 569) ….και πάλι κατόπιν προτροπών, παραινέσεων και υποδείξεων των Ε. και Α.υ, οι κατηγορούμενοι Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ. συμπεριέλαβαν στους οριστικούς πίνακες των προς ανταλλαγή ακινήτων, ήτοι α) τμήμα του υπ’ αριθμ. … του αγροκτήματος “…” στην Ουρανούπολη του Δήμου Σταγείρων – Ακάνθου του Ν. Χαλκιδικής, εμβαδού (8.608.430 τ.μ.), που αντηλλάγη με το υπ’ αριθμ. … συμβόλαιο ανταλλαγής, β) τμήμα του υπ’αριθμ. … Αγροκτήματος … της Κοινότητας Γραμματικού του Ν.Αττικής (3.331.088 τ.μ.), το οποίο αντηλλάγη με το υπ’ αριθμ. … συμβόλαιο ανταλλαγής, το οποίο στη συνέχεια ακυρώθηκε με το υπ’ αριθμ. … συμβόλαιο και συντάχθηκε εκ νέου το υπ’ αριθμ. … συμβόλαιο για έκταση 2.517.275 τ.μ. και γ) το υπ’αριθμ. … Αγρόκτημα … του Δήμου Λαυρίου Ν.Αττικής (148.608 τ.μ.), το οποίο αντηλλάγη με το υπ’ αριθμ. … συμβόλαιο ανταλλαγής. Όμως, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, τα ακίνητα αυτά ήσαν απρόσφορα και ακατάλληλα για ανταλλαγή, δεδομένου ότι αποτελούσαν δημόσια κοινόχρηστα δάση, αναδασωτέες εκτάσεις και κοινόχρηστους αρχαιολογικούς χώρους, που είναι εκτός συναλλαγής (φύλλο 594)…….Παρ’ όλα αυτά, οι κατηγορούμενοι Ε. και Α.ς, ενεργώντας από κοινού, κατόπιν συναπόφασης, μετά την ανταλλαγή των παραλίμνιων εκτάσεων, επεδίωξαν την άμεση υλοποίηση της ανταλλαγής και της λιμνοθάλασσας. Έτσι, με τη συνεχή επίκληση της δήθεν κυριότητας της Μονής στη λιμνοθάλασσα …, δυνάμει των πιο πάνω γνωμοτοδήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και των αντίστοιχων υπουργικών αποφάσεων, με τις οποίες αυτές έγιναν αποδεκτές, και εκμεταλλευόμενοι, κατά την πάγια τακτική τους, για την επιβολή των αιτημάτων τους, που αφορούσαν θέματα προώθησης των διαδικασιών υλοποίησης των επιδιωκόμενων από τη Μονή ανταλλαγών, την επιρροή που ασκούσε στους κατηγορουμένους αρμοδίους της ΚΕΔ η ιδιότητά τους ως καθηγούμενου και μοναχού, αντίστοιχα, της Ιεράς Μονής …, λόγω της πνευματικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του Αγίου Όρους, αλλά και τη δημιουργηθείσα από αυτούς κοινή αντίληψη στην ΚΕΔ, ότι η Μονή διέθετε ισχυρά ερείσματα σε ανώτερα κυβερνητικά στελέχη και πολιτικούς παράγοντες, την οποία αντίληψη σκόπιμα και συστηματικά φρόντισαν να καλλιεργήσουν στα όργανα και στελέχη της ΚΕΔ, έπεισαν τους κατηγορουμένους Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ., με φορτικές προτροπές και παραινέσεις προς αυτούς και με ιδιαίτερη πειθώ, να επισπεύσουν την έγκριση της προώθησης της διαδικασίας ανταλλαγής της λιμνοθάλασσας … – … με εποικιστικά ακίνητα του Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, στη συνέχεια να αποφασίσουν την πραγματοποίηση της ανταλλαγής και, τελικώς, να υλοποιήσουν τη συγκεκριμένη ανταλλαγή με την κατάρτιση των επίμαχων συμβολαίων, μεταβιβάζοντας έτσι στη Μονή τα πιο πάνω ακίνητα του Δημοσίου, κατά τον ως άνω τρόπο, με αποτέλεσμα να ελαττώσουν την περιουσία αυτού κατά την αξία των πιο πάνω ακινήτων, εν γνώσει μάλιστα όλων των ανωτέρω κατηγορουμένων, ότι ορισμένα από αυτά ήσαν απρόσφορα και ακατάλληλα προς ανταλλαγή….. Άλλωστε, όπως προέκυψε, οι κατηγορούμενοι Ε. και Α.ς επιθυμούσαν την άμεση υλοποίηση των ανταλλαγών και γι’ αυτό πίεζαν όλους τους εμπλεκόμενους να διεκπεραιώνουν χωρίς καθυστέρηση όλα τα σχετικά θέματα, ενώ, εξάλλου, αυτοί είχαν και την πραγματική ωφέλεια από την πραγματοποίηση των συγκεκριμένων ανταλλαγών (φύλλα 661, 662, 663)…..Περαιτέρω, παράλληλα προς τη διαδικασία ανταλλαγής της λίμνης …, προωθήθηκε με γρήγορες ενέργειες και η ανταλλαγή του … ακινήτου…..Οι κατηγορούμενοι Ε. και Α.ς, κατά τις επαφές που είχαν με τους Π. Π. και Κ. Γ. της ΚΕΔ για τα θέματα των ανταλλαγών της λίμνης …, πληροφορήθηκαν από τους ανωτέρω κατηγορουμένους, το αργότερο κατά το μήνα Νοέμβριο 2006, ότι η ΚΕΔ διαχειριζόταν τα ανωτέρω δύο συγκροτήματα κτιρίων, επιφάνειας ανωδομής 22.000 τ.μ., περίπου, κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, στο Λεκανοπέδιο Αττικής, αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών, τα οποία, κατά τα ανωτέρω, προορίζονταν για τη στέγαση των κεντρικών υπηρεσιών του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Ασφαλίσεων…..Μόλις πληροφορήθηκαν την ύπαρξη του συγκεκριμένου ακινήτου, οι κατηγορούμενοι Ε. και Α.ς, αποφάσισαν να αποκτήσει αυτό η Μονή …, με σκοπό την επενδυτική και επιχειρηματική αξιοποίηση του. Κατόπιν αυτού, ενεργώντας υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, από κοινού, κατόπιν συναπόφασης, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις και ιδιαίτερη πειθώ, καθώς και με την εκδήλωση έντονου ενδιαφέροντος απόκτησης από την Ιερά Μονή … του εν λόγω ακινήτου, οι οποίες έγιναν κατά τις επισκέψεις τους στην ΚΕΔ και τις προσωπικές επαφές και συζητήσεις που είχαν κατ’ αυτές με τους κατηγορουμένους Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ., έπεισαν αυτούς να δρομολογήσουν και, ακολούθως, να υλοποιήσουν την εκποίηση στη Μονή, χωρίς πλειοδοτικό διαγωνισμό, των ως άνω δύο κτιριακών συγκροτημάτων, επιφάνειας ανωδομής 23.547,11 τ.μ., στα Ο.Τ. 1 και 2 του … Χωριού, στη Θέση Λεκάνες του Δήμου Αχαρνών. Οι ανωτέρω τρεις κατηγορούμενοι, από τους οποίους ο πρώτος ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου, ο δεύτερος Διευθύνων Σύμβουλος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής και ο τρίτος Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Διαχείρισης Ακινήτων και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ίδιας εταιρίας, ενέδωσαν αμέσως στις υποδείξεις και προτροπές αυτές των δύο μοναχών. Μάλιστα, οι Π. Π. και Κ. Γ., προκειμένου να βρουν αφορμή για να δρομολογήσουν τη διαδικασία και της ανταλλαγής αυτής, υπέδειξαν στον κατηγορούμενο Ηγούμενο Ε., να υποβάλει έγγραφο ερώτημα προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ της ΚΕΔ, σχετικά με το αν η ΚΕΔ διέθετε παρόμοιο ακίνητο. Πράγματι, η Μονή …, με το υπ’ αριθμ. … (αρ. πρωτ. …) έγγραφο του ηγούμενου Ε. προς τον Πρόεδρο της ΚΕΔ, αφού γνωστοποίησε το ενδιαφέρον της για την εξεύρεση ακινήτου καταλλήλου να στεγάσει τις ανάγκες του συσταθέντος από αυτή Ινστιτούτου Έρευνας Διάσωσης και Προβολής πνευματικών και πολιτιστικών παραδόσεων “Άγιος Μάξιμος ο Γραικός”, καθώς και του συστηθησόμενου Βατοπαιδινού Γρηγορείου Διεπιστημονικού Ερευνητικού και Φιλανθρωπικού Ιδρύματος της με τον διακριτικό τίτλο “Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς”, ζήτησε να πληροφορηθεί, αν η ΚΕΔ διέθετε ακίνητο στο νομό Αττικής, επιφανείας 20.000 τ.μ. περίπου, φωτογραφίζοντας έτσι το προαναφερόμενο Ολυμπιακό ακίνητο….οι κατηγορούμενοι Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ., χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την ανωτέρω προσυνεννοημένη από 7-12-2006 επιστολή του Ηγούμενου Ε., συναποφάσισαν να εκποιήσουν στη Μονή απευθείας, χωρίς πλειοδοτικό διαγωνισμό, τα ως άνω συγκροτήματα κτιρίων, αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικοδομικών, τα οποία διαχειριζόταν η ΚΕΔ, με καθορισμό της αξίας τους από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών και μάλιστα με ταχύτατες διαδικασίες, κατ’ απαίτηση των παραπάνω εκπροσώπων της Μονής. Συγκεκριμένα, αποφάσισαν, παράλληλα με την ανταλλαγή της λιμνοθάλασσας … – … με ακίνητα του Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, να προωθήσουν και τελικώς να υλοποιήσουν, σε δεύτερη φάση, μετά την ολοκλήρωση της ανταλλαγής αυτής, και την ανταλλαγή των ως άνω κτιριακών εγκαταστάσεων με ακίνητα ίσης αξίας, με βάση τις εκτιμήσεις του ΣΟΕ, τα οποία θα περιέρχονταν στη Μονή από την ανταλλαγή της λιμνοθάλασσας … με κοινόχρηστα εποικιστικά ακίνητα του Δημοσίου. Την παραπάνω απόφαση έλαβαν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι με σκοπό να προσπορίσουν περαιτέρω περιουσιακό όφελος στην Ιερά Μονή … και να ελαττώσουν, αντίστοιχα, την περιουσία του Δημοσίου, δίνοντας σ’ αυτή τη δυνατότητα να εκπληρώσει τους επενδυτικούς σχεδιασμούς της, οι οποίοι συνδέονταν με την απόκτηση από την Ιερά Μονή … των εν λόγω κτιριακών συγκροτημάτων, καίτοι γνώριζαν, ότι το ως άνω ακίνητο προοριζόταν για την άμεση εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού και συγκεκριμένα είχε επιλεγεί ως κατάλληλο και προοριζόταν για τη στέγαση της ως άνω δημόσιας υπηρεσίας (Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας) και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχε σκοπός προβλεπόμενος από το άρθρο 2 του Ν. 973/1979, που καθιστούσε επιτρεπτή και δικαιολογούσε την εν λόγω ανταλλαγή, δεδομένου ότι, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 973/79 και 16 του ΥΚΣ/ΚΕΔ, η εν λόγω εταιρία δύναται να ανταλλάξει, όχι οποιαδήποτε ακίνητα απ’ αυτά που διαχειρίζεται, αλλά μόνον τα αναφερόμενα στην περ. δ’ της παραγρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 973/79 ακίνητα, τα οποία δεν έχουν επιλεγεί ως κατάλληλα για τους σκοπούς της περ. γ’ της ίδιας παραγράφου (κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των δημοσίων υπηρεσιών κ.λ.π.) και, μάλιστα, με σκοπό την απόκτηση άλλων ακινήτων, τα οποία είναι κατάλληλα για την ικανοποίηση στο μέλλον των συγκεκριμένων αναγκών που παρατίθενται στην παρ. 1δ του άρθρου 2 του ν. 973/1979 (αποκτήσεως άλλων ακινήτων, πρόσφορων για την ικανοποίηση των στεγαστικών αναγκών των Δημοσίων Υπηρεσιών κ.λ.π). Μέχρι και την κατάρτιση των επίμαχων συμβολαίων, το ως άνω Ολυμπιακό ακίνητο δεν είχε αποδεσμευθεί νόμιμα από τη χρήση του ως Υπουργείου Εργασίας, αφού η έγκριση, με την υπ’ αριθμ. 190266/27-2-2003 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, της μεταβίβασης στην ΚΕΔ του οικοπεδικού χώρου, στον οποίο ανεγέρθηκαν τα ως άνω κτιριακά συγκροτήματα, έγινε για συγκεκριμένο σκοπό, ο οποίος δεν είχε καταργηθεί με ισοδύναμη πράξη (ΚΥΑ), και ειδικότερα προκείμενου να κατασκευαστούν κτιριακές εγκαταστάσεις για τη στέγαση μεταολυμπιακά των Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Εξάλλου, δεν είχε λάβει χώρα νόμιμη ανάκληση της παραχώρησης της χρήσης των ως άνω κτιριακών εγκαταστάσεων για τη στέγαση της ως άνω δημόσιας υπηρεσίας και έγκριση αυτής από τον εποπτεύοντα την ΚΕΔ Υπουργό, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του Υπηρεσιακού Κανονισμού Συμβάσεων της ΚΕΔ. Αντιθέτως, είχαν συσταθεί Επιτροπές, από την τότε πολιτική ηγεσία του ως άνω Υπουργείου, οι οποίες εξέταζαν τα θέματα μετεγκατάστασης της ως άνω Δημόσιας Υπηρεσίας (φύλλα 733, 734, 735, 736, 737)….Από τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει, ότι την απόφαση στους ως ανω κατηγορουμένους Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ., να προβούν στην ως άνω ανταλλαγή του … ακινήτου με άλλα ακίνητα, που είχαν περιέλθει στη Μονή κατά την παράνομη ανταλλαγή της λίμνης …, προκάλεσαν οι κατηγορούμενοι Ε. και Α.ς, οι οποίοι, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις και την εκδήλωση έντονου ενδιαφέροντος απόκτησης από την Ιερά Μονή … του εν λόγω ακινήτου, έπεισαν αυτούς να ανταλλάξουν τα ως άνω κτιριακά συγκροτήματα, για τα οποία είχε εκδοθεί το υπ’ αριθμ. … παραχωρητήριο, το οποίο ουδέποτε ανακλήθηκε από την ΚΕΔ με έγκριση του εποπτεύοντος Υπουργού, όπως προβλέπεται από το άρθρο 12 παρ. 2 του Υπηρεσιακού Κανονισμού Συμβάσεων της ΚΕΔ, με τα περιγραφόμενα στα δύο συμβόλαια ακίνητα, τα οποία, ωστόσο, είχαν περιέλθει στην Ιερά Μονή …,-κατόπιν προηγούμενης παράνομης ανταλλαγής τους από το Ελληνικό Δημόσιο με ποσοστά εξ αδιαιρέτου της λιμνοθάλασσας … -…, φερόμενης ως ανήκουσας δήθεν στην Ιερά Μονή …. ενώ αυτή ανήκε, όπως αναφέρθηκε, στο Ελληνικό Δημόσιο και. λόγω του χαρακτήρα της ως λιμνοθάλασσας και σε κάθε περίπτωση ως μεγάλης λίμνης, ήταν κοινόχρηστη και εκτός συναλλαγής, με αποτέλεσμα να πρόκειται ουσιαστικά για χαριστική και παράνομη παραχώρηση των Ολυμπιακών αυτών ακινήτων στη Μονή, γεγονός το οποίο γνώριζαν όλοι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι. Οι ως άνω εκπρόσωποι της Μονής, λόγω της συχνής παρουσίας τους στην Κ.Ε.Δ. με αφορμή την ανταλλαγή της λίμνης … – …, είχαν αποκτήσει τόση οικειότητα με τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους τους, ώστε με την επίκληση των παραπάνω προσχηματικών λόγων και τις συνεχείς υποδείξεις, προτροπές και παραινέσεις, αλλά και με ιδιαίτερη πειθώ, οι οποίες έγιναν κατά τις επισκέψεις αυτών στην ΚΕΔ, και τις προσωπικές επαφές και την επικοινωνία που είχαν μαζί τους, εκμεταλλευόμενοι και την επιρροή που ασκούσε η ως άνω ιδιότητα τους, όπως και οι επαφές τους με υψηλά πολιτικά πρόσωπα, έπεισαν αυτούς να τελέσουν την ανωτέρω πράξη που τους αποδίδεται. Η δολία αυτή προαίρεση των εκπροσώπων της Μονής Ε. και Α. προκύπτει και από την επίκληση εκ μέρους τους προσχηματικών γεγονότων για την απόκτηση του … ακινήτου με τη δημιουργία των αναφερόμενων από αυτούς φιλανθρωπικών Ιδρυμάτων, για τα οποία δεν προκύπτει κάποια ουσιώδης ενέργεια υλοποιήσεως τους, προκειμένου να επιτύχουν την παραχώρηση του … ακινήτου άνευ διαγωνισμού, όσο και από την περαιτέρω διάθεση αυτού επ’ ωφελεία τους. Έτσι, οι κατηγορούμενοι Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ. τέλεσαν, όπως αναφέρθηκε, το ως άνω έγκλημα της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 120.000 ευρώ και από την οποία η ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο και η αντίστοιχη ωφέλεια της Μονής υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Συνεπώς, τα ανωτέρω περιστατικά συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στους ανωτέρω κατηγορουμένους Ε. και Α. αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, στην τελεσθείσα από τους κατηγορουμένους Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ. ως άνω αξιόποινη πράξη της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση (φύλλα 762, 763)….οι ως άνω κατηγορούμενοι Ε. και Α.ς, α) με τη συνεχή επίκληση της δήθεν κυριότητας της Μονής στη λιμνοθάλασσα … και την προβολή προς απόδειξη αυτής των υπ’ αριθμ. 1051266/ 10611/Α0010/ ΠΕ/4.6.2003 και 1046300/3944/Α0010/7.6.2004 αποφάσεων του Υφυπουργού Οικονομικών, με τις οποίες έγιναν δεκτές, αντιστοίχως, οι υπ’ αριθμ. 46/28-11-2002 και 26/20-5-2004 γνωμοδοτήσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, την οποία (κυριότητα) γνωστοποίησε ο κατηγορούμενος Αρχιμανδρίτης Ε. για πρώτη φορά στην ΚΕΔ ήδη από το Νοέμβριο του 2004, με την υποβολή της υπογραφόμενης από αυτόν και απευθυνόμενης προς τον προηγούμενο Πρόεδρο της ΚΕΔ υπ’ αριθμ. πρωτ. 1229/9.3.3. αιτήσεώς τους με θέμα: “Ανταλλαγή ακινήτου περιουσίας της εν Αγίω Όρει Ιεράς Μονής …, με ίσης αξίας ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου”, προκειμένου να υλοποιήσουν τις ανταλλαγές, παρά την προφανή έλλειψη τίτλων κυριότητας της Μονής στην ως άνω λιμνοθάλασσα και παρά το ότι η … ανήκε στο Δημόσιο και ως λιμνοθάλασσα και σε κάθε περίπτωση ως μεγάλη λίμνη είχε κοινόχρηστο και εκτός συναλλαγής χαρακτήρα, που ήταν γνωστός στους ως άνω κατηγορουμένους από την έκδοση της υπ’ αριθμ. 111/2000 Γνωμοδότησης της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στη διαδικασία της οποίας είχε παρέμβει η Μονή, με την υποβολή του κοινοποιηθέντος στο Ν.Σ.Κ υπ’ αύξ. αριθ. 375 και αριθ. πρωτ. 781/9.3.1/21.8/3-9-1999 υπομνήματος -αιτήματος, καθώς και την οριστική και με σαφήνεια επίλυση του ιδιοκτησιακού ζητήματος της λίμνης αυτής υπέρ του Δημοσίου με την υπ’ αριθμ. … σύμβαση του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Ευθυμίου Ιατρίδου μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ιεράς Μονής …, που συνήφθη σε εκτέλεση του από 8/10-4-1924 Ν.Δ/τος (ΦΕΚ Α’ 82/10-04-24), β)εκμεταλλευόμενοι την επιρροή που ασκούσε στους Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ. η ιδιότητα τους ως καθηγούμενου και μοναχού, αντίστοιχα, της Ιεράς Μονής …, λόγω της πνευματικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του Αγίου Όρους, για την επιβολή των αιτημάτων τους, που αφορούσαν θέματα προώθησης των διαδικασιών υλοποίησης των επιδιωκόμενων από τη Μονή ανταλλαγών, αλλά και της δημιουργηθείσας κοινής αντίληψης στην ΚΕΔ, ότι η Μονή διέθετε ισχυρά ερείσματα σε ανώτερα κυβερνητικά στελέχη και πολιτικούς παράγοντες, την οποία οι εν λόγω κατηγορούμενοι φρόντισαν σκοπίμως, εξ αρχής, να καλλιεργήσουν στα όργανα και στελέχη της ΚΕΔ, ήδη από την φάση υλοποίησης των ανταλλαγών των παραλίμνιων εκτάσεων, με δήλωση του κατηγορουμένου μοναχού Α.υ κατά την παράσταση του ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΕΔ, κατά τη συνεδρίαση της 21-7-2005, σύμφωνα με την οποία “η Ελληνική Κυβέρνηση αγκαλιάζει το πρόγραμμα αυτό (των ανταλλαγών) και θα έχουμε σοβαρότατη αρωγή για να καταφέρουμε να υλοποιηθεί”, και με φορτικές προτροπές και παραινέσεις προς τους ως άνω συγκατηγορουμένους τους, που έλαβαν χώρα κατά τις κοινές με τα ως άνω διοικητικά στελέχη της ΚΕΔ επαφές και διαπραγματεύσεις, καθώς και κατά τις επανειλημμένες και με ασυνήθη συχνότητα επισκέψεις στην ΚΕΔ του κατηγορουμένου μοναχού Α.υ, κατά τη διαδικασία υλοποίησης των ανταλλαγών, προκειμένου να κατευθύνει τις διαδικασίες σύμφωνα με τους σχεδιασμούς των δύο μοναχών, αλλά και με ιδιαίτερη πειθώ, έπεισαν τους Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ., αρχικώς μεν να επισπεύσουν την έγκριση της προώθησης της διαδικασίας ανταλλαγής της λιμνοθάλασσας … – … με εποικιστικά ακίνητα του Δημοσίου και να επιταχύνουν τις διαδικασίες ολοκλήρωσης της. χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης από τον Υπηρεσιακό Κανονισμό Συμβάσεων της ΚΕΔ (ΥΑ 1075479/1007/Α006-ΦΕΚ 1244Β/1-9-2003) διαδικασίας, καθώς και χωρίς τη συγκέντρωση των αναφερόμενων στον, κατά τα ανωτέρω, απαρεγκλίτως τηρούμενο επί σειρά ετών από τη Διεύθυνση Διαχείρισης της ΚΕΔ σε περίπτωση εκποιήσεων για οποιαδήποτε αιτία, πίνακα 16 προαπαιτούμενων δικαιολογητικών εγγράφων, που διασφαλίζουν τη νομιμότητα και εγκυρότητα της συναλλαγής, την τήρηση του οποίου οι ως άνω κατηγορούμενοι Ε. και Α.ς, ως εκπρόσωποι της Μονής, δήλωσαν, ότι δεν επιθυμούσαν, περιοριζόμενοι στις διαβεβαιώσεις του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ότι τα ακίνητα ήταν ελεύθερα και κατάλληλα και διαθέσιμα, καθώς και στην έρευνα των δικών τους δικηγόρων και μηχανικών, και τελικώς να υλοποιήσουν, πράγματι, την λίμνης … με δημόσια ακίνητα, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης (φύλλα 1051, 1052)….Έτσι, με τις προτροπές και παραινέσεις των κατηγορουμένων μοναχών Ε. και Α.υ, οι κατηγορούμενοι Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ. προκάλεσαν με τις ανωτέρω πράξεις τους την ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου κατά το συνολικό ποσό των 205.125.874 ευρώ, τουλάχιστον, στο οποίο ανερχόταν η αξία των ανταλλαχθέντων ακινήτων του Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και στο οποίο απέβλεπαν όλοι οι ως άνω κατηγορούμενοι με τις εν λόγω μερικότερες πράξεις τους….. Στην Αθήνα, οι πιο πάνω κατηγορούμενοι Ε. και Α.ς, ενεργώντας με την ίδια ως άνω ιδιότητά τους για λογαριασμό της Μονής …, από κοινού, μετά από συναπόφαση, και με τον ίδιο, όπως παραπάνω σκοπό, έχοντας πληροφορηθεί, ότι η ΚΕΔ διαχειριζόταν δύο συγκροτήματα κτιρίων, επιφάνειας ανωδομής 22.000 τ.μ., στο Λεκανοπέδιο Αττικής, κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών, προοριζόμενα για τη στέγαση των κεντρικών υπηρεσιών του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και σχεδιάζοντας τα ακίνητα αυτά, παρά το γνωστό σ’ αυτούς πιο πάνω προορισμό τους προς εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού, να περιέλθουν στην ιδιωτική περιουσία της Μονής, με σκοπό την επενδυτική και επιχειρηματική αξιοποίηση τους, με ιδιαίτερη πειθώ και συνεχείς προτροπές και παραινέσεις και την εκδήλωση έντονου ενδιαφέροντος προς τους ως άνω συγκατηγορούμενούς τους Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ. για την απόκτηση από την Ιερά Μονή … του εν λόγω ακινήτου, οι οποίες έγιναν κατά τις επισκέψεις τους στην ΚΕΔ και τις προσωπικές επαφές και επικοινωνία που είχαν κατ’ αυτές με τους ως άνω συγκατηγορούμενούς τους ενόψει της προωθούμενης ανταλλαγής της λίμνης …, και αφού οι δύο πρώτοι εξ αυτών τους υπέδειξαν, προκειμένου, στη συνέχεια, να δρομολογήσουν οι ίδιοι τη διαδικασία της παρακάτω ανταλλαγής, να υποβάλει ο κατηγορούμενος Ε. έγγραφο ερώτημα προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ της ΚΕΔ, ζητώντας να του γνωρίσει, εάν η ΚΕΔ διαθέτει “ακίνητο στο Νομό Αττικής, επιφάνειας 20.000 τ.μ. περίπου”, δηλαδή ακίνητο που παρέπεμπε και “φωτογράφιζε” τα ως άνω συγκροτήματα κτιρίων, πράγμα το οποίο και έπραξε αυτός στις 14-12-2006 με την κατάθεση στην ΚΕΔ του υπ’ αριθμ. πρωτ. … εγγράφου, με θέμα “Εξεύρεσις ακινήτου”, με το οποίο, αφού ενημέρωνε την ΚΕΔ, ότι η Ιερά Μονή …, στο πλαίσιο του κοινωφελούς και κοινωνικού της έργου ενδιαφέρεται “δι’ εξεύρεσιν ακινήτου καταλλήλου ίνα στεγάσει τας ανάγκας του υπ’ αυτής συσταθέντος Ινστιτούτου Έρευνας Διάσωσης και προβολής πνευματικών και πολιτιστικών παραδόσεων “Άγιος Μάξιμος ο Γραικός”, καθώς και του συστηθησομένου Βατοπαιδινού Γρηγορείου Διεπιστημονικού ερευνητικού και φιλανθρωπικού Ιδρύματός της με διακριτικόν τίτλον “Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς””, ζητούσε να του γνωρίσει, εάν η ΚΕΔ διαθέτει ακίνητο κατάλληλο για το σκοπό αυτό στο Νομό Αττικής, επιφάνειας 20.000 τ.μ. περίπου, έπεισαν τους εν λόγω συγκατηγορουμένους τους, να αποδεχτούν, με πρόσχημα την ως άνω επιστολή, να δρομολογήσουν και τελικώς να υλοποιήσουν την εκποίηση στη Μονή, χωρίς πλειοδοτικό διαγωνισμό, των ως άνω κτιριακών συγκροτημάτων (φύλλα 1056, 1057)…. Έτσι, με τις προτροπές και παραινέσεις των κατηγορουμένων μοναχών Ε. και Α.υ, οι κατηγορούμενοι Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ., προκάλεσαν με τις ανωτέρω πράξεις τους την ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου κατά το ποσό των 50.000.000 ευρώ, καθόσον ναι μεν τα ακίνητα αυτά εκτιμήθηκαν στα συμβόλαια ανταλλαγής σε 39.500.000 ευρώ συνολικά, πλην, όμως, η πραγματική (αγοραία) αξία τους ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό των 50.000.000 ευρώ, στο οποίο απέβλεψαν όλοι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι με τις συγκεκριμένες μερικότερες πράξεις τους, το οποίο απέφερε λίγους μήνες μετά τη σύνταξη των εν λόγω συμβολαίων η πώληση του ακινήτου αυτού από τη Μονή στην εδρεύουσα στη Λευκωσία Κύπρου εταιρία Noliden Ltd, δυνάμει του υπ’ αριθμ. … συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβ/φου Αθηνών Σοφίας Γεωργιάδη, συνυπολογιζομένου, πέραν του ποσού των 41.000.000 ευρώ στο οποίο ανέρχεται το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα πωλήσεως του εν λόγω ακινήτου, και του ποσού των 9.000.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε για την αγορά του εν λόγω ακινήτου, ως μη εμφανές, εκτός συμβολαίου, τίμημα η ως άνω αγοράστρια στη Μονή, συγχρόνως με το εμφανές τίμημα, και έτσι η ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο και η αντίστοιχη ωφέλεια της Μονής υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλη (φύλλα 1061, 1062)”. Στις προεκτεθείσες παραδοχές μολονότι, κατά τα προαναφερθέντα, για την πληρότητα της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου παραπεμπτικού βουλεύματος ως προς την ηθική αυτουργία δεν απαιτείται να εξειδικεύεται σε τί συνίστανται οι παραινέσεις, οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα κλπ, σε κάθε περίπτωση διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα οι τρόποι και τα μέσα και εκτίθενται επαρκώς, με λεπτομερή μάλιστα περιγραφή, τα πραγματικά περιστατικά, δηλωτικά της δράσεως, από την οποία το Συμβούλιο Εφετών συνήγαγε, ότι οι κατηγορούμενοι Αρχιμανδρίτης Ε. και Μοναχός Α.ς προκάλεσαν στους συγκατηγορουμένους τους Π. Π., Κ. Γ. και Γ. Μ., με τους τρόπους και τα μέσα αυτά, που έχουν την έννοια της πειστικότητας και ειδικά προσδιορίζονται (συνιστούν δε, κατά περίπτωση, πειθώ, φορτικότητα, προτροπή, παραίνεση, πίεση, παραπλάνηση), την απόφαση να τελέσουν την άνω πράξη της κακουργηματικής απιστίας περί την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου, την οποία αυτοί κατά το βούλευμα τέλεσαν. Επομένως, ο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά τα ανωτέρω, από το άρθρο 484 στοιχ. δ’ Κ.Ποιν.Δ., δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 242 παρ.1 του Π.Κ., “υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται, αντικειμενικώς α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α’ και 263Α Π.Κ., αρμόδιος καθ’ ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ’ Π.Κ. και δη δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ., κατά την έννοια του οποίου πρέπει να προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σ’ αυτό και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών, τα οποία μ…ν να έχουν έννομες συνέπειες, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μ…σαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητάς του, ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μ…ν να έχουν έννομες συνέπειες. Ψευδές είναι το περιστατικό, όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, ειδικότερα, όταν βεβαιώνεται περιστατικό, που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές, που έπρεπε να αναφερθεί, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε υποχρέωση να βεβαιώσει τούτο ο υπάλληλος και τούτο υπέπεσε στην αντίληψή του. Για τη συγκρότηση της πράξεως αυτής, δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγκυρότητα του εγγράφου, το οποίο μπορεί να προσβληθεί σύμφωνα με το νόμο. Υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α’ Π.Κ., που είναι δυνατό να διαπράξει το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως, είναι και ο Συμβολαιογράφος (Α.Π. 640/2012), ο οποίος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 5 παρ.1, 2 Ν. 2830/2000 (Κώδικα περί Συμβολαιογράφων), είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός και έχει καθήκοντα να συντάσσει και φυλάσσει έγγραφα συστατικά ή αποδεικτικά των δικαιοπραξιών και δηλώσεων των ενδιαφερομένων, οσάκις η σύνταξή τους είναι υποχρεωτική κατά νόμο ή οι ενδιαφερόμενοι επιθυμούν να προσδώσουν σ’ αυτά κύρος δημοσίου εγγράφου, ενώ οφείλει να απέχει από τη σύνταξη πράξεων, οι οποίες αντίκεινται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη και πρέπει να ασκεί τα καθήκοντά του ευσυνείδητα και αμερόληπτα, έχοντας την υποχρέωση κατά τη σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων να εξηγεί στους δικαιοπρακτούντες τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν και τα δικαιώματα που έχουν από τις πράξεις που καταρτίζονται και να διαπιστώνει ότι γνωρίζουν τα αποτελέσματα αυτών. Μεταξύ των συμβάσεων, που υποχρεωτικά κατά το νόμο περιβάλλονται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, είναι και η σύμβαση μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτου (άρθρα 158, 159, 369, 1033 Α.Κ.). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 242 Π.Κ., προκύπτει, ότι ο Συμβολαιογράφος οφείλει, κατά την άσκηση των λειτουργικών του καθηκόντων, όταν διαπιστώνει ή τελεί εν γνώσει ότι το περιεχόμενο των δηλώσεων των δικαιοπρακτούντων μερών είναι ψευδές, να αρνηθεί τη βεβαίωση σε συμβόλαιο των δηλουμένων αλλά γνωστών σ’ αυτόν ψευδών στοιχείων περί της κυριότητας και του χαρακτήρα των μεταβιβαζόμενων ακινήτων και, επομένως, διαλαμβάνοντας στο συντασσόμενο από αυτόν συμβόλαιο τα δηλούμενα ψευδή στοιχεία περί την κυριότητα και το χαρακτήρα των μεταβιβαζόμενων ακινήτων, τα οποία συνεπάγονται έννομες συνέπειες, πραγματώνει το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως του άρθρου 242 Π.Κ. (Α.Π. 640/2012, 1536/1984, …/1978, βλ. και Α.Π. 984/2011). Με την παράγρ. 3 του άνω άρθρου 242 Π.Κ., σύμφωνα με την οποία, αν ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 (ήδη 120.000) ευρώ, προβλέπεται κακουργηματική μορφή του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, όταν συντρέχουν οι οριζόμενες στην παράγραφο αυτή προϋποθέσεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β’ Κ.Ποιν.Δ., λόγοι για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι και “η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα”. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όπως προεκτέθηκε, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει.- Με το άνω προσβαλλόμενο βούλευμα η κατηγορουμένη Α. Π. του Δ., Συμβολαιογράφος Αθηνών, παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί εκτός άλλων και για την πράξη της κακουργηματικής ψευδούς βεβαιώσεως κατ’ εξακολούθηση με σκοπό να προσπορίσει στην Ιερά Μονή … περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και να βλάψει αντίστοιχα παρανόμως την περιουσία του Δημοσίου, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο και η αντίστοιχη ωφέλεια υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα και περιληπτικώς αυτή παραπέμπεται να δικαστεί, ως υπαίτια του ότι: Α) Στην Αθήνα στις 21-12-2005 και 12-4-2006 με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του άνω εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α’ του Π.Κ., ως Συμβολαιογράφος Αθηνών, συνέταξε τα …, …, ως και το … συμβόλαια, με τα οποία αντηλλάγησαν παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης …, όπως αυτές περιγράφονται στα συμβόλαια αυτά, με τα αναφερόμενα στα ίδια συμβόλαια ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, καταχωρώντας σε αυτά ψευδείς δηλώσεις των εκπροσώπων της Μονής αυτής Ε. και Α., ότι δήθεν η Μονή ήταν κυρία των παραλίμνιων αυτών εκτάσεων, ενώ η Μονή δεν ήταν κυρία των εν λόγω εκτάσεων, ήτοι ψευδώς βεβαίωσε με πρόθεση και εν γνώσει της, ότι η Μονή ήταν κυρία τούτων, με αποτέλεσμα να ελαττωθεί η περιουσία του Δημοσίου κατά το ποσό των 15.713.492 ευρώ, ήτοι κατά τη συνολική αξία των ανταλλαγέντων με τα άνω συμβόλαια ακινήτων του Δημοσίου, αποτέλεσμα το οποίο η κατηγορουμένη εσκόπευε.
Β) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 26-4-2007 έως 17-7-2008 με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του άνω εγκλήματος, με την ίδια ως άνω ιδιότητά της συνέταξε τα συμβόλαιά της με αριθμούς …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, … (το οποίο ακυρώθηκε με το … συμβόλαιό της και συντάχθηκε εκ νέου το … συμβόλαιό της), …, … (το οποίο ακυρώθηκε με το … συμβόλαιό της), …, … (με το οποίο έγινε διόρθωση του συμβολαίου …, ως προς τον κωδικό αριθμό του Εθνικού Κτηματολογίου), … (με το οποίο ακυρώθηκε το … συμβόλαιό της), … (με το οποίο ακυρώθηκε το … συμβόλαιό της), … (με το οποίο έγινε διόρθωση του … συμβολαίου της, ως προς τα στοιχεία του ακινήτου … μ.ε. και το τοπογραφικό διάγραμμα), … (με το οποίο έγινε αναμεταβίβαση λόγω ανταλλαγής: α. από το Ελληνικό Δημόσιο στην Ιερά Μονή … 35,617ο/οο του όλου εμβαδού των 48.000 στρεμμάτων της λίμνης …-… και β. από τη Μονή αυτή στο Ελληνικό Δημόσιο των οικοπέδων, που είχαν ανταλλαγεί με τα …, πλην του τελευταίου οικοπέδου, και … συμβόλαιά της), …, … (με το οποίο έγινε διόρθωση του … συμβολαίου της, ως προς το τοπογραφικό διάγραμμα και τα όρια του ακινήτου), … (με το οποίο ακυρώθηκε το … συμβόλαιό της) και …, με τα οποία αντηλλάγησαν ποσοστά εξ αδιαιρέτου της λίμνης …-… με τα αναφερόμενα σε αυτά ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, καταχωρώντας σε αυτά ψευδείς δηλώσεις των εκπροσώπων της Μονής Ε. και Α., ότι δήθεν η Μονή ήταν κυρία της λίμνης …, ενώ η Μονή δεν ήταν κυρία της λίμνης αυτής, ήτοι ψευδώς βεβαίωσε με πρόθεση και εν γνώσει της, ότι η Μονή ήταν κυρία της εν λόγω λίμνης, με αποτέλεσμα να ελαττωθεί η περιουσία του Δημοσίου κατά το ποσό των 205.125.874 ευρώ τουλάχιστον, ήτοι κατά τη συνολική αξία των ανταλλαγέντων με τα άνω συμβόλαια ακινήτων του Δημοσίου, αποτέλεσμα το οποίο η κατηγορουμένη εσκόπευε και Γ) Πέραν των ανωτέρω ψευδών βεβαιώσεων σε όλα τα άνω συμβόλαια, η ίδια κατηγορουμένη, ενεργώντας με τον ίδιο σκοπό, κατά το μερικότερο χρονικό διάστημα από 9-5-2007 έως 22-5-2007, στο πλαίσιο της ίδιας ως άνω υπό στοιχείο Β πράξεως αυτής, στα …, …, …, …, …, … και … συμβόλαια βεβαίωσε εν γνώσει της και άλλα, επί πλέον, ψευδή περιστατικά αναγόμενα σε ποιοτικά χαρακτηριστικά των μεταβιβαζομένων με αυτά ακινήτων και δη: α) ενώ τελούσε σε γνώση 1. ότι το …. ακίνητο (… εκτάσεως 8.608.430 τ.μ.) ήταν δημόσιο κοινόχρηστο δάσος, διότι η έκταση αυτή στην 147/18-10-1934 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής χαρακτηρίζεται ως “δάσος χθαμαλόν” και στο συμπληρωματικό πίνακα διανομής έτους 1971 της Επιτροπής Οριστικών Διανομών χαρακτηρίζεται ως “δάσος κοινόχρηστον” και ο χαρακτηρισμός αυτός, κατά το άρθρο 1 παρ.7 του Ν. 3147/2003, είναι δεσμευτικός και αποκλείει την επανεξέταση από οποιοδήποτε αρμόδιο όργανο ως προς τη μορφή του ακινήτου, με συνέπεια το ακίνητο αυτό να υπάγεται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και ως εκ τούτου να μη μπορεί να δοθεί για αγροτική εκμετάλλευση κατά τη διάταξη του άρθρου 75 παρ.2 του Ν. 998/1979 και 2. ότι όλα τα λοιπά ακίνητα ήσαν κοινόχρηστες εποικιστικές εκτάσεις φέρουσες δασική κάλυψη, για την παραχώρηση των οποίων στη Μονή, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 75 παρ.2 του Ν. 998/1979, απαιτούνταν ως προϋποθέσεις, αφενός μεν ο σκοπός της παραχώρησης να συνίσταται στην αγροτική εκμετάλλευση, αφετέρου δε να φέρουν το χαρακτήρα δασικής έκτασης και όχι δάσους και να μην έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες, παρόλα αυτά η κατηγορουμένη αποδέχθηκε να εμφανίσει στα άνω συμβόλαια τα εν λόγω ακίνητα ως εποικιστικές δασικές εκτάσεις υπαγόμενες στις ρυθμίσεις του άρθρου 75 παρ.2 του Ν. 998/1979 και στις διατάξεις της αγροτικής και όχι της δασικής νομοθεσίας, παρακάμπτοντας το χαρακτήρα της έκτασης της Ουρανούπολης ως δάσους και την έλλειψη χαρακτηρισμού των λοιπών εκτάσεων και, συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη επισύναψε σε όλα τα πιο πάνω συμβόλαια, κάνοντας ρητή αναφορά σε αυτά, την … ατομική Γνωμοδότηση του συγκατηγορουμένου της Χ. Μ., Νομικού Συμβούλου του Κράτους στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, επί πλέον δε για το ακίνητο της Ουρανούπολης και την … ατομική Γνωμοδότηση του ιδίου, οι οποίες ήταν ψευδείς κατά περιεχόμενο, ως προς το ότι τα ακίνητα αυτά υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 75 παρ.2 του Ν. 998/1979, που παρέχει τη δυνατότητα παραχωρήσεως τούτων για αγροτική εκμετάλλευση, β) αποδέχθηκε να περιληφθούν στα άνω συμβόλαια εν γνώσει της ψευδείς δηλώσεις των εκπροσώπων των συμβαλλομένων, ότι οι εκτάσεις έχουν δυνατότητα αγροτικής εκμετάλλευσης, ως και ότι, εφόσον φέρουν μία μορφή δασικής βλάστησης, υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 75 παρ.2 του Ν. 998/1979, ενώ αυτά ήσαν ψευδή, αφού δεν είχε επισυναφθεί σχετική πράξη χαρακτηρισμού αυτών για το χαρακτήρα τούτων ως δάσους ή δασικής έκτασης ούτε είχε επισυναφθεί οποιοδήποτε πιστοποιητικό της αρμόδιας Δασικής Υπηρεσίας για τη μορφή αυτών, ενώ, επιπλέον, ως ελέχθη, η έκταση στην Ουρανούπολη είχε ήδη χαρακτηριστεί ως δάσος. Τα άνω ψευδή περιστατικά μ…σαν να έχουν έννομες συνέπειες, αφού αποτελούσαν προϋπόθεση για την υπαγωγή των ακινήτων τούτων στη διάταξη του άρθρου 75 παρ.2 του Ν. 998/1979 και την εντεύθεν δυνατότητα παραχωρήσεως αυτών στη Μονή και μεταβολής της χρήσεως αυτών. Περαιτέρω, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του βουλεύματος η κατηγορουμένη τελούσε σε γνώση, ότι οι παραλίμνιες ως άνω εκτάσεις και η ίδια η λίμνη …-… δεν ανήκαν κατά κυριότητα στην προαναφερόμενη Μονή αλλά στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ, παράλληλα, η ίδια διέλαβε στα προμνημονευόμενα επτά (7) συμβόλαια εν γνώσει της ψευδή περιστατικά σε σχέση με ποιοτικά χαρακτηριστικά των ανταλλασσόμενων με αυτά ακινήτων, που μ…σαν να έχουν έννομες συνέπειες, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα και, συνεπώς, όφειλε να απόσχει από τη σύνταξη όλων των πιο πάνω συμβολαίων. Ειδικότερα, σχετικά με την πράξη αυτή, που αποδίδεται στην κατηγορουμένη Συμβολαιογράφο, το Συμβούλιο Εφετών στο προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού του, διέλαβε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τις ακόλουθες παραδοχές: “……περιήλθαν στη Ιερά Μονή … από τις ως άνω ανταλλαγές ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικής αξίας 15.713.492 ευρώ. Όμως, παρά τις ανωτέρω υποχρεώσεις της και παρά το γεγονός ότι γνώριζε, ότι η Μονή δεν ήταν κυρία των ως άνω παραλίμνιων εκτάσεων, η πιο πάνω κατηγορουμένη συμβολαιογράφος αποδέχθηκε να συμπεριληφθούν στα συμβόλαια αυτά ψευδείς δηλώσεις των εκπροσώπων της Μονής …, με τις οποίες η εν λόγω Μονή, όπως εκπροσωπείτο, δήλωσε, ότι κατά τον ως άνω χρόνο κατάρτισης των πιο πάνω συμβολαίων είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή των αναφερόμενων στα συμβόλαια παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης …, οι οποίες βρίσκονται στους όμορους Νομούς Ροδόπης και Ξάνθης, εμβαδού 25.000 στρεμμάτων, και οι οποίες περικλείουν και οριοθετούνται από τη λίμνη …,…. αναφέροντας στα συμβόλαια ως τίτλους κτήσεως της κυριότητας της, κτηθείσας δήθεν υπό το προϊσχύσαν δίκαιο (άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ), Χρυσόβουλους Λόγους των βυζαντινών αυτοκρατόρων Νικηφόρου Βοτανειάτου του έτους 1080, Ανδρόνικου Παλαιολόγου Γ’ του έτους 1329, Ιωάννου Παλαιολόγου του έτους 1357, του Ηγεμόνος Ιωάννου Ούγγλεση του έτους 1371, καθώς συνοδικά έγγραφα και σιγίλλια των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως (Πατριάρχη Νεοφύτου Ζ’ έτους 1791, Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ έτους 1808, Πατριάρχη Κωνστάντιου Α’ έτους 1835, Πατριάρχη Γρηγορίου Στ’ έτους 1839, Τοποτηρητή του Οικουμενικού Θρόνου Μητροπολίτη Προύσσης Δωρόθεου έτους 1919). Τα ως άνω ψευδή περιστατικά, αναγόμενα στους νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας της Μονής και την κυριότητα αυτής στις μεταβιβασθείσες παραλίμνιες εκτάσεις, μ…σαν να έχουν έννομες συνέπειες, καθόσον αποτελούσαν προϋπόθεση για τη νομιμότητα της ανταλλαγής των παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης …, ως ανηκουσών στην Ιερά Μονή …, με κοινόχρηστα εποικιστικά ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Παρ’ όλα αυτά, τις πιο πάνω ψευδείς κατά περιεχόμενο δηλώσεις των εκπροσώπων της Μονής, η κατηγορουμένη Α. Π., κατά παράβαση των ως άνω υποχρεώσεων της και του καθήκοντος που επέβαλε σ’ αυτή την αποχή από την επιχείρηση μη νομίμων πράξεων, αποδέχτηκε ως αληθείς και τις καταχώρισε στα συμβόλαια ανταλλαγής, με αποτέλεσμα να εμφανίσει σ’ αυτά τις παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης … ως ανήκουσες δήθεν κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στην Ιερά Μονή … και, ως εκ τούτου, νομίμως ανταλλασσόμενες με τις ανωτέρω εκτάσεις του Δημοσίου. Η κατηγορουμένη βεβαίωσε με πρόθεση τα ψευδή αυτά περιστατικά, που δηλώθηκαν από τους εκπροσώπους της Μονής …, με σκοπό να προσπορίσει αθέμιτο περιουσιακό όφελος στην Ιερά Μονή … από τη μεταβίβαση προς αυτήν των δημόσιων εποικιστικών ακινήτων που αντάλλαξε με τις παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης …, ως δήθεν ανήκουσες στη Μονή, και να βλάψει αντίστοιχα το Ελληνικό Δημόσιο, με την ελάττωση της περιουσίας του κατά την αξία των δημόσιων εποικιστικών ακινήτων που αντάλλαξε με τις τελευταίες αυτές εκτάσεις, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 15.713.492 ευρώ, το οποίο είναι μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ και υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, είναι δε πράγματι ιδιαίτερα μεγάλο. Η κατηγορουμένη, πράγματι, πέτυχε τον ως άνω σκοπό, ενόψει του ότι με τα παραπάνω συμβόλαια το Ελληνικό Δημόσιο μεταβίβασε στη Μονή … μέσω της ΚΕΔ, τα αναφερόμενα σ’ αυτά ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, διαχειριστικής αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με την έναντι τούτων αναγραφόμενη αξία. Η μεταβίβαση αυτή έγινε τυπικά λόγω ανταλλαγής, αλλά στην πραγματικότητα χαριστικά, χωρίς ισότιμο προς την αξία του μεταβιβασθέντος δικαιώματος κυριότητας οικονομικού ανταλλάγματος και την είσπραξη αντίστοιχων εσόδων από το Ελληνικό Δημόσιο, αφού η Μονή … δεν είχε, όπως ψευδώς βεβαιώθηκε στα συμβόλαια, νόμιμο τίτλο κτήσεως της κυριότητας των παραλιμνίων εκτάσεων της λιμνοθάλασσας …, τις οποίες εισέφερε κατά τη διαδικασία των ανταλλαγών. Κατά συνέπεια, τα ως άνω περιστατικά στοιχειοθετούν, όσον αφορά την Α. Π., την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό τον προσπορισμό σε άλλον αθεμίτου οφέλους σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, η δε ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο και η αντίστοιχη ωφέλεια της Μονής υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλη (φύλλα 535, 536)…..η Ιερά Μονή …, που φερόταν ως ιδιοκτήτρια της ανωτέρω λίμνης και των παραλίμνιων εκτάσεων αυτής, ουδέποτε είχε αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επ’ αυτής, οι δε Υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι γνωμοδοτήσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, δεν παρείχαν στη Μονή δικαίωμα εκποιήσεως των ως άνω ακινήτων. Την ίδια ως άνω γνώση είχε και η κατηγορουμένη συμβολαιογράφος Α. Π., λόγω της νομικής καταρτίσεως της και της ενασχόλησης της με τη σύνταξη των ως άνω συμβολαίων, αφού και η ίδια μελέτησε τα Χρυσόβουλα και το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης. Ειδικότερα, όλοι οι ως άνω κατηγορούμενοι γνώριζαν: 1) ότι το ιδιοκτησιακό ζήτημα της λίμνης αυτής είχε λυθεί με σαφήνεια και οριστικά με την υπ’ αριθμ. … σύμβαση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Ευθυμίου Ιατρίδου μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ιεράς Μονής …, που συνήφθη σε εκτέλεση του από 8/10-4-1924 Ν.Δ/τος (ΦΕΚ Α’ 82/10-04-24), και η οποία είναι αμφοτεροβαρής, κατ’ επιταγή νόμου, σύμβαση, με την οποία συμφωνήθηκε, σε αντάλλαγμα της οριστικής παραχωρήσεως και μεταβιβάσεως κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή από την Ιερά Μονή … προς το Ελληνικό Δημόσιο των αναφερομένων σ’ αυτή δύο μετοχιών της, του … και του …, η παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο στη Μονή … μόνον της “αποκλειστικής κατοχής” (και όχι της κυριότητας) “της εν Πορτολάγω Ξάνθης λίμνης … μετά των ιχθυοτροφείων αυτής των παρά την νησίδα και τα στόμια της λίμνης κειμένων (… και λοιπά) μετά των παραρτημάτων και εγκαταστάσεων αυτών, ως έχουν σήμερα με τα ανέκαθεν γνωστά όρια τούτων (δηλαδή των ιχθυοτροφείων), με το δικαίωμα της εκμεταλλεύσεως της ιχθυοτροφίας και ιχθυοπαραγωγής”, και μάλιστα ρητά καθορίστηκε, ότι η παραχώρηση της κατοχής της λίμνης στην Ιερά Μονή … αναφέρεται “εις μόνην την ιχθυοτροφική καλλιέργεια και εκμετάλλευση και πώληση της παραγωγής, του Δημοσίου διατηρούντος αμείωτα τα δημοσίου δικαίου δίκαια τα επί της λιμνοθαλάσσης και των ιχθυοτροφείων αυτής εν σχέσει προς τα δικαιώματα και εξουσίας εν γένει του Κράτους και της Διοικήσεως επί των Λιμνών, ιχθυοτροφείων και λοιπών, της παραχωρούμενης ιχθυοτροφικής εκμεταλλεύσεως ενεργηθησομένης δια τούτο κατά τους εκάστοτε ισχύοντες κανόνες Νόμων, Διαταγμάτων ή εγκυκλίων οδηγιών”, όρος που δηλώνει σαφώς ότι η συγκεκριμένη παραχώρηση δεν αφορά την κυριότητα, αφού γίνεται σαφής λόγος για διατήρηση από το Δημόσιο αμείωτων των “δημοσίου δικαίου” δικαίων (δικαιωμάτων), άρα και της κυριότητας, επί της λίμνης …, 2) ότι η κυριότητα του Δημοσίου επί της … και ο κοινόχρηστος και εκτός συναλλαγής χαρακτήρας της είχε επιβεβαιωθεί και με την υπ’ αριθμ. 41/1929 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας, που εκδόθηκε μεταξύ της Ιεράς Μονής … και του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είχε λύσει σαφώς το ιδιοκτησιακό ζήτημα υπέρ του Δημοσίου, αναγνωρίζοντας στη Μονή μόνο δικαίωμα κατοχής στη …, δεχόμενη στο σκεπτικό της, με ερμηνεία και του ΝΔ της 8.4.1924, ότι το Δημόσιο οφείλει να παραχωρήσει την κατοχή της λιμνοθάλασσας, όχι την κυριότητα, αφού οι λιμνοθάλασσες (όπως, με την απόφαση και αλλά και με την από 1.5.1922 αγωγή της Μονής χαρακτηρίζεται η …) είναι δημόσια περιουσία, μη δεκτικές κυριότητας αστικού δικαίου και ότι η … ανήκει στο Δημόσιο κατά “κυριότητα διοικητικού δικαίου” (δηλαδή στη δημόσια περιουσία του Κράτους, σε αντιδιαστολή προς την ιδιωτική περιουσία αυτού). Η ρητή αυτή αναφορά της απόφασης στην “κυριότητα” του Δημοσίου επί της λίμνης, στο πλαίσιο εφαρμογής του ν.δ. του 1924, αναιρεί πλήρως την αυθαίρετη ερμηνεία από τους ως άνω κατηγορουμένους του εν λόγω ν.δ/τος, ότι δηλαδή με αυτό ρυθμίστηκε μόνον η κατοχή της λίμνης, γιατί, δήθεν, η κυριότητα ήδη ανήκε στη Μονή, 3) ότι η κυριότητα του Δημοσίου επί της … και ο κοινόχρηστος και εκτός συναλλαγής χαρακτήρας της ως λιμνοθάλασσας είχε επιβεβαιωθεί και με την υπ’ αριθμ. 111/18.2.2000 γνωμοδότηση της Ολομέλειας του ΝΣΚ, σύμφωνα με την οποία η … είναι λιμνοθάλασσα, όπως ήδη είχε δεχτεί η υπ’ αριθμ. 41/1929 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, και υπάγεται στις διακρίσεις του Συντάγματος (άρθρο 18) και του Αστικού Κώδικα (άρθρο 970), όσον αφορά στην απόκτηση ιδιαιτέρων δικαιωμάτων επί κοινοχρήστων πραγμάτων, και υπό τον όρο ότι δεν αναιρείται η κοινή τους χρήση, ενώ ακόμη στη γνωμοδότηση αυτή γίνεται αναφορά περαιτέρω στη συναφθείσα κατά τα ανωτέρω σύμβαση του έτους 1930, δια της οποίας “Παραχωρείται από πλευράς του Ελληνικού Δημοσίου μόνον η ιχθυοτροφική καλλιέργεια, η εκμετάλλευση και η πώληση των παραγόμενων ιχθύων κ.λ.π., αφού τα υπόλοιπα επί της λιμνοθάλασσας δικαιώματα παραμένουν ακέραια στο Δημόσιο”, και εξάγεται, μεταξύ άλλων το συμπέρασμα ότι “η εν λόγω σύμβαση του 1930 δεν έχει ποτέ ρητά καταργηθεί …”. Πέραν αυτών, σε κάθε περίπτωση, κι αν ακόμη δεν είχε καταρτιστεί η ανωτέρω, κατ’ επιταγή του Νόμου συναφθείσα, σύμβαση, η επίκληση από την Ιερά Μονή … των ως άνω Χρυσόβουλων Λόγων στα συμβόλαια ανταλλαγής ως τίτλων κτήσεως κυριότητας της λιμνοθάλασσας … υπό το προϊσχύσαν δίκαιο – άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ – δεν ήταν νόμιμη, δεδομένου ότι, ουδόλως προκύπτει από το περιεχόμενο των ως άνω Χρυσόβουλων Λόγων, ότι με αυτούς παραχωρήθηκε στη Μονή … η λίμνη …, αφού, καθόσον αφορά στους τρεις πρώτους απ’ αυτούς, πέραν του ότι δεν γίνεται κάποια αναφορά στη λίμνη της …ς (…), σε ουδένα από τους Χρυσόβουλους αυτούς Λόγους, προσδιορίζεται η ταυτότητα, τα όρια και η επιφάνεια, των εδαφικών εκτάσεων, οι οποίες φαίνεται να παραχωρούνται στη Μονή, ούτε καν η θέση αυτών με βάση τα αναφερόμενα σ’ αυτούς τοπωνύμια, που ίσχυαν προ αιώνων, όπως “…”, “η γη …”, “του βου το πηγάδι” ή “…”, είναι δυνατόν να εξακριβωθεί και να ταυτοποιηθεί στο έδαφος, με αποτέλεσμα η αοριστία τους αυτή, ως προς την περιγραφή των εκτάσεων που αφορούν, να καθιστά τους εν λόγω τίτλους άκυρους και ανίσχυρους, ενώ, καθόσον αφορά στον τέταρτο Χρυσόβουλο Λόγο, ήτοι στον Χρυσόβουλο Λόγο του Σέρβου ηγεμόνα της περιοχής Ι. Δεσπότη Ούγγλεση του έτους 1371, στον οποίο και μόνον γίνεται αναφορά στη λίμνη της …ς (…), με αυτόν, όπως αναφέρθηκε, παραχωρήθηκε: “Το κατά την λίμνην της …ς ευρισκόμενον βιβάριον του αγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου, τέλειον και ολόκληρον μετά πάσης της αρχαίας προνομής και περιοχής αυτού και της εκ παντός γένους θαλαττίας αλιείας” (δηλαδή ιχθυοτροφείο στη λίμνη … που λέγεται [το ιχθυοτροφείο] του …, ακέραιο και ολόκληρο με την έκτασή του και τα παλιά δικαιώματά του και με το δικαίωμα της θαλασσινής αλιείας κάθε είδους ψαριού), και, συνεπώς, δεν παραχωρήθηκε στο σύνολό της και κατά πλήρη κυριότητα η λίμνη της “…ς” (…) και το ευρισκόμενο ιχθυοτροφείο (βιβάριο) με όλη την περιοχή του (εντός της οποίας περιλαμβάνονται οι παραλίμνιες εκτάσεις), όπως δηλώνεται από τη Μονή στα συμβόλαια. Εξάλλου, και τα αναφερόμενα εκκλησιαστικά έγγραφα [τακρίριο του Πατριάρχη Κων/πόλεως Νεόφυτου Ζ’ έτους 1791, Πατριαρχικό και Συνοδικό επικυρωτικό Γράμμα του Πατριάρχη Κων/πόλεως Γρηγορίου Ε’ της 17-8-1808, Επιστολή Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ προς το Μητροπολίτη Ξάνθης της 16-8-1808, Σιγίλλιο του Πατριάρχη Κων/πόλεως Κωνστάντιου Α’ έτους 1835, Σιγίλλιο του Πατριάρχη Κων/πόλεως Γρηγορίου Στ’, έτους 1839, Επιστολή του Τοποτηρητή του Οικουμενικού Θρόνου, 20 Δεκεμβρίου 1919 που αναφέρεται στις παραπάνω επιστολές του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ (17-8-1808)], όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, στηρίζονται σε παρερμηνεία των ως άνω Χρυσόβουλων Λόγων σύμφωνη με επιχειρήματα Βατοπεδινών μοναχών, και κυρίως του Χρυσόβουλου Λόγου του Ι. Ούγγλεση, καθόσον αφορά τις αναφορές τους στη λίμνη, αλλά και στο Περιθεώριο (φύλλα 686, 687, 688)….Καίτοι γνώριζε τούτο, η κατηγορουμένη Α. Π. αποδέχτηκε ως αληθείς τις πιο πάνω ψευδείς κατά περιεχόμενο δηλώσεις των εκπροσώπων της Μονής και τις καταχώρισε στα συμβόλαια, με αποτέλεσμα να εμφανίσει ψευδώς σ’ αυτά τη λίμνη … ως ανήκουσα δήθεν κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στην Ιερά Μονή …. Όμως, ενόψει της ενασχόλησής της με τη σύνταξη των συμβολαίων ανταλλαγής, της νομικής κατάρτισής της και της εμπειρίας της ως συμβολαιογράφου, και με βάση όλα τα ανωτέρω περιστατικά, η ως άνω κατηγορουμένη γνώριζε καλώς, ότι η Ιερά Μονή … δεν διέθετε νόμιμο τίτλο κτήσεως κυριότητας επί της ανωτέρω λιμνοθάλασσας … -…, κτηθείσας υπό το προϊσχύσαν δίκαιο (άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ) και, συνεπώς, ότι αυτή δεν ανήκε κατά κυριότητα στην ως άνω Μονή, αλλά ανήκει κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και, λόγω του χαρακτήρα της ως λιμνοθάλασσας και, σε κάθε περίπτωση, ως μεγάλης λίμνης, είναι κοινόχρηστη και εκτός συναλλαγής, με αποτέλεσμα τα θέματα σχετικά με την ιδιοκτησία, την εκμετάλλευση και τη διαχείριση αυτής να ρυθμίζονται με νόμο και όχι με Υπουργική Απόφαση (άρθρα 966, 967, 968 ΑΚ και 18 παρ. 2 του Συντάγματος).
Συνεπώς, η κατηγορουμένη γνώριζε, ότι οι δηλώσεις των εκπροσώπων της Μονής αντίκεινται στον ως άνω χαρακτήρα της λίμνης …, καθώς και στη γνωστή σ’ αυτή νομική και πραγματική κατάσταση της λίμνης (απόφαση ΣτΕ 41/1929, υπ’ αριθμ. … σύμβαση του Συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Ευθυμίου Ιατρίδου μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ιεράς Μονής …, που συνήφθη σε εκτέλεση του από 8/10-4-1924 Ν.Δ/τος, υπ’ αριθμ. 111/2000 Γνωμοδότηση Ολομ. Ν.Σ.Κ), αλλά και στο περιεχόμενο των ως άνω Χρυσόβουλων Λόγων, φωτογραφίες των οποίων της παραδόθηκαν από τους εκπροσώπους της Ιεράς Μονής … και από τους οποίους ουδόλως προέκυπτε παραχώρηση της κυριότητας της λίμνης στην εν λόγω Μονή. Κατά συνέπεια, η Α. Π. – Β. όφειλε να μην αποδεχθεί τις ανωτέρω δηλώσεις ως αληθείς και να απέχει από τη σύνταξη των συγκεκριμένων συμβολαίων, πράγμα που δεν έπραξε (φύλλο 692)….η κατηγορουμένη Α. Π. γνώριζε, όπως αναφέρθηκε, ότι η έκταση της Ουρανούπολης ήταν ήδη χαρακτηρισμένη ως δάσος, αφού στην υπ’ αριθμ. 147/18-10-1934 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής χαρακτηρίζεται ως “δάσος χθαμαλόν” (δάσος χαμηλής βλάστησης), με τη διευκρίνιση ότι εντός αυτού υπάρχουν μόνο 400 περίπου στρέμματα πεύκων και στο συμπληρωματικό πίνακα διανομής έτους 1971 της Επιτροπής Οριστικών Διανομών ως “δάσος κοινόχρηστον”, με αποτέλεσμα ο χαρακτηρισμός του συγκεκριμένου κοινόχρηστου τεμαχίου ως “δάσους” να είναι έγκυρος και δεσμευτικός και να αποκλείει την επανεξέταση από οποιοδήποτε αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 3147/2003. Σημειώνεται, ότι ο ως άνω επιθετικός προσδιορισμός του δάσους, στην προκειμένη περίπτωση, ως “χθαμαλού”, δηλαδή “χαμηλού ύψους”, δεν μπορεί να μεταβάλει τον χαρακτήρα της έκτασης ως δάσους και την υπαγωγή της στις δασικές εκτάσεις, αφού σύμφωνα με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 24 του Συντάγματος, αλλά και του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 998/1979 η διάκριση μεταξύ δάσους και δασικής έκτασης, δεν εξαρτάται από το ύψος της δασικής βλάστησης, αλλά από το ποσοστό της εδαφοκάλυψης. Παρ’ όλα αυτά, η κατηγορουμένη, μολονότι τελούσε σε γνώση, ότι το ανωτέρω υπ’ αριθμ. 1153 μθ διαθέσιμο τεμάχιο … του Δήμου Σταγείρων – Ακάνθου, εκτάσεως 8.608.430 τ.μ. ήταν δημόσιο κοινόχρηστο δάσος, κατά τη σύνταξη του υπ’ αριθμ. … συμβολαίου ανταλλαγής αυτού, ενεργώντας υπό την πιο πάνω ιδιότητά της και με τον ίδιο όπως παραπάνω σκοπό, καθ’ υπόδειξη και προτροπή των κατηγορουμένων Ε., Α.υ, Π. Π., Κ. Γ.υ και Γ. Μ.υ, αποδέχτηκε, επί πλέον της προαναφερθείσας υπ’ αριθμ. … γνωμοδότησης, να διαλάβει και να επισυνάψει στο συμβόλαιο αυτό, και την πιο πάνω δεύτερη υπ’ αριθμ. … ψευδή και εξυπηρετούσα τα συμφέροντα της Μονής ατομική Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης Χ. Μ.. Η κατηγορουμένη γνώριζε, ότι και η γνωμοδότηση αυτή είχε προκληθεί, επίσης, κατόπιν μεθοδευμένου ερωτήματος της κατηγορουμένης … προς τον ως άνω Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, και μετά από προσυνεννόηση με τους εκπροσώπους της Μονής …, προκείμενου να συμπεριληφθεί, επί πλέον της προαναφερθείσας υπ’ αριθμ…. γνωμοδότησης στο σχετικό συμβόλαιο ανταλλαγής του ως άνω ακινήτου, ενόψει του κατά τα ανωτέρω υφιστάμενου χαρακτηρισμού του ακινήτου αυτού ως δάσους (“δάσους χθαμαλού”, “δάσους κοινόχρηστου”). Όπως αναφέρθηκε, ο ανωτέρω Νομικός Σύμβουλος, ειδικά για το ακίνητο αυτό και δη “επί του ζητήματος της υπαγωγής του χαρακτηρισμού του υπ’ αριθμ. … με (… μετά από διόρθωση του συμβολαίου) διαθέσιμου ακινήτου ως δάσους χθαμαλού στην υπ’ αριθ. 147/1934 Απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής στην έννοια της δασικής έκτασης, και όχι του δάσους (δάσους χθαμαλού, δηλ. δάσους χαμηλής βλάστησης), όπως χαρακτηριζόταν στην πιο πάνω απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων”, γνωμοδότησε ότι “η χαρακτηρισθείσα ως δάσος χθαμαλόν, έκταση της Ουρανούπολης (με χαρακτηρισμό δηλαδή μη προβλεπόμενο από την δασική νομοθεσία) ή σε άλλο σημείο ως μη καλλιεργήσιμη έκταση, είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι σε καμία περίπτωση δεν έχει χαρακτηρισθεί ως δάσος αλλά το πολύ ως δασική έκταση”, καταλήγοντας ότι “χωρίς ουδεμία επιφύλαξη, έχω τη γνώμη ότι: Ι) το υπ’ αριθμ. … με διαθέσιμο ακίνητο έχει χαρακτηρισθεί ως δασική έκταση, II) ο χαρακτηρισμός αυτός από την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής αποκλείει την επανεξέταση της μορφής από οποιοδήποτε άλλο όργανο της Διοίκησης, III) ότι η ανωτέρω έκταση, σύμφωνα με το ως άνω προηγούμενο γνωμοδοτικό του έγγραφο (…), υπάγεται στη ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 75 του Ν. 998/1979”. Ακόμη, η κατηγορουμένη αποδέχθηκε να περιληφθούν στο πιο πάνω συμβόλαιο, εν γνώσει της ψευδείς σχετικές δηλώσεις των εκπροσώπων των συμβαλλομένων και να βεβαιώσει, έτσι, εν γνώσει της ψευδώς, κάνοντας ρητή αναφορά στην εν λόγω γνωμοδότηση, ότι το ανταλλασσόμενο αυτό κοινόχρηστο εποικιστικό ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου έχει χαρακτηριστεί από την ως άνω Επιτροπή Απαλλοτριώσεων ως δασική έκταση και ότι, ως εκ τούτου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/1979. Ειδικότερα, η κατηγορουμένη βεβαίωσε εν γνώσει της ψευδώς στο ανωτέρω συμβόλαιο τα εξής: “Σημειώνεται ότι: Τα υπό του Δημοσίου δια της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου μεταβιβαζόμενα οικόπεδα εμπίπτουν στην αγροτική νομοθεσία, η δε Ιερά Μονή επιφυλάσσεται κάθε δικαιώματός της να ζητήσει αρμοδίως και νομίμως την μεταβολή της χρήσεως. Γίνεται ειδική μνεία στα ακόλουθα:….Με το με αριθμό πρωτ. 2933/18-5-2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αντίγραφο του οποίου προσαρτάται στο παρόν, αποστέλλεται στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου η με αριθμ. 3225/17-05-2007 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αντίγραφο της οποίας προσαρτάται στο παρόν, η οποία εκδόθηκε μετά από το με αριθμ.πρωτ.2733/11-05-2007 σχετικό ερώτημα της Διεύθυνσης Πολιτικής Γής προς την Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος, αντίγραφο του οποίου προσαρτάται στο παρόν, το οποίο στη συνέχεια διαβιβάστηκε με το με αριθμ. πρωτ. 12339/17-05-2007 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αντίγραφο του οποίου προσαρτάται στο παρόν, στο Νομικό Σύμβουλο του Υπουργείου προς έκδοση της ως άνω Γνωμοδότησης. Η άνω Γνωμοδότηση διαβιβάστηκε με το με αριθ. πρωτ. 93381/1517/18-05-2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος στην Αρμόδια Διεύθυνση Δασών Χαλκιδικής. Σύμφωνα με την Γνωμοδότηση αυτή και τις σχετικές απόψεις των υπηρεσιών στο δια του παρόντος συμβολαίου ανταλλασσόμενο ακίνητο εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/79.
Συνεπώς κατ’ εφαρμογή της ως άνω παρ. 2 του άρθρου 75 του Ν. 998/79 το δια του παρόντος συμβολαίου ανταλλασσόμενο ακίνητο δίδεται σε αγροτική εκμετάλλευση και υπάγεται στην αγροτική και όχι στη δασική νομοθεσία”. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι η κατηγορουμένη Α. Π., παρακάμπτοντας το χαρακτήρα της έκτασης στην Ουρανούπολη ως δάσους και την έλλειψη χαρακτηρισμού των λοιπών εκτάσεων, προέβη την πράξη αυτή, με σκοπό να προσπορίσει αθέμιτο περιουσιακό όφελος στην Ιερά Μονή … και ταυτόχρονα να βλάψει παράνομα το Ελληνικό Δημόσιο, δίνοντας στη Μονή τη δυνατότητα, να αποκτήσει τα ως άνω ακίνητα ….Η γνώση της κατηγορουμένης Α. Π. για τη μορφή των ανωτέρω εκτάσεων προκύπτει από το γεγονός ότι στις επισυναφθείσες και μνημονευόμενες στα υπ’ αριθμ. …, … και … συμβόλαια ανταλλαγής, αντίστοιχες εκθέσεις εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών (ΣΟΕ), που συντάχθηκαν για τα ακίνητα στην Ουρανούπολη, στο … και στο Λαύριο, καθώς και στην αλληλογραφία της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που επίσης, μνημονεύεται στο υπ’ αριθμ. … συμβόλαιο ανταλλαγής, περιγράφεται η μορφή των εκτάσεων από άποψη δασικής κάλυψης και ειδικότερα προέκυπτε, ότι η μεν έκταση της Ουρανούπολης είχε ήδη χαρακτηριστεί ως δάσος, οι δε λοιπές εκτάσεις είχαν μορφολογικά χαρακτηριστικά που παρέπεμπαν σε δάσος. χωρίς να υπάρχει επίσημος χαρακτηρισμός αυτών. Έτσι. ενδεικτικά, στην υπ’ αριθμ. … έκθεση εκτίμησης της έκτασης στο … αναφέρεται ότι “Πευκοδάση καλύπτουν το 1/5 της όλης έκτασης, ενώ κέδρα, πουρνάρια και σχίνα καλύπτουν την υπόλοιπη έκταση….Δεν μας προσκομίστηκε επίσημος χαρακτηρισμός από το αρμόδιο Δασαρχείο. Κατά τη γνώμη μας ολόκληρη η έκταση είναι δασικού χαρακτήρα”. Επίσης, στην υπ’ αριθμ. … έκθεση εκτίμησης της έκτασης στην περιοχή του Δήμου Λαυρίου Ν. Αττικής, θέση …, αναφέρεται “Η έκταση χαρακτηρίζεται από φυτοκάλυψη (πεύκα, πουρνάρια κ.λ.π.)”. Τα παραπάνω ενισχύονται και από το γεγονός ότι η κατηγορουμένη συμβολαιογράφος δέχθηκε να καταχωρίσει και τις δύο μεθοδευμένες και ψευδείς γνωμοδοτήσεις του Χ. Μ., τις οποίες οι συμβαλλόμενοι προσκόμισαν, προκειμένου να επιστηρίξουν τις σχετικές ψευδείς δηλώσεις τους, ότι δηλαδή, εφόσον τα ακίνητα αυτά παρουσιάζουν μια μορφή δασικής κάλυψης, υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 75 παρ.2 του ν. 998/1979, παρακάμπτοντας σκοπίμως την αρμοδιότητα του δασάρχη (φύλλα 700, 701, 702, 703)….Και στην περίπτωση αυτή, η Α. Π., μολονότι τελούσε σε γνώση, ενόψει της νομικής της κατάρτισης και της εμπειρίας της ως συμβολαιογράφου, ότι η Ιερά Μονή … δεν διέθετε νόμιμο τίτλο κτήσεως κυριότητας, κτηθείσας υπό το προϊσχύσαν δίκαιο -άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ-, της λίμνης … – …, και ότι, συνεπώς, αυτή δεν ανήκε κατά κυριότητα στην ως άνω Μονή, αλλά ανήκε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και λόγω του χαρακτήρα της ως λιμνοθάλασσας και σε κάθε περίπτωση μεγάλης λίμνης ήταν κοινόχρηστη και εκτός συναλλαγής, και συνεπώς, τα σχετικά με την ιδιοκτησία, την εκμετάλλευση και διαχείριση αυτής ρυθμίζονται με νόμο, από τον οποίο μόνο, όπως αναφέρει η σχετική συνταγματική διάταξη, και όχι με Υπουργική Απόφαση είναι δυνατόν να ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με την ιδιοκτησία, την εκμετάλλευση των λιμνοθαλασσών και των μεγάλων λιμνών, στις οποίες εμπίπτει η … (966, 967, 968 ΑΚ και 18 παρ. 2 του Συντάγματος), παρ’ όλα αυτά, ενεργώντας κατά παράβαση των ως άνω υποχρεώσεων της, αποδέχθηκε να προχωρήσει στη σύνταξη των σχετικών συμβολαίων ανταλλαγής και κατά τη σύνταξη αυτών να εμφανίσει ψευδώς στα συμβόλαια τη λιμνοθάλασσα …-… ως ανήκουσα δήθεν κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στη Μονή, αποδεχόμενη, ειδικότερα, να συμπεριληφθεί στα ως άνω συμβόλαια ψευδής δήλωση των εκπροσώπων της Μονής περί αποκλειστικής κυριότητας αυτής στη λίμνη …, δυνάμει τίτλων χρονολογούμενων από αιώνων και δη των πιο πάνω Χρυσόβουλων Λόγων βυζαντινών αυτοκρατόρων και ξένων ηγεμόνων, αν και γνώριζε, ότι οι ως άνω δηλώσεις ήσαν αντίθετες στη γνωστή σ’ αυτή νομική και πραγματική κατάσταση της εν λόγω λιμνοθάλασσας (απόφαση ΣτΕ 41/1929, υπ’ αριθμ. … σύμβαση του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Ευθυμίου Ιατρίδου μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ιεράς Μονής …, που συνήφθη σε εκτέλεση του από 8/10-4-1924 Ν.Δ/τος (ΦΕΚ Α’ 82/10-04-24, υπ’ αριθμ. 111/2000 Γνωμοδότηση Ολομ. Ν.Σ.Κ), αλλά και στο περιεχόμενο των ως άνω Χρυσόβουλων Λόγων, φωτογραφίες των οποίων παραδόθηκαν σ’ αυτή από τη Μονή και από τους οποίους ουδόλως προέκυπτε παραχώρηση της κυριότητας της λίμνης στην Ιερά Μονή … και, ως εκ τούτου, όφειλε να μην τις αποδεχθεί ως αληθείς και να απέχει από τη σύνταξη των συγκεκριμένων συμβολαίων. Στην πράξη αυτή προέβη η κατηγορουμένη Α. Π., με σκοπό να προσπορίσει στην Ιερά Μονή … αθέμιτο περιουσιακό όφελος, δίνοντας σ’ αυτή τη δυνατότητα να ανταλλάξει τη λιμνοθάλασσα …, ως ανήκουσα δήθεν κατά κυριότητα σ’ αυτή, με ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, και να βλάψει, αντίστοιχα, παράνομα την περιουσία του Δημοσίου, με την ελάττωση αυτής κατά την αξία των εποικιστικών ακινήτων που θα αντάλλασσε με τη Μονή … (φύλλα 775, 776)…..Όπως αναφέρθηκε, με τη σύνταξη των συμβολαίων ανταλλαγής της λίμνης …, η κατηγορουμένη Α. Π., πέτυχε, όπως αποσκοπούσε, να προσπορίσει αθέμιτο περιουσιακό όφελος στην Ιερά Μονή … και να βλάψει, αντίστοιχα, την περιουσία του Δημοσίου, τουλάχιστον κατά το συνολικό ποσό των 205.521.081 ευρώ. Πέραν των ανωτέρω, όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, η κατηγορουμένη Α. Π. στα υπ’ αριθμ. 2823, 2819, 2814, 2820, 2821, 2822, 2825/2007 συμβόλαια ανταλλαγής βεβαίωσε ψευδή περιστατικά, αναγόμενα στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ανταλλαγέντων με τα ανωτέρω συμβόλαια επτά (7) ακινήτων, τα οποία αποτελούσαν προϋπόθεση για την υπαγωγή των ακινήτων αυτών στο άρθρο 75 παρ. 2 του ν. 998/1979. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη Α. Π., τελούσε σε γνώση, ότι από τα μεταβιβαζόμενα με τα ως άνω συμβόλαια κοινόχρηστα εποικιστικά ακίνητα του Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, το μεν υπ’ αριθμ. … διαθέσιμο τεμάχιο …, του Δήμου Σταγείρων- Ακάνθου, εκτάσεως 8.608.430 τ.μ., ήταν δημόσιο κοινόχρηστο δάσος, αφού η έκταση αυτή στην υπ’ αριθμ. 147/18-10-1934 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής χαρακτηρίζεται ως “δάσος χθαμαλόν” (δάσος χαμηλής βλάστησης) εντός του οποίου υπάρχουν μόνο 400 περίπου στρέμματα πεύκων, και στο συμπληρωματικό πίνακα διανομής έτους 1971 της Επιτροπής Οριστικών Διανομών ως “δάσος κοινόχρηστον”, έννοιες που βρίσκονται σε αντιστοιχία με την έννοια του δάσους, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 3147/2003 ο χαρακτηρισμός αυτός να είναι δεσμευτικός και να αποκλείει την επανεξέταση από οποιοδήποτε αρμόδιο όργανο, με περαιτέρω συνέπεια το ακίνητο αυτό να υπάγεται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και, ως εκ τούτου, να μην μπορεί να δοθεί για αγροτική εκμετάλλευση, κατ’ εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/1979. Επίσης, γνώριζε, ότι όλα τα υπόλοιπα ακίνητα ήσαν κοινόχρηστες εποικιστικές εκτάσεις, οι οποίες, όμως, έφεραν δασική κάλυψη και για την παραχώρηση αυτών στη Μονή, στο πλαίσιο της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/1979, απαιτούντο ως προϋποθέσεις, αφενός μεν ο σκοπός της παραχωρήσεως να συνίσταται στην αγροτική εκμετάλλευση, αφετέρου δε θα έπρεπε να φέρουν το χαρακτήρα δασικής έκτασης (και όχι δάσους) και, επί πλέον, να μην έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες. Παρ’ όλα αυτά, η κατηγορουμένη Α. Π. αποδέχθηκε, κατά τη σύνταξη των συμβολαίων ανταλλαγής των ως άνω ακινήτων, να εμφανίσει αυτά στα συμβόλαια ως εποικιστικές δασικές εκτάσεις υπαγόμενες στις ρυθμίσεις του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/79 και ως προς τις επιτρεπτές σ’ αυτές επεμβάσεις στις διατάξεις της αγροτικής και όχι της δασικής νομοθεσίας, παρακάμπτοντας το χαρακτήρα της έκτασης της Ουρανούπολης ως δάσους και την έλλειψη χαρακτηρισμού των λοιπών εκτάσεων. Συγκεκριμένα, επισύναψε στα ανωτέρω επτά συμβόλαια και έκανε ρητή αναφορά σ’ αυτά της υπ’ αριθμ. … ατομικής γνωμοδότησης του Χ. Μ., με την οποία ο εν λόγω Νομικός Σύμβουλος γνωμοδότησε σχετικά με την υπαγωγή των προοριζόμενων προς ανταλλαγή ακινήτων, που παρουσιάζουν μια μορφή δασικής κάλυψης, όπως τα παραπάνω, στο ρυθμιστικό πλαίσιο της παρ. 2 του αρθρ. 75 του Ν. 998/79, ότι “τα ακίνητα αυτά, και αν ακόμα δεν έχουν καθαρά αγροτικό χαρακτήρα, εφόσον παρουσιάζουν μία μορφή δασικής έκτασης υπάγονται στην άνω ρύθμιση του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/1979”, με το αναλυτικό σκεπτικό που εκτέθηκε αναλυτικώς παραπάνω. Όμως, η γνωμοδότηση αυτή προκλήθηκε κατόπιν μεθοδευμένων ερωτημάτων της κατηγορουμένης … προς τον ανωτέρω κατηγορούμενο Χ. Μ., Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, που υπηρετούσε τότε στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, και μετά από προσυνεννόηση με τους εκπροσώπους της Μονής …, σε γνώση και του Γενικού Γραμματέα του ΥΑΤΤ Κ. Σ., προκειμένου να συμπεριληφθεί στα σχετικά συμβόλαια ανταλλαγής κοινόχρηστων εποικιστικών εκτάσεων του Δημοσίου, αρμοδιότητας του ως άνω Υπουργείου, τμήματα των οποίων έφεραν δασική κάλυψη και παρείχαν υπόνοιες δασούς, χωρίς να υπάρχει επίσημος χαρακτηρισμός αυτών, καθώς και αυτής στην Ουρανούπολη, η οποία ήταν κοινόχρηστο δάσος. Επίσης, η κατηγορουμένη Α. Π. αποδέχθηκε να περιληφθούν στα συντασσόμενα απ’ αυτή συμβόλαια εν γνώσει της αντίστοιχες ψευδείς δηλώσεις των εκπροσώπων των συμβαλλομένων, συμφώνου περιεχομένου προς αυτό της ως άνω γνωμοδότησης και δή, αφενός μεν ότι οι ανταλλασσόμενες εκτάσεις του Δημοσίου έχουν δυνατότητα αγροτικής εκμετάλλευσης, δεδομένου ότι διά της ανταλλαγής η Μονή θα αποξενωθεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος τέτοιας εκμετάλλευσης και ότι τα ακίνητα αυτά αποδίδονται στη Μονή από το Δημόσιο (Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων) για αγροτική εκμετάλλευση, αφετέρου δε ότι, εφόσον φέρουν μια μορφή δασικής κάλυψης, υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/79, όπως εκτίθεται στην ως άνω υπ’ αριθμ. … γνωμοδότηση και συνεπώς υπάγονται στην αγροτική και όχι στη δασική νομοθεσία….Ωστόσο, τόσο η κατηγορουμένη συμβολαιογράφος, όσο και ο…..γνώριζαν, ότι το αληθές ήταν, αφενός μεν ότι στην πιο πάνω ΚΥΑ δεν είχε αναφερθεί, ούτε και προέκυπτε από κάποιες ειδικές περιστάσεις, ότι οι ανταλλασσόμενες εκτάσεις του Δημοσίου, εφόσον παρουσίαζαν μία μορφή δασικής κάλυψης, θα είχαν δυνατότητα αγροτικής εκμετάλλευσης, ούτε άλλωστε είχε αναφερθεί στην ως άνω Κ.Υ.Α η αγροτική εκμετάλλευση από τη Μονή ως σκοπός μεταβιβάσεως σ’ αυτήν διαθέσιμων ακινήτων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αφετέρου δε, ότι για τις ανωτέρω εκτάσεις αυτές, οι οποίες, σύμφωνα με τη γενόμενη περιγραφή αυτών, που ήταν γνωστή στη συμβολαιογράφο, στις συνοδεύουσες τα συμβόλαια αντίστοιχες εκθέσεις εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών (ΣΟΕ), οι οποίες μνημονεύονται και στα σχετικά συμβόλαια, παρουσίαζαν δασική κάλυψη, δεν είχε επισυναφθεί σχετική πράξη χαρακτηρισμού αυτών για το χαρακτήρα αυτών ως δάσους ή δασικής έκτασης, ούτε είχε επισυναφθεί οποιοδήποτε πιστοποιητικό της αρμόδιας• Δασικής Υπηρεσίας για τη μορφή αυτών, ενώ, επί πλέον η έκταση στην Ουρανούπολη είχε ήδη χαρακτηριστεί ως δάσος……Επί πλέον, όσον αφορά το ακίνητο στην Ουρανούπολη, εκτάσεως 8.608.430 τ.μ., η κατηγορουμένη Α. Π., μολονότι τελούσε σε γνώση ότι το ως άνω ακίνητο ήταν δημόσιο κοινόχρηστο δάσος αποδέχθηκε κατά τη σύνταξη του υπ’ αριθμ. … συμβολαίου ανταλλαγής του ακινήτου αυτού, επί πλέον της προαναφερθείσας υπ’ αριθμ. … Γνωμοδότησης, να διαλάβει και να επισυνάψει σ’ αυτό και την υπ’ αριθμ. … ψευδή και εξυπηρετούσα τα συμφέροντα της Μονής ατομική Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης Χ. Μ., με την οποία ο εν λόγω Νομικός Σύμβουλος γνωμοδότησε, ειδικά για το ακίνητο αυτό, ότι “η χαρακτηρισθείσα ως δάσος χθαμαλόν, έκταση της Ουρανούπολης (με χαρακτηρισμό δηλαδή μη προβλεπόμενο από την δασική νομοθεσία) ή σε άλλο σημείο ως μη καλλιεργήσιμη έκταση, είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι σε καμία περίπτωση δεν έχει χαρακτηρισθεί ως δάσος, αλλά το πολύ ως δασική έκταση” καταλήγοντας ότι “χωρίς ουδεμία επιφύλαξη, έχει τη γνώμη ότι: Ι) το υπ’ αριθμ. 1 193 με διαθέσιμο ακίνητο έχει χαρακτηρισθεί ως δασική έκταση, II) ο χαρακτηρισμός αυτός από την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής αποκλείει την επανεξέταση της μορφής από οποιοδήποτε άλλο όργανο της Διοίκησης, III) ότι η ανωτέρω έκταση, σύμφωνα με το ως άνω προηγούμενο γνωμοδοτικό του έγγραφο (…), υπάγεται στη ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 75 του Ν. 998/1979”. Επίσης, η κατηγορουμένη Α. Π. αποδέχθηκε να περιληφθούν στο συγκεκριμένο συμβόλαιο, εν γνώσει της αντίστοιχες ψευδείς δηλώσεις των εκπροσώπων των συμβαλλομένων και να βεβαιώσει, έτσι, εν γνώσει της ψευδώς, κάνοντας ρητή αναφορά στην εν λόγω Γνωμοδότηση, ότι το ανταλλασσόμενο αυτό κοινόχρηστο εποικιστικό ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου έχει χαρακτηριστεί από την ως άνω Επιτροπή Απαλλοτριώσεων ως δασική έκταση και ότι ως εκ τούτου συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/1979. Όμως, τόσο η συμβολαιογράφος Α. Π., όσο και ο ….γνώριζαν, ότι και η ως άνω υπ’ αριθμ. … Γνωμοδότηση είχε προκληθεί, κατόπιν μεθοδευμένου ερωτήματος της κατηγορουμένης υπαλλήλου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων … προς τον ως άνω Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, και μετά από προσυνεννόηση με τους εκπροσώπους της Μονής …, προκειμένου να συμπεριληφθεί, επί πλέον της προαναφερθείσας υπ’ αριθμ. … Γνωμοδότησης, στο ανωτέρω συμβόλαιο ανταλλαγής του ως άνω ακινήτου, ενόψει του υφιστάμενου χαρακτηρισμού του ακινήτου αυτού ως δάσους (“δάσους χθαμαλού”, “δάσους κοινόχρηστου”)….Επίσης, αμφότεροι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι γνώριζαν, ότι το αληθές ήταν ότι η έκταση αυτή ήταν ήδη χαρακτηρισμένη ως δάσος, αφού στην υπ’ αριθμ. 147/18-10-1934 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής χαρακτηρίζεται ως “δάσος χθαμαλόν” (δάσος χαμηλής βλάστησης), με τη διευκρίνιση ότι εντός αυτού υπάρχουν μόνο 400 περίπου στρέμματα πεύκων και στο συμπληρωματικό πίνακα διανομής έτους 1971 της Επιτροπής Οριστικών Διανομών ως “δάσος κοινόχρηστον”, με αποτέλεσμα ο χαρακτηρισμός του συγκεκριμένου κοινόχρηστου τεμαχίου ως “δάσους” να είναι έγκυρος και δεσμευτικός και να αποκλείει την επανεξέταση από οποιοδήποτε αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 3147/2003, ο δε επιθετικός προσδιορισμός του δάσους, στην προκειμένη περίπτωση, ως “χθαμαλού”, δηλαδή “χαμηλού ύψους” δεν μπορεί να μεταβάλει το χαρακτήρα της έκτασης ως δάσους και την υπαγωγή της στις δασικές εκτάσεις, αφού σύμφωνα με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 24 του Συντάγματος, αλλά και του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 998/1979, η διάκριση μεταξύ δάσους και δασικής έκτασης, δεν εξαρτάται από το ύψος της δασικής βλάστησης, αλλά από το ποσοστό της εδαφοκάλυψης (φύλλα 778, 779, 780, 781, 782, 783)….ειδικότερα, ο…..και η Α. Π. γνώριζαν, επίσης, ότι αρμόδιος για το χαρακτηρισμό των εκτάσεων που έφεραν δασική κάλυψη ήταν ο δασάρχης, από τον οποίο δεν είχε γίνει σχετική πράξη χαρακτηρισμού, και όχι βεβαίως ο Νομικός Σύμβουλος του ΥΑΑΤ Χ. Μ.ς, από τον οποίο οι μοναχοί ζήτησαν την έκδοση μεθοδευμένων γνωμοδοτήσεων, κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε, γεγονός που βεβαίως γνώριζαν οι εν λόγω δύο κατηγορούμενοι (φύλλο 850)….Στην Αθήνα, στις 21-12-2005 και 12-4-2006, η ως άνω κατηγορουμένη Α. Π., με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος με την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α’του ΠΚ, δηλαδή συμβολαιογράφος Αθηνών, στα καθήκοντα της οποίας ανάγεται η σύνταξη δημοσίων εγγράφων και στην προκείμενη περίπτωση συμβολαιογραφικών πράξεων, έχοντας την υποχρέωση να απέχει από τη σύνταξη πράξης που αντίκειται στο νόμο και τα χρηστά ήθη (άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 2830/2000 “Κώδικας Συμβολαιογράφων”), οφείλοντας συνακόλουθα να αρνείται τη βεβαίωση στο συμβόλαιο ψευδών στοιχείων, τα οποία δηλούνται από τους συμβαλλόμενους και τα οποία είναι γνωστά σ: αυτή και, ακόμη, να ασκεί τα καθήκοντα της ευσυνειδήτως και αμερολήπτως, να εξηγεί κατά τη σύνταξη των συμβολαιογραφικών πράξεων στους δικαιοπρακτούντες τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν και τα δικαιώματα που έχουν από τις πράξεις που καταρτίζονται και να διαπιστώνει, ότι αυτοί γνωρίζουν τα αποτελέσματα των πράξεων αυτών (παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου), και, ως εκ τούτου, ήταν αρμόδια να βεβαιώνει στα συμβόλαια θέματα έχοντα σχέση με τους τίτλους κτήσεως των μεταβιβαζόμενων με αυτά ακινήτων και ενώ, επίσης, λόγω της ως άνω ιδιότητας της οι υπεύθυνοι της ΚΕΔ και οι εκπρόσωποι της Μονής Ε. και Α.ς, κατόπιν συμφωνίας τους και ύστερα από υπόδειξη του Δ. Π., είχαν αναθέσει σ’ αυτή τη σύνταξη των συμβολαίων ανταλλαγής, που αυτή (ΚΕΔ) ανέλαβε και πραγματοποίησε προς εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 3822/25-1-2005 Απόφασης του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με την οποία αποφασίστηκε να ανατεθεί στην ΚΕΔ η διαδικασία ανταλλαγής των παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης …, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ως ανηκουσών δήθεν στην Ιερά Μονή …, με άλλα ακίνητα εκτός των Νομών Ξάνθης και Ροδόπης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η εν λόγω κατηγορουμένη με πρόθεση βεβαίωσε στα παρακάτω συνταχθέντα από αυτή συμβόλαια ανταλλαγής εν γνώσει της ψευδή περιστατικά, τα οποία δηλώθηκαν από τους συμβαλλομένους και τα οποία μ…σαν να έχουν έννομες συνέπειες, δηλαδή περιστατικά αναγόμενα στους νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας της Μονής και την κυριότητα αυτής στις παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης …, τα οποία είχαν έννομη επιρροή, αφού αποτελούσαν προϋπόθεση για τη νομιμότητα της ανταλλαγής των παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης …, ως ανηκουσών στην Ιερά Μονή …, με κοινόχρηστα εποικιστικά ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με σκοπό να προσπορίσει στη Μονή … αθέμιτο περιουσιακό όφελος και να βλάψει, αντίστοιχα, παρανόμως την περιουσία του Δημοσίου, κατά την αξία των τελευταίων αυτών ακινήτων. Πιο συγκεκριμένα, κατά τους παραπάνω χρόνους, και ενώ γνώριζε, ενόψει της νομικής κατάρτισής της, της εμπειρίας της ως συμβολαιογράφου και της ενασχόλησης της με τη σύνταξη των συγκεκριμένων συμβολαίων, ότι η Ιερά Μονή … δεν διέθετε νόμιμο τίτλο κτήσεως κυριότητας, κτηθείσας υπό το προϊσχύσαν δίκαιο (άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ), των παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης …, οι οποίες, στο πλαίσιο εκτελέσεως της υπ’ αριθμ. 3822/25-1-2005 Απόφασης του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και σε υλοποίηση της υπ’ αριθμ. 25/18-11-2005 απόφασης του ΔΣ της ΚΕΔ, αποφασίστηκε να ανταλλαγούν, ως δήθεν ανήκουσες κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας νομής και: κατοχής στην Ιερά Μονή …, με εποικιστικά ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η ως άνω κατηγορουμένη, ενεργώντας κατά παράβαση των πιο πάνω σαφών υποχρεώσεων της, αποδέχτηκε να προχωρήσει στη σύνταξη των παρακάτω συμβολαίων ανταλλαγής και κατά τη σύνταξη αυτών να εμφανίσει εν γνώσει της ψευδώς στα συμβόλαια τις παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης … ως ανήκουσες δήθεν κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στην Ιερά Μονή …, αποδεχόμενη, ειδικότερα, να συμπεριληφθούν στα συμβόλαια αυτά ψευδείς δηλώσεις των εκπροσώπων της συμβαλλόμενης Μονής, με τις οποίες η τελευταία, όπως εκπροσωπείτο, δήλωσε, ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως των σχετικών συμβολαίων είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της τις παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης … τις κείμενες στους όμορους Νομούς Ροδόπης και Ξάνθης, οι οποίες τελικώς μεταβιβάστηκαν, αντίστοιχα, με τα εν λόγω συμβόλαια, εμβαδού 25.000 στρεμμάτων, και οι οποίες περικλείουν και οριοθετούνται από τη λίμνη …, αρχίζουν δε νότια από το βορεινό άκρο του οικισμού … και συνεχίζουν βορειοδυτικά προς τον οικισμό …, μετά ακολουθούν την ανατολική πλευρά της λίμνης, έξω από τους οικισμούς …, …. …, συνεχίζουν προς βορρά νότια του Κ. και μετά ακολουθούν προς νότο τη δυτική πλευρά της λίμνης …, έξω από τους οικισμούς Σ. και …, όπου και τερματίζουν, όπως οι εκτάσεις αυτές περιγράφονται στο από 24-10-2005 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Ν. Γ. Κ., το οποίο εκπονήθηκε μετά νεωτέρα καταμέτρηση βάσει του από 12-12-2001 σχεδιαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού Δ. Β., παρουσιάζοντας στα συγκεκριμένα αυτά συμβόλαια της, ως τίτλους κτήσεως της κυριότητας της Μονής, κτηθείσας δήθεν υπό το προϊσχύσαν δίκαιο (άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ), Χρυσόβουλους Λόγους των βυζαντινών αυτοκρατόρων Νικηφόρου Βοτανειάτου του έτους 1080, Ανδρόνικου Παλαιολόγου Γ’ του έτους 1329, Ιωάννου Παλαιολόγου του έτους 1357, του Ηγεμόνος Ιωάννου Ούγγλεση του έτους 1371, καθώς συνοδικά έγγραφα και σιγίλλια των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως (Πατριάρχης Νεόφυτος Ζ’ έτους 1791, Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ έτους 1808, Πατριάρχης Κωνστάντιος Α1 έτους 1835, Πατριάρχης Γρηγόριος Στ’ έτους 1839, ο Τοποτηρητής του Οικουμενικού Θρόνου Μητροπολίτης Προύσσης Δωρόθεος έτους 1919) αν και γνώριζε, ότι από τους τίτλους αυτούς δεν αποδεικνυόταν παραχώρηση της κυριότητας των συγκεκριμένων εκτάσεων στην Ιερά Μονή …, επί πλέον δε, οι ως άνω δηλώσεις δεν συμφωνούσαν με τη διαμορφωθείσα από την έκδοση τους και κατά τη διάρκεια εκατονταετιών κρατούσα κατά το κρίσιμο χρόνο καταρτίσεως των συμβολαίων νομική και πραγματική κατάσταση των παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης …, αλλά και με τις οποιεσδήποτε δεσμεύσεις ή περιορισμούς σε σχέση με τη χρήση και το χαρακτήρα των ακινήτων (διανομές, αναδασμοί, αρχαιολογικοί χώροι κ.λ.π.)….Παρ’ όλα αυτά, η ως άνω κατηγορουμένη αποδέχτηκε τις ψευδείς αυτές δηλώσεις των εκπροσώπων της Μονής ως αληθείς, δεχόμενη να περιληφθούν στα συμβόλαια, αν και γνώριζε καλώς, σε συνδυασμό και με τη γνωστή σ’ αυτή νομική και πραγματική κατάσταση για τη λίμνη …, όλα τα ανωτέρω και ειδικότερα την ανυπαρξία κυριότητας της Μονής επί των ως άνω εκτάσεων, λόγω και της εξόφθαλμης αοριστίας των επικαλούμενων από τη Μονή ως άνω εγγράφων ως προς την περιγραφή των ακινήτων που αφορούν, η οποία αοριστία ήταν καταφανώς αντιληπτή από τη λεκτική διατύπωση του περιεχομένου τους και την οποία η κατηγορουμένη αντιλήφθηκε, πράγματι, λόγω και της ιδιότητάς της ως συμβολαιογράφου. Τα πιο πάνω ψευδή περιστατικά μ…σαν, πράγματι, να έχουν έννομες συνέπειες, δεδομένου ότι με αυτά εμφανιζόταν η Μονή … να έχει στην κυριότητά της τις ανωτέρω παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης …, γεγονός που αποτελούσε προϋπόθεση για τη νομιμότητα της ανταλλαγής των εν λόγω παραλίμνιων εκτάσεων, ως ανηκουσών στην Ιερά Μονή …, με κοινόχρηστα εποικιστικά ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Στις πράξεις αυτές προέβη η κατηγορουμένη με σκοπό να προσπορίσει αθέμιτο περιουσιακό όφελος στην Ιερά Μονή … από τη μεταβίβαση προς αυτή των δημόσιων εποικιστικών ακινήτων, που τελικώς αντηλλάγησαν με τις παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης …, ως δήθεν ανήκουσες στη Μονή, και να βλάψει, αντίστοιχα, παρανόμως το Ελληνικό Δημόσιο με την ελάττωση της περιουσίας του κατά την αξία των δημόσιων εποικιστικών ακινήτων, τα οποία αντάλλαξε με τις παραλίμνιες εκτάσεις, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 15.713.492 ευρώ. (φύλλα 906, 907, 908, 909)…..Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 26-4-2007 έως 17-7-2008, η ως άνω κατηγορουμένη Α. Π., με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος,….με πρόθεση βεβαίωσε στα παρακάτω αναφερόμενα συμβόλαια ανταλλαγής, που αυτή συνέταξε, εν γνώσει της ψευδή περιστατικά, τα οποία δηλώθηκαν από τους συμβαλλομένους και τα οποία μ…σαν να έχουν έννομες συνέπειες, δηλαδή περιστατικά αναγόμενα, αφενός μεν στους νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας της Μονής και την κυριότητα αυτής στη λίμνη …-…, τα οποία είχαν έννομη επιρροή, αφού αποτελούσαν προϋπόθεση για τη νομιμότητα της ανταλλαγής της λιμνοθάλασσας … – …, ως ανήκουσας στην 1MB, με κοινόχρηστα εποικιστικά ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αφετέρου δε στα ποιοτικά χαρακτηριστικά ορισμένων από τα ως άνω ανταλλαγέντα ακίνητα του Δημοσίου, τα οποία, επίσης, ασκούσαν έννομη επιρροή, αφού αποτελούσαν προϋπόθεση για την υπαγωγή των μεταβιβαζόμενων με τα συμβόλαια αυτά από το Ελληνικό Δημόσιο στην Ιερά Μονή … ακινήτων στο ρυθμιστικό πλαίσιο του άρθρου 75 παρ. 2 Ν. 998/1979, με σκοπό να προσπορίσει στη Μονή … αθέμιτο περιουσιακό όφελος και να βλάψει, αντίστοιχα, παρανόμως την περιουσία του Δημοσίου, κατά την αξία των τελευταίων αυτών ακινήτων, που ανέρχεται τουλάχιστον στο συνολικό ποσό των 205.125.874 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Πιο συγκεκριμένα: 1. Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, μολονότι τελούσε σε γνώση, ενόψει της νομικής κατάρτισής της, της εμπειρίας της ως συμβολαιογράφου και της ενασχόλησής της με τη σύνταξη των συμβολαίων ανταλλαγής, ότι η Ιερά Μονή … δεν διέθετε νόμιμο τίτλο κτήσεως κυριότητας, κτηθείσας υπό το προϊσχύσαν δίκαιο (άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ), της λίμνης … – …, η οποία, στο πλαίσιο εκτελέσεως της ανωτέρω υπ’ αριθμ. 16651/2006 Κοινής Υπουργικής Απόφασης του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, και σε υλοποίηση της υπ’ αριθμ. 10/07/Εα18/27-3-2007 αποφάσεως του ΔΣ της ΚΕΔ, αποφασίστηκε να ανταλλαγεί, ως δήθεν ανήκουσα στην Ιερά Μονή … του Αγίου Όρους κατά πλήρες και αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας, με κοινόχρηστα εποικιστικά ακίνητα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, και ότι, συνεπώς, η εν λόγω λίμνη δεν ανήκε κατά κυριότητα στην ως άνω Μονή, αλλά, αντιθέτως, ανήκε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και λόγω του χαρακτήρα της ως λιμνοθάλασσας και, σε κάθε περίπτωση, ως μεγάλης λίμνης, έχει κοινόχρηστο και εκτός συναλλαγής χαρακτήρα, τα σχετικά με την ιδιοκτησία, την εκμετάλλευση και διαχείριση της οποίας ρυθμίζονται με νόμο, από τον οποίο και μόνο (και όχι με Υπουργική Απόφαση), όπως ρητά αναφέρει η ως άνω συνταγματική διάταξη, είναι δυνατόν να ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με την ιδιοκτησία, την εκμετάλλευση των λιμνοθαλασσών και των μεγάλων λιμνών, στις οποίες εμπίπτει η … (άρθρα 966, 967, 968 ΑΚ και 18 παρ. 2 του Συντάγματος), παρ’ όλα αυτά, η εν λόγω κατηγορουμένη, ενεργώντας κατά παράβαση των ως άνω υποχρεώσεων της, αποδέχτηκε να προχωρήσει στη σύνταξη των παρακάτω συμβολαίων ανταλλαγής και, κατά τη σύνταξη αυτών, να εμφανίσει εν γνώσει της ψευδώς στα εν λόγω συμβόλαια τη λιμνοθάλασσα … ως δήθεν ανήκουσα κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στη Μονή, αποδεχόμενη, ειδικότερα, να συμπεριληφθούν στα ως άνω συμβόλαια ψευδείς δηλώσεις των εκπροσώπων της Μονής, με τις οποίες αυτή, όπως εκπροσωπείτο, δήλωσε, ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως των ως άνω συμβολαίων είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της την κείμενη στους νομούς Ξάνθης και Ροδόπης λίμνη …, συνολικής επιφανείας σαράντα οκτώ χιλιάδων (48.000) στρεμμάτων, αναφέροντας στα συμβόλαια, ως τίτλους κτήσεως της κυριότητας της, κτηθείσας δήθεν υπό το προϊσχύσαν δίκαιο (άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ), Χρυσόβουλους Λόγους των βυζαντινών αυτοκρατόρων Νικηφόρου Βοτανειάτου του έτους 1080, Ανδρόνικου Παλαιολόγου Γ’ του έτους 1329, Ιωάννου Παλαιολόγου του έτους 1357, του Ηγεμόνος Ιωάννου Ούγγλεση του έτους 1371, καθώς συνοδικά έγγραφα και σιγίλλια των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως (Πατριάρχη Νεόφυτο Ζ’ έτους 1791, Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ έτους 1808, Πατριάρχη Κωνστάντιου Α’ έτους 1835, Πατριάρχη Γρηγορίου ΣΤ’ έτους 1839, Τοποτηρητή του Οικουμενικού Θρόνου Μητροπολίτη Προύσσης Δωρόθεου έτους 1919). Τις πιο πάνω δηλώσεις, οι οποίες ήσαν ψευδείς κατά περιεχόμενο, η ως άνω κατηγορουμένη αποδέχτηκε ως αληθείς και τις περιέλαβε στα συμβόλαια, αν και γνώριζε,-ότι αντέκειντο στον ως άνω χαρακτήρα της λίμνης … και στη γνωστή σ’ αυτή νομική και πραγματική κατάσταση της (απόφαση ΣτΕ 41/1929, υπ’ αριθμ. … σύμβαση του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Ευθυμίου Ιατρίδου μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ιεράς Μονής …, που συνήφθη σε εκτέλεση του από 8/10-4-1924 Ν.Δ/τος (ΦΕΚ Α’ 82/10-04-24, υπ’ αριθμ. 111/2000 Γνωμοδότηση Ολομ. Ν.Σ.Κ), αλλά και σ’ αυτό το περιεχόμενο των ως άνω Χρυσόβουλων Λόγων, φωτογραφίες των οποίων της παραδόθηκαν από τους εκπροσώπους της Ιεράς Μονής … και από τους οποίους ουδόλως αποδεικνυόταν η παραχώρηση της κυριότητας της λίμνης στην εν λόγω Μονή και, συνεπώς, η κατηγορουμένη όφειλε να μην τις αποδεχθεί ως αληθείς και να απέχει από τη σύνταξη των σχετικών συμβολαίων, αφού η αλήθεια, την οποία η ως άνω κατηγορουμένη γνώριζε, ήταν, ότι η φερόμενη στα ως άνω συμβόλαια ως αποκλειστική κυρία της εν λόγω λιμνοθάλασσας Μονή δεν ήταν κυρία αυτής (φύλλα 912, 913, 914)…..Τα πιο πάνω ψευδή περιστατικά μ…σαν να έχουν έννομες συνέπειες, δεδομένου ότι με αυτά εμφανιζόταν η Μονή … να έχει στην κυριότητα της τη λίμνη …, γεγονός που αποτελούσε προϋπόθεση για τη νομιμότητα της ανταλλαγής αυτής, ως ανήκουσας στην Ιερά Μονή …, με κοινόχρηστα εποικιστικά ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Στην πράξη αυτή προέβη η ως άνω κατηγορουμένη με σκοπό να προσπορίσει στην Ιερά Μονή … αθέμιτο περιουσιακό όφελος, δίνοντας σ’ αυτή τη δυνατότητα να ανταλλάξει τη λιμνοθάλασσα …, ως ανήκουσα δήθεν κατά κυριότητα σ: αυτή, με ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, και να βλάψει, αντίστοιχα, παρανόμως την περιουσία του Δημοσίου, με την ελάττωση της κατά την αξία των εποικιστικών ακινήτων που αντάλλαξε με τη Μονή …, ανερχόμενη, τουλάχιστον στο ποσό των 205.125.874 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο (φύλλο 917)….Πέραν των ανωτέρω ψευδών βεβαιώσεων σε όλα προαναφερόμενα συμβόλαια, η ως άνω κατηγορουμένη Α. Π., στην Αθήνα, κατά το μερικότερο χρονικό διάστημα από 9-5-2007 έως 22-5-2007, στο πλαίσιο της ίδιας ως άνω υπό στοιχ. Β πράξης αυτής, ενεργώντας με τον ίδιο ως άνω σκοπό, στα υπ’ αριθμ. …, …, …, …, …, … και … συμβόλαια ανταλλαγής βεβαίωσε, εν γνώσει της, και άλλα, επί πλέον, ψευδή περιστατικά, αναγόμενα στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των μεταβιβαζομένων με αυτά ακινήτων του Δημοσίου, τα οποία μ…σαν και αυτά να έχουν έννομες συνέπειες, αφού αποτελούσαν προϋπόθεση για την υπαγωγή των μεταβιβαζόμενων με τα συμβόλαια αυτά από το Ελληνικό Δημόσιο στην Ιερά Μονή … ακινήτων στο ρυθμιστικό πλαίσιο του άρθρου 75 παρ. 2 Ν. 998/1979 και τη δυνατότητα, εντεύθεν, παραχωρήσεως αυτών στη Μονή και μεταβολής της χρήσεως τους. Ειδικότερα: α) Η πιο πάνω κατηγορουμένη, μολονότι, σχετικά με τα μεταβιβαζόμενα από το Δημόσιο προς τη Μονή με τα ως άνω συμβόλαια κοινόχρηστα εποικιστικά ακίνητα, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, τελούσε σε γνώση i) ότι το υπ’ αριθμ. … διαθέσιμο τεμάχιο “…” Ουρανούπολης του Δήμου Σταγείρων-Ακάνθου, εκτάσεως 8.608.430 τ.μ., που μεταβιβάστηκε με το υπ’ αριθμ. … συμβόλαιο (και στη συνέχεια επαναμεταβιβάστηκε με το υπ’ αριθμ. … συμβόλαιο), ήταν δημόσιο κοινόχρηστο δάσος, αφού η έκταση αυτή στην υπ’ αριθμ. 147/18-10-1934 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής χαρακτηρίζεται ως “δάσος χθαμαλόν” (δάσος χαμηλής βλάστησης), εντός του οποίου υπάρχουν μόνο 400 περίπου στρέμματα πεύκων, και στο συμπληρωματικό πίνακα διανομής έτους 1971 της Επιτροπής Οριστικών Διανομών ως “δάσος κοινόχρηστον”, έννοιες που βρίσκονται σε αντιστοιχία με την έννοια του δάσους, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 3147/2003, ο χαρακτηρισμός αυτός να είναι δεσμευτικός και να αποκλείει την επανεξέταση από οποιοδήποτε αρμόδιο όργανο ως προς τη μορφή του εν λόγω ακινήτου, με περαιτέρω συνέπεια το ακίνητο αυτό να υπάγεται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και, κατ’ άρθρο μεν 45 του Ν. 998/79, να μην είναι επιτρεπτή κάθε επέμβαση σ’ αυτό, είτε για τη μεταβολή του προορισμού του και τη διάθεση της καλυπτόμενης από αυτό επιφάνειας γης για άλλες χρήσεις, είτε για την εντός αυτού εκτέλεση έργων ή δημιουργία εγκαταστάσεων, κατ’ άρθρο δε 46 παρ. 1 του ίδιου νόμου, να απαγορεύεται η εκχέρσωση του προς απόδοση σε αγροτική οιασδήποτε φύσεως καλλιέργεια, με εξαίρεση τις αναφερόμενες στην ίδια παράγραφο περιπτώσεις που αφορούν το Δημόσιο, γεωργικούς συνεταιρισμούς ή φυσικά πρόσωπα ασκούντα κατά κύριο επάγγελμα το του γεωργού ή ομάδες τούτων και, ως εκ τούτου, να μην μπορεί να δοθεί για αγροτική εκμετάλλευση, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν.998/1979, με την οποία ορίζεται ότι “Κοινόχρηστοι δασικαί εκτάσεις ως και διαθέσιμοι τοιαύται του αγροτικού Κωδικός δύνανται να αποδοθούν εις την αγροτικήν εκμετάλλευσιν ή να διατεθούν προς εκπλήρωσιν των υπό του κεφαλαίου ΣΤ’ του παρόντος ή άλλων ειδικών νόμων τασσομένων σκοπών (τουριστική αξιοποίηση, κατασκευή πνευματικών κέντρων και παντός είδους εγκαταστάσεων εξυπηρετουσών πολιτιστικές εκδηλώσεις, εγκατάσταση ορισμένου είδους βιομηχανιών, ανέγερση κτισμάτων προαγόντων τον τουρισμό και την εθνική οικονομία, κ.λ.π.) διά πράξεως του κατά περίπτωσιν αρμοδίου οργάνου, εκδιδομένης μετά προηγουμένην γνώμην του νομαρχιακού συμβουλίου δασών, κρίνοντος περί της τυχόν ενδεικνυομένης κηρύξεως αυτών ως αναδασωτέων” και να αλλάξει έτσι ο προορισμός του ως κοινόχρηστου δάσους, και ii)ότι όλα τα λοιπά ακίνητα ήσαν κοινόχρηστες εποικιστικές εκτάσεις φέρουσες δασική κάλυψη, για την παραχώρηση των οποίων στη Μονή, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/1979, απαιτούντο ως προϋποθέσεις, αφενός μεν ο σκοπός της παραχωρήσεως να συνίσταται στην αγροτική εκμετάλλευση, αφετέρου δε να φέρουν το χαρακτήρα δασικής έκτασης (και όχι δάσους) και να μην έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες, παρ’ όλα αυτά, η εν λόγω κατηγορουμένη αποδέχθηκε κατά τη σύνταξη των παραπάνω συμβολαίων ανταλλαγής των εν λόγω ακινήτων, να εμφανίσει αυτά στα συμβόλαια ως εποικιστικές δασικές εκτάσεις, υπαγόμενες στις ρυθμίσεις του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/79 και, ως προς τις επιτρεπτές σ’ αυτές επεμβάσεις, στις διατάξεις της αγροτικής και όχι της δασικής νομοθεσίας, παρακάμπτοντας το χαρακτήρα της έκτασης της Ουρανούπολης ως δάσους και την έλλειψη χαρακτηρισμού των λοιπών εκτάσεων. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη Α. Π.: 1) επεσύναψε σε όλα τα παραπάνω συμβόλαια, κάνοντας σχετική ρητή αναφορά σ’ αυτά, την υπ’ αριθμ. … ατομική γνωμοδότηση του κατηγορουμένου Χ. Μ., Νομικού Συμβούλου του Κράτους στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ψευδή κατά περιεχόμενο, η οποία, όμως, είχε προκληθεί κατόπιν μεθοδευμένων ερωτημάτων της κατηγορουμένης … προς τον ανωτέρω κατηγορούμενο Χ. Μ. και μετά από προσυνεννόηση με τους εκπροσώπους της Μονής …, προκειμένου, ακριβώς, να συμπεριληφθεί στα παραπάνω συμβόλαια ανταλλαγής εκείνων των κοινόχρηστων εποικιστικών εκτάσεων του Δημοσίου, αρμοδιότητας του ως άνω Υπουργείου, τμήματα των οποίων έφεραν δασική κάλυψη και παρείχαν υπόνοιες δάσους, χωρίς να υπάρχει επίσημος χαρακτηρισμός αυτών, καθώς και της έκτασης στην Ουρανούπολη, που ήταν κοινόχρηστο δάσος, και με την οποία γνωμοδότηση ο εν λόγω Νομικός Σύμβουλος, σχετικά με την υπαγωγή των προοριζόμενων προς ανταλλαγή ακινήτων, που παρουσίαζαν μια μορφή δασικής κάλυψης, όπως τα παραπάνω, στο ρυθμιστικό πλαίσιο της παρ. 2 του αρθρ. 75 του Ν. 998/79, γνωμοδότησε, ότι “τα ακίνητα αυτά. και αν ακόμα δεν έχουν καθαρά αγροτικό χαρακτήρα, εφόσον παρουσιάζουν μία μορφή δασικής έκτασης, υπάγονται στην άνω ρύθμιση του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/1979)”, αφού δέχτηκε στο σκεπτικό της γνωμοδότησής του, ότι “η αποφασισθείσα με την υπ’ αριθμ. 16651/26-7-2006 Κοινή Υπουργική Απόφαση ανταλλαγή της λίμνης … -…, ανηκούσης κατά κυριότητα στην Ιερά Μονή … με διαθέσιμα ακίνητα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ως δικαιοπραξία, ενόψει των διατάξεων που ρυθμίζουν αυτή και των οποίων γίνεται επίκληση στην ως άνω ΚΥΑ και του επικαλούμενου στην ίδια Κ. Υ.Α. σκοπού, που συνίσταται στην διά της αποκτήσεως υπό του Δημοσίου της κυριότητας των λιμνών εξασφάλιση της ορθής διαχείρισης τους, την αύξηση της παραγωγικότητας και την υλοποίηση των δυνατοτήτων για την ανάπτυξη οικολογικού και παραδοσιακού τουρισμού, πρέπει να εκτιμηθεί υπό το βάρος των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης ανταλλαγής όπως αυτές προκύπτουν από το σχετικό φάκελο, κατά τις οποίες έχει συνομολογηθεί ότι οι ανταλλασσόμενες εκτάσεις του Δημοσίου θα έχουν τουλάχιστον τα ίδια ποιοτικά χαρακτηριστικά με τη λίμνη ως προς την δυνατότητα αγροτικής εκμετάλλευσης, δεδομένου ότι η Μονή θα αποξενωθεί χάριν του Δημοσίου τέτοιας εκμετάλλευσης”, και 2) αποδέχθηκε να περιληφθούν στα συνταχθέντα ως άνω συμβόλαια εν γνώσει της ψευδείς δηλώσεις των εκπροσώπων των συμβαλλομένων, συμφώνου περιεχομένου προς αυτό της ως άνω γνωμοδότησης και δή, αφενός μεν, ότι οι ανταλλασσόμενες εκτάσεις του Δημοσίου έχουν δυνατότητα αγροτικής εκμετάλλευσης, δεδομένου ότι διά της ανταλλαγής η Μονή θα αποξενωθεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος τέτοιας εκμετάλλευσης, και ότι τα ακίνητα αυτά αποδίδονται στη Μονή από το Δημόσιο (Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων) για αγροτική εκμετάλλευση, αφετέρου δε, ότι, εφόσον φέρουν μια μορφή δασικής κάλυψης, υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/79, όπως εκτίθεται στην ως άνω υπ’ αριθμ. … γνωμοδότηση, και, συνεπώς, υπάγονται στην αγροτική και όχι στη δασική νομοθεσία. Όμως, τα παραπάνω περιστατικά ήσαν ψευδή, καθόσον η αλήθεια, την οποία γνώριζε η ως άνω κατηγορουμένη, ήταν αφενός μεν ότι στην πιο πάνω ΚΥΑ δεν είχε αναφερθεί, ούτε και προέκυπτε από κάποιες ειδικές περιστάσεις, ότι οι ανταλλασσόμενες εκτάσεις του Δημοσίου, εφόσον παρουσίαζαν μία μορφή δασικής κάλυψης, θα είχαν δυνατότητα αγροτικής εκμετάλλευσης, ούτε άλλωστε είχε αναφερθεί στην ως άνω Κ.Υ.Α η αγροτική εκμετάλλευση από τη Μονή ως σκοπός μεταβίβασης σ’ αυτήν διαθέσιμων ακινήτων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αφετέρου δε, ότι για τις εκτάσεις αυτές, οι οποίες, σύμφωνα με τη γενόμενη περιγραφή αυτών στις συνοδεύουσες τα συμβόλαια αντίστοιχες εκθέσεις εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών (ΣΟΕ), οι οποίες μνημονεύονται και στα σχετικά συμβόλαια και άρα ήταν γνωστή στην κατηγορουμένη, παρουσίαζαν δασική κάλυψη, δεν είχε επισυναφθεί σχετική πράξη χαρακτηρισμού αυτών για το χαρακτήρα αυτών ως δάσους ή δασικής έκτασης, ούτε είχε επισυναφθεί οποιοδήποτε πιστοποιητικό της αρμόδιας Δασικής Υπηρεσίας για τη μορφή αυτών, ενώ, επί πλέον, η έκταση στην Ουρανούπολη είχε ήδη χαρακτηριστεί ως δάσος. Τα ως άνω ψευδή περιστατικά μ…σαν να έχουν έννομες συνέπειες, αφού αποτελούσαν προϋπόθεση για την υπαγωγή των μεταβιβαζόμενων με τα συμβόλαια αυτά από το Ελληνικό Δημόσιο στην Ιερά Μονή … ακινήτων στο ρυθμιστικό πλαίσιο του άρθρου 75 παρ. 2 Ν. 998/1979 και τη δυνατότητα, εντεύθεν, παραχωρήσεως αυτών στη Μονή και μεταβολής της χρήσεως αυτών (φύλλα 927, 928, 929, 930)….Στην πράξη αυτή προέβη, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η κατηγορουμένη Α. Π., με σκοπό να προσπορίσει αθέμιτο περιουσιακό όφελος στην Ιερά Μονή … και ταυτόχρονα να βλάψει παράνομα το Ελληνικό Δημόσιο, δίνοντας σ’ αυτή τη δυνατότητα, να αποκτήσει τα ως άνω ακίνητα, αξίας 175.403.368 ευρώ, ως εποικιστικές δασικές εκτάσεις, οι οποίες δήθεν είχαν τη δυνατότητα αγροτικής εκμετάλλευσης και υπάγονταν στις ρυθμίσεις της διάταξης του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/79 και, ως προς τις επιτρεπτές επεμβάσεις, στις διατάξεις της αγροτικής και όχι της δασικής νομοθεσίας, παρακάμπτοντας το χαρακτήρα της έκτασης στην Ουρανούπολη ως δάσους και την έλλειψη χαρακτηρισμού των λοιπών εκτάσεων και, παράλληλα, διευκολύνοντας τη Μονή, να δρομολογήσει στο μέλλον την υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/1979 και μετά από αλλαγή της χρήσης τους (αρθρ. 13 παρ. 2Β3 Ν. 1734/1987) αξιοποίηση αυτών για τουριστικούς και άλλους σκοπούς σύμφωνα με τις διαδικασίες του κεφαλαίου ΣΤ του Ν. 998/1979, και τις ειδικές διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας προς εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών και επενδυτικών σχεδιασμών της Μονής. β) Πέραν των ανωτέρω, στις 22-5-2007, η ως άνω κατηγορουμένη Α. Π., στο πλαίσιο της ίδιας ως άνω….πράξης αυτής, ενεργώντας με τον ίδιο, όπως παραπάνω, σκοπό, ενώ τελούσε σε γνώση, ότι το υπ’ αριθμ. 1153 μθ διαθέσιμο τεμάχιο “…” Ουρανούπολης του Δήμου Σταγείρων-Ακάνθου, εκτάσεως 8.608.430 τ.μ., ήταν δημόσιο κοινόχρηστο δάσος, κατά τα προαναφερόμενα, παρ’ όλα αυτά αποδέχτηκε κατά τη σύνταξη του υπ’ αριθμ. … συμβολαίου ανταλλαγής του ακινήτου αυτού, να διαλάβει και να επισυνάψει σ’ αυτό, πέραν της προαναφερθείσας υπ’ αριθμ. … γνωμοδότησης, και την υπ’ αριθμ. … έτερη ψευδή και εξυπηρετούσα τα συμφέροντα της Μονής ατομική Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης Χ. Μ., η οποία, όμως, όπως γνώριζε, είχε και αυτή προκληθεί, όπως και η πρώτη, κατόπιν μεθοδευμένου ερωτήματος της κατηγορουμένης … προς τον ως άνω Νομικό Σύμβουλο του Κράτους Χ. Μ. και μετά από προσυνεννόηση με τους εκπροσώπους της Μονής …, προκειμένου να συμπεριληφθεί, επί πλέον της προαναφερθείσας υπ’ αριθμ. … γνωμοδότησης αυτού, στο πιο πάνω συμβόλαιο ανταλλαγής του ως άνω ακινήτου, ενόψει του κατά τα ανωτέρω υφιστάμενου ήδη χαρακτηρισμού του ακινήτου αυτού ως δάσους (“δάσους χθαμαλόν”, “δάσος κοινόχρηστον”), και με την οποία ο εν λόγω Νομικός Σύμβουλος, ειδικά για το ακίνητο αυτό, και δη “επί του ζητήματος της υπαγωγής του χαρακτηρισμού του υπ’ αριθμ. …με (… μετά από διόρθωση του συμβολαίου) διαθέσιμου ακινήτου ως δάσους χθαμαλού στην υπ’ αριθ. 147/1934 Απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής στην έννοια της δασικής έκτασης και όχι του δάσους (δάσους χθαμαλού, δηλ. δάσους χαμηλής βλάστησης), όπως χαρακτηριζόταν στην πιο πάνω απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων”, γνωμοδότησε ότι “η χαρακτηρισθείσα ως δάσος χθαμαλόν έκταση της Ουρανούπολη (με χαρακτηρισμό δηλαδή μη προβλεπόμενο από την δασική νομοθεσία) ή σε άλλο σημείο ως μη καλλιεργήσιμη έκταση, είναι πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι σε καμία περίπτωση δεν έχει χαρακτηρισθεί ως δάσος αλλά το πολύ ως δασική έκταση” καταλήγοντας ότι “χωρίς ουδεμία επιφύλαξη, έχω τη γνώμη ότι: Ι) το υπ’ αριθμ. …με διαθέσιμο ακίνητο έχει χαρακτηρισθεί ως δασική έκταση, II) ο χαρακτηρισμός αυτός από την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής αποκλείει την επανεξέταση της μορφής από οποιοδήποτε άλλο όργανο της Διοίκησης, III) ότι η ανωτέρω έκταση, σύμφωνα με το ως άνω προηγούμενο γνωμοδοτικό του έγγραφο (…), υπάγεται στη ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 75 του Ν. 998/1979”, και. ακόμη, να περιληφθούν στο ίδιο ως άνω συμβόλαιο εν γνώσει της αντίστοιχες ψευδείς σχετικές δηλώσεις των εκπροσώπων των συμβαλλομένων και, έτσι, να βεβαιώσει εν γνώσει της ψευδώς, κάνοντας ρητή αναφορά στην εν λόγω γνωμοδότηση, ότι το ανταλλασσόμενο αυτό κοινόχρηστο εποικιστικό ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου έχει χαρακτηριστεί από την ως άνω Επιτροπή Απαλλοτριώσεων ως δασική έκταση και ότι, ως εκ τούτου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/1979, ενώ το αληθές, γεγονός το οποίο αυτή γνώριζε, ήταν ότι η έκταση αυτή είχε, πράγματι, χαρακτηριστεί ως δάσος, αφού στην υπ’ αριθμ. 147/18-10-1934 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής χαρακτηρίζεται ως “δάσος χθαμαλόν” (δάσος χαμηλής βλάστησης), με τη διευκρίνιση, ότι εντός αυτού υπάρχουν μόνο 400 περίπου στρέμματα πεύκων, και στο συμπληρωματικό πίνακα διανομής έτους 1971 της Επιτροπής Οριστικών Διανομών ως “δάσος κοινόχρηστον”, με αποτέλεσμα ο χαρακτηρισμός του συγκεκριμένου κοινόχρηστου τεμαχίου ως “δάσους” να είναι έγκυρος και δεσμευτικός και να αποκλείει την επανεξέταση από οποιοδήποτε αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 3147/2003, ο δε επιθετικός προσδιορισμός του δάσους στην προκείμενη περίπτωση ως “χθαμαλού”, δηλαδή “χαμηλού ύψους”, δεν μπορεί να μεταβάλει τον χαρακτήρα της έκτασης ως δάσους και την υπαγωγή της στις δασικές εκτάσεις, αφού, σύμφωνα με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 24 του Συντάγματος, αλλά και του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 998/1979, η διάκριση μεταξύ δάσους και δασικής έκτασης, δεν εξαρτάται από το ύψος της δασικής βλάστησης, αλλά από το ποσοστό της εδαφοκάλυψης. Ειδικότερα, η κατηγορουμένη βεβαίωσε εν γνώσει της ψευδώς στο υπ’ αριθμ. … συμβόλαιο ανταλλαγής, κάνοντας ρητή αναφορά στην ως άνω γνωμοδότηση, και αποδεχόμενη να περιληφθούν σ’ αυτό εν γνώσει της ψευδείς δηλώσεις των συμβαλλομένων, τα εξής: “Σημειώνεται ότι: Τα υπό τον Δημοσίου δια της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου μεταβιβαζόμενα οικόπεδα εμπίπτουν στην αγροτική νομοθεσία, η δε Ιερά Μονή επιφυλάσσεται κάθε δικαιώματος της να ζητήσει αρμοδίως και νομίμως την μεταβολή της χρήσεως. Γίνεται ειδική μνεία στα ακόλουθα: Με το με αριθμό πρωτ. 2933/18-5-2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης τον Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αντίγραφο του οποίου προσαρτάται στο παρόν, αποστέλλεται στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου η με αριθμ. … Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αντίγραφο της οποίας προσαρτάται στο παρόν, η οποία εκδόθηκε μετά από το με αριθμ. πρωτ. 2733/11-05-2007 σχετικό ερώτημα της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης προς την Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος, αντίγραφο του οποίου προσαρτάται στο παρόν, το οποίο στη συνέχεια διαβιβάστηκε με το με αριθμ. πρωτ. 12339/17-05-2007 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αντίγραφο του οποίου προσαρτάται στο παρόν, στο Νομικό Σύμβουλο του Υπουργείου προς έκδοση της ως άνω Γνωμοδότησης. Η άνω Γνωμοδότηση διαβιβάστηκε με το με αριθ. πρωτ. 93381/1517/18-05-2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος στην Αρμόδια Διεύθυνση Δασών Χαλκιδικής. Σύμφωνα με την Γνωμοδότηση αυτή και τις σχετικές απόψεις των υπηρεσιών στο δια του παρόντος συμβολαίου ανταλλασσόμενο ακίνητο εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/79.
Συνεπώς, κατ’ εφαρμογή της ως άνω παρ. 2 του άρθρου 75 του Ν. 998/79 το δια τον παρόντος συμβολαίου ανταλλασσόμενο ακίνητο δίδεται σε αγροτική εκμετάλλευση και υπάγεται στην αγροτική και όχι στη δασική νομοθεσία”. Τα ως άνω ψευδή περιστατικά μ…σαν να έχουν έννομες συνέπειες, αφού αποτελούσαν προϋπόθεση για την υπαγωγή του ανωτέρω ακινήτου στο ρυθμιστικό πλαίσιο του άρθρου 75 παρ. 2 Ν. 998/1979 και τη δυνατότητα, εντεύθεν, παραχωρήσεως αυτού στη Μονή και μεταβολής ακολούθως της χρήσεώς του. Στην πράξη αυτή προέβη η ως άνω κατηγορουμένη με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στην Ιερά Μονή … και να βλάψει, αντιστοίχως, παρανόμως την περιουσία του Δημοσίου, δίνοντας τη δυνατότητα στη Μονή να αποκτήσει το ως άνω ακίνητο, η αξία του οποίου ανέρχεται στο ποσό των 33.994.059 ευρώ, ως εποικιστική δασική έκταση που έχει τη δυνατότητα αγροτικής εκμετάλλευσης, υπαγόμενη ως εκ τούτου στις ρυθμίσεις της διάταξης του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/79 και, ως προς τις επιτρεπτές επεμβάσεις, στις διατάξεις της αγροτικής και όχι της δασικής νομοθεσίας, παρακάμπτοντας το χαρακτήρα της έκτασης στην Ουρανούπολη ως δάσους (δάσους χθαμαλού, δάσους κοινόχρηστου), που απέκλειε τη μεταβολή του προορισμού του και τη διάθεση της καλυπτόμενης από αυτό επιφάνειας γης για άλλες χρήσεις και την εκχέρσωση του προς απόδοση σε αγροτική οιασδήποτε φύσεως καλλιέργεια, διευκολύνοντας παράλληλα τη Μονή, να δρομολογήσει στο μέλλον την υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 75 παρ. 2 του Ν. 998/1979 και μετά από αλλαγή της χρήσης αυτής (αρθρ. 13παρ. 2Β3 Ν. 1734/1987) αξιοποίηση της για τουριστικούς και άλλους σκοπούς, σύμφωνα με τις διαδικασίες του κεφαλαίου ΣΤ του Ν. 998/1979, και τις ειδικές διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας προς εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών και επενδυτικών σχεδιασμών της Μονής. Έτσι, λοιπόν, με την κατάρτιση από την κατηγορουμένη Α. Π. όλων των παραπάνω συμβολαίων ανταλλαγής ιδανικών μεριδίων της λίμνης …-… με ακίνητα του Δημοσίου και τις περιεχόμενες σ’ αυτά ως άνω ψευδείς βεβαιώσεις αυτής, περιήλθαν στη Μονή … ακίνητα του Δημοσίου συνολικής αξίας, τουλάχιστον, 205.125.874 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο (φύλλα 934, 935, 936, 937)”. Έτσι, εφόσον, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του βουλεύματος, η πιο πάνω κατηγορουμένη τελούσε σε γνώση όλων των ανωτέρω ψευδών περιστατικών, που καταχώρησε στα συμβόλαια αυτά και περαιτέρω ενήργησε προς το σκοπό να ωφελήσει την προαναφερόμενη Μονή ελαττώνοντας την περιουσία του Δημοσίου κατά τα άνω ποσά των 15.713.492 ευρώ και 205.125.874 ευρώ, πραγμάτωσε, με βάση τις παραδοχές αυτές, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, για το οποίο παραπέμπεται. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για την αποδιδόμενη στην άνω κατηγορουμένη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, προβάλλεται η αιτίαση, ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 242 Π.Κ. το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι εκείνη τέλεσε την πράξη αυτή, αφού, κατά τον αναιρεσείοντα, ως Συμβολαιογράφος, συντάσσει και με την ιδιότητά της ως (άμισθος) δημόσιος λειτουργός προσδίδει κύρος στα έγγραφα αυτά, μορφοποιώντας σε νομικό κείμενο τις δηλώσεις των δικαιοπρακτούντων χωρίς να βεβαιώνει την αλήθεια ή την αναλήθεια τούτων, την ευθύνη για την ακρίβεια των οποίων και συμβατότητα των δηλώσεων με την πραγματικότητα έχουν οι τελευταίοι (δικαιοπρακτούντες), εν προκειμένω δε, αυτή καταχώρησε τις δηλώσεις των εκπροσώπων της Μονής … Ε. και Α., ότι η Μονή κατά τους χρόνους συντάξεως των άνω συμβολαίων, με τα οποία αντηλλάγησαν οι παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης … και η ίδια η λίμνη … με τα αναφερόμενα σ’ αυτά ακίνητα του Δημοσίου, ήταν κυρία των παραλίμνιων εκτάσεων και της ίδιας της λίμνης και δεν “βεβαίωσε” την αλήθεια ή την αναλήθεια τούτων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος, καθόσον, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του βουλεύματος, η κατηγορουμένη Συμβολαιογράφος τελούσε σε γνώση, ότι κατά τους χρόνους συντάξεως των συμβολαίων ανταλλαγής των παραλίμνιων εκτάσεων και της ίδιας της λίμνης … η άνω Μονή δεν ήταν κυρία τούτων και, συνεπώς, ενόψει των ανέλεγκτων από τον Άρειο Πάγο σχετικών παραδοχών, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όφειλε να απόσχει της συντάξεως των ανωτέρω συμβολαίων (άρθρ. 5 παρ.1 Ν. 2830/2000), διαλαμβάνοντας δε σε αυτά, ότι η Ιερά Μονή … ήταν κυρία τούτων, βεβαίωσε ψευδή περιστατικά, που ανάγονται, τόσο στην κυριότητα των παραλίμνιων εκτάσεων και της λίμνης …, όσο και στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των παραπάνω επτά (7) ανταλλαγέντων ακινήτων, τα οποία (περιστατικά) μ…ν να έχουν έννομες συνέπειες. Εφόσον δε συντρέχουν, σύμφωνα με τις λοιπές (μη πληττόμενες με τον εξεταζόμενο ως άνω λόγο) παραδοχές του βουλεύματος, και τα υπόλοιπα στοιχεία του προαναφερθέντος εγκλήματος, το Συμβούλιο Εφετών, δεχόμενο την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για το ότι η ως άνω κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού ποινικού δικαίου διάταξη του άρθρου 242 Π.Κ., την οποία ουδόλως παραβίασε.
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την προδικασία για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως και, ειδικότερα, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής, πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), η αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στη γνώση και τον άνω σκοπό, με την παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, από την οποία ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ, β’ λόγος αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στις διατάξεις που εφάρμοσε, αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.Α.Π. 1/2005, 9/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τελευταίου (τέταρτου) λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, καθόσον, όπως κατά λέξη αναφέρεται στην αίτηση, “Δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα και είναι ελλιπής η γενομένη από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων ως προς την τεκμηρίωση της ευθύνης των παραπεμπομένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών κατηγορουμένων, ειδικότερα δε δεν αιτιολογείται ειδικά το ποινικά επιλήψιμο των πράξεών τους για την ανταλλαγή της λίμνης … και των παραλίμνιων εκτάσεων αυτής με άλλα δημόσια ακίνητα, καθόν χρόνο η υπόθεση είχε δρομολογηθεί και τακτοποιηθεί σε κυβερνητικό επίπεδο, διότι αποτελούσε κυβερνητική επιλογή. Σχετικά είναι τα παρατιθέμενα κατωτέρω αποσπάσματα-παραδοχές του πληττομένου βουλεύματος: α) “Κινούμενος στο πλαίσιο αυτής της κυβερνητικής πολιτικής” (φύλλο 487 βουλεύματος, οπίσθια σελίδα). β) “….ανταλλαγής των παραλίμνιων εκτάσεων, αρχικά, και της λίμνης …, μετέπειτα, που επίσης αποτέλεσε κυβερνητική επιλογή” (φύλλο 489 βουλεύματος, οπίσθια σελίδα). γ) “….είχε άμεση συμμετοχή στην τελική κυβερνητική απόφαση για την πραγματοποίηση των ανταλλαγών,” (φύλλο 496 βουλεύματος, οπίσθια σελίδα). δ) “η διαδικασία ανταλλαγής έχει γίνει αποδεκτή σε υψηλό κυβερνητικό επίπεδο και αυτό εγγυάται την πραγμάτωσή της” (φύλλο 497 βουλεύματος, πρόσθια σελίδα). ε) “κατά το συγκεκριμένο χρόνο (2-10-2004) είχε ληφθεί κυβερνητική απόφαση για τις ανταλλαγές” (φύλλο 497 βουλεύματος, οπίσθια σελίδα). στ) “Η ως άνω κυβερνητική επιλογή για την πραγματοποίηση των ανταλλαγών….” (φύλλο 498 βουλεύματος, πρόσθια σελίδα). ζ) “…κατά το μήνα Σεπτέμβριο 2004 είχε ληφθεί κυβερνητική απόφαση για τη διενέργεια των ανταλλαγών” (φύλλο 499 βουλεύματος, πρόσθια σελίδα). η) “…η απόφαση για τις ανταλλαγές αποτέλεσε κυβερνητική επιλογή,” (φύλλο 503 βουλεύματος, πρόσθια σελίδα). θ) “…οι ανταλλαγές είχαν ήδη προαποφασιστεί σε υψηλό Κυβερνητικό επίπεδο, …μείζον ζήτημα Κυβερνητικής πολιτικής την ανταλλαγή των παραλιμνίων εκτάσεων της λίμνης …,” (φύλλο 506 βουλεύματος, πρόσθια σελίδα). ι) “…το θέμα των ανταλλαγών αποτελούσε κεντρική κυβερνητική επιλογή, που είχε αποφασισθεί στο ανώτατο κυβερνητικό επίπεδο” (φύλλο 519 βουλεύματος, οπίσθια σελίδα). ια) “….οι ανταλλαγές αποτέλεσαν τελικώς κυβερνητική επιλογή, …” (φύλλο 528 βουλεύματος, οπίσθια σελίδα). ιβ) “…..η ανταλλαγή των εκτάσεων αυτών (αλλά και της λίμνης) με διαθέσιμα εποικιστικά ακίνητα του Δημοσίου αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αποτέλεσε σαφή κυβερνητική επιλογή,…” (φύλλο 529 βουλεύματος, πρόσθια σελίδα). ιγ) “…..οι ανταλλαγές τόσο των παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης …, όσο και αυτής της ίδιας της λίμνης, αποτέλεσαν κυβερνητική επιλογή, …” (φύλλο 538 βουλεύματος, οπίσθια σελίδα). ιδ) “, ο τότε Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Ε. Μ.ς, κινούμενος στο πλαίσιο της προαναφερόμενης κυβερνητικής επιλογής, …” (φύλλο 539 βουλεύματος, πρόσθια σελίδα). ιε) “…με βάση την υπάρχουσα κυβερνητική απόφαση για την πραγματοποίηση συνολικών ανταλλαγών…” (φύλλο 543 βουλεύματος, οπίσθια σελίδα). ιστ) “…κατόπιν εντολής του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, ο οποίος έκανε λόγο για ειλημμένη κυβερνητική απόφαση για την υλοποίηση και της ανταλλαγής της λίμνης …, …” (φύλλο 544 βουλεύματος, οπίσθια σελίδα). ιζ) “…για την ανταλλαγή της λίμνης υπήρχε ήδη ειλημμένη Κυβερνητική απόφαση” (φύλλο 545 βουλεύματος, οπίσθια σελίδα). ιη) “…η ανταλλαγή της λίμνης, όσο και των παραλίμνιων εκτάσεων με διαθέσιμα εποικιστικά ακίνητα του Δημοσίου αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αποτέλεσε σαφή κυβερνητική επιλογή,…” (φύλλο 557 βουλεύματος, πρόσθια σελίδα) και ιθ) “….ενώ υπήρχε ειλημμένη κυβερνητική απόφαση για την ανταλλαγή και αυτής της ίδιας της λίμνης …, …” (φύλλο 558 βουλεύματος, πρόσθια σελίδα). Ειδικότερα δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο ευθύνονται ποινικά οι ασχοληθέντες με την υπόθεση κατηγορούμενοι Δ., Δ., Μ. και Κ., μέλη του Ν.Σ.Κ., οι οποίοι διατύπωσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους τη γνώμη τους επί θέματος που απασχολεί τη δικαιοσύνη και την εκτελεστική εξουσία από το έτος 1930, δεδομένου μάλιστα ότι δεν αποδίδεται σ’ αυτούς κάποιο ιδιοτελές κίνητρο για την πράξη τους”. Σχετικά με τις αιτιάσεις αυτές, όπως εξειδικεύονται, κατά τα άνω, από τον αναιρεσείοντα, πρέπει να λεχθεί, ότι η παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σύμφωνα με την οποία η ανταλλαγή των παραλίμνιων εκτάσεων και της λίμνης … αποτελούσε κυβερνητική επιλογή -η οποία, προδήλως, είναι νοητή μόνον εντός των ορίων της νομιμότητας-, ως αντικειμενική διαπίστωση, δεν δημιουργεί αντίφαση ή λογικό κενό ούτε επηρεάζει τη σαφήνεια και την πληρότητα της αιτιολογίας αναφορικά με την περαιτέρω κρίση του ίδιου βουλεύματος, ως προς την ευθύνη άλλων και εν προκειμένω των κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και των μελών του Ν.Σ.Κ. Δ., Δ., Μ. και Κ., που, κατά τις οικείες παραδοχές του ίδιου βουλεύματος, είναι ποινικώς υπόλογοι, λόγω υπάρξεως επαρκών ενδείξεων εις βάρος τους, ότι τέλεσαν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις πράξεις, για τις οποίες παραπέμπονται, ως εκ τούτου δε οι ανωτέρω αιτιάσεις δεν είναι ικανές να στοιχειοθετήσουν την αποδιδόμενη με τον αναιρετικό αυτό λόγο στο προσβαλλόμενο βούλευμα πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός κατά το σκέλος του τούτο (πρώτο) είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (τέταρτου) λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, καθόσον δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η διαφοροποίηση των παραδοχών του Συμβουλίου σε δύο όμοιες, σύμφωνα με το λόγο αυτό, περιπτώσεις και δη, όπως κατά λέξη εκτίθεται στο οικείο μέρος της αιτήσεως, “Ενώ παραπέμπονται αιτιολογημένα να δικασθούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών οι Αρχιμανδρίτης Ε. και Μοναχός Α.ς για την ηθική αυτουργία, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή, των α) Ι. Δ. του Σ. και β) Σ. Δ. του Μ. για την πράξη της απλής συνέργειας (με την έκδοση των υπ’ αριθμ. 17/18-7-2002, 46/28-11-2002 και 26/20-5-2004 Γνωμοδοτήσεων), από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, στην τελεσθείσα από τους πρώην Υφυπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών Α. Φ. και Π. Δ., με την έκδοση, αντιστοίχως, των υπουργικών αποφάσεων 1064.538/5928/5-8-2002, 1051266/10611/4-6-2003 και 1046300/3944/Α0010/7-6-2004 αποδοχής των ως άνω Γνωμοδοτήσεων, πράξη της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου, κατ’ εξακολούθηση (δύο αποφάσεις Α. Φ. για τις δύο πρώτες γνωμοδοτήσεις) και μη (απόφαση Π. Δ. για την τρίτη Γνωμοδότηση), το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 120.000 ευρώ και από την οποία η ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο και η αντίστοιχη ωφέλεια υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ΔΕΝ παραπέμπονται αναιτιολόγητα να δικασθούν (οι ίδιοι ως άνω Αρχιμανδρίτης Ε. και Μοναχός Α.ς) για την όμοια περίπτωση της ηθικής αυτουργίας από κοινού των α) Χ. Μ. και β) Γ. Κ. για την πράξη της απλής συνέργειας (με τη σύνταξη του υπ’ αριθμ. 2259/1-12-2004 ερωτήματος του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης προς το Ν.Σ.Κ. και την έκδοση της υπ’ αριθμ. 15/14-1-2005 Γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ.), κατ’ αυτουργία (ο πρώτος) και κατά συναυτουργία, κατ’ εξακολούθηση (ο πρώτος) και μη, στην τελεσθείσα από τον πρώην Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Ε. Μ. και τον πρώην Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών Π. Δ., με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 3822/25-1-2005 Υ.Α. από τον πρώτο και της 16651/26-7-2006 Κ.Υ.Α. από αμφοτέρους, πράξη της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου, κατά μόνας (υπ’ αριθμ. 3822/25-1-2005 απόφαση Ε. Μ.) και από κοινού (υπ’ αριθμ. 16651/26-7-2006 Κ.Υ.Α. Ε. Μ. και Π. Δ.), κατ’ εξακολούθηση (από Ε. Μ.) και μη, το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 120.000 ευρώ και από την οποία η ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο και η αντίστοιχη ωφέλεια υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλη”. Με την αιτίαση, δηλαδή, αυτή επιχειρείται να θεμελιωθεί έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και έλλειψη νόμιμης βάσεως σχετικά με την παραπομπή των Αρχιμανδρίτη Ε. και Μοναχού Α. για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην άνω πράξη της απλής συνέργειας των Ιω. Δ. και Στέφ. Δ. στην αντικειμενικώς τελεσθείσα απιστία των Υφυπουργών Α. Φ. και Π. Δ., εκ του λόγου ότι οι ίδιοι (Αρχιμανδρίτης Ε. και Μοναχός Α.ς) δεν παραπέμπονται για ηθική αυτουργία στην πράξη της απλής συνέργειας των Χ. Μ. και Γρ. Κ. στην πράξη της αναφερόμενης αντικειμενικώς τελεσθείσας απιστίας των Υπουργού Ευ. Μ. και Υφυπουργού Π. Δ., που, κατά την αιτίαση αυτή, αποτελεί όμοια περίπτωση. Η εν λόγω αιτίαση, όμως, δεν μπορεί να θεμελιώσει τέτοιου είδους λόγο αναιρέσεως, ενόψει του ότι η παραπομπή των ανωτέρω κατηγορουμένων στην πρώτη περίπτωση είναι, σύμφωνα με τον αναιρετικό αυτό λόγο, αιτιολογημένη, οπότε η μη παραπομπή των ιδίων στη δεύτερη περίπτωση δεν καθιστά την πρώτη παραπομπή αναιτιολόγητη, ώστε να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την παραπομπή αυτή, αφού αμφότερες οι κρίσεις του Συμβουλίου είναι σαφώς διακεκριμένες και αυτοτελείς, οπότε δεν μπορεί να εμφιλοχωρήσει μεταξύ τούτων ούτε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό, που να συνιστά έλλειψη νόμιμης βάσεως. Επομένως, ο προεκτεθείς λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο (δεύτερο) σκέλος του, είναι απαράδεκτος. Πρέπει ακόμη να επισημανθεί συναφώς, ότι -ενόψει του ότι όλοι οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αναφέρονται μόνο στις πληττόμενες με αυτούς επί μέρους παραπεμπτικές (και όχι στις απαλλακτικές) διατάξεις του προσβαλλόμενου βουλεύματος- δια της αιτιάσεως που προαναφέρθηκε, κατά την οποία είναι αναιτιολόγητη η μη παραπομπή των Αρχιμανδρίτη Ε. και Μοναχού Α. στη δεύτερη περίπτωση, δεν προτείνεται ως αναιρετικός λόγος η υπέρβαση εξουσίας (εκ του άρθρου 484 στοιχ. στ’ Κ.Ποιν.Δ.) για τη μη παραπομπή τούτων στην περίπτωση αυτή, η οποία (μη παραπομπή), άλλωστε, εκφραζόμενη με αντίστοιχη διάταξη του βουλεύματος, που αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία εναντίον τους στην εν λόγω περίπτωση (όπως προκύπτει από την επισκόπηση του διατακτικού του), βάσει των σχετικών ανέλεγκτων παραδοχών του Συμβουλίου, είναι με σαφήνεια και πληρότητα αιτιολογημένη, αφού στο σκεπτικό του διαλαμβάνεται ότι: “Όμως, με βάση τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν προκύπτει, ότι την απόφαση στον κατηγορούμενο Χ. Μ., να τελέσει την πιο πάνω πράξη της απλής συνέργειας στην αντικειμενικώς τελεσθείσα απιστία, προκάλεσαν οι κατηγορούμενοι Ε. και Α.ς. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο πρώτος από τους ως άνω κατηγορουμένους ήταν καθηγούμενος της Ιεράς Μονής …, ενώ ο δεύτερος ήταν μέλος (Προϊστάμενο) της Ιεράς Σύναξης της ως άνω Μονής και του είχε ανατεθεί ως διακόνημα, αρχικώς μεν, η παρακολούθηση των σχετικών διαδικασιών για την υπόθεση της αναγνωρίσεως των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της Ιεράς Μονής … επί της λίμνης … και των παραλίμνιων εκτάσεων αυτής και, στη συνέχεια, της ανταλλαγής αυτών με ακίνητα ανήκοντα στο Ελληνικό Δημόσιο. Είναι αλήθεια, ότι οι εν λόγω μοναχοί είχαν, πράγματι, την ικανότητα να εντοπίζουν και προσεγγίζουν κάθε φορά το πρόσωπο εκείνο, που ήταν αρμόδιο για την αντιμετώπιση των αιτημάτων τους, και στη συνέχεια να το πείθουν, με την επιρροή που ασκούσε η ιδιότητά τους, για την προώθηση των επιδιώξεών τους. Επίσης, είναι αλήθεια, ότι οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, και ιδιαίτερα ο μοναχός Α.ς, είχαν συχνές τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον κατηγορούμενο Χ. Μ., και πραγματοποίησαν αρκετές επισκέψεις στο υπηρεσιακό του γραφείο, κατά τη διάρκεια των οποίων, μάλιστα, είχαν επικαλεστεί τη δυνατότητα προκλήσεως εκ μέρους τους πολιτικής παρέμβασης στον Υπουργό Ε. Μ., προκειμένου να δοθεί εντολή στον τελευταίο για την επιτάχυνση της σχετικής διαδικασίας για την προώθηση του θέματος των ανταλλαγών. Τούτο προκύπτει, κυρίως, από την απολογία του ίδιου του Χ. Μ., ο οποίος ανέφερε, ότι “για την ταχύτητα διεκπεραίωσης θεμάτων που αφορούσαν τη Μονή με πίεζαν ο Υπουργός Γ. κ. Μ.ς και οι μοναχοί Ε. και Α.ς, οι οποίοι συχνά άφηναν να εννοηθεί ότι για την επιτάχυνση της διαδικασίας, αν χρειαζόταν, μ…σαν να βάλουν τον Ρ. και τον Α. να τηλεφωνήσουν στον κ. Μ., για να μου δώσει σχετική εντολή… σημειωτέον ότι η επίμαχη γνωμοδότηση συζητήθηκε στις 9-12-2004 και υπεγράφη και δημοσιεύθηκε από εμένα και τον Αντιπρόεδρο κ. Κ. στις 14-1-2005. Στο μεταξύ διάστημα δεχόμουν συνεχείς πιέσεις από τους μοναχούς της Μονής … για την επίσπευση της υπόθεσης”. Το ίδιο κλίμα αποτυπώνεται και στο απολογητικό υπόμνημα της Σ. Μ., στο οποίο η τελευταία αναφέρει, ότι ο Υπουργός Ε. Μ. και ο Υφυπουργός Α. Κ. “επανειλημμένως μου είχαν επιστήσει την προσοχή για την κατά το δυνατόν άμεση και κατά προτεραιότητα εκτέλεση των ενεργειών μου ως Προϊσταμένης της Δ/νσης Πολιτικής Γης, αφού η άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων των εκπροσώπων της Ι.Μ…. αποτελούσε επιθυμία ανώτατων κυβερνητικών παραγόντων, ενώ οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εκτέλεση των ενεργειών της υπηρεσίας μου δημιουργούσε “προβλήματα στις σχέσεις των εν λόγω Υπουργού και Υφυπουργού με το Μέγαρο Μαξίμου”. Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι Ε. και Α.ς γνώριζαν καλώς, ότι η Μονή δεν είχε δικαίωμα κυριότητας επί της λίμνης … και των παραλίμνιων εκτάσεων αυτής. Ωστόσο, ακόμη και αν γίνει δεκτό, ότι γνώριζαν ότι ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αναζητούσε νομικό έρεισμα για την προώθηση των ως άνω ανταλλαγών. ουδόλως προέκυψε, ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι ήσαν εκείνοι, οι οποίοι με συνεχείς και φορτικές προτροπές και παραινέσεις και ιδιαίτερη πειθώ προς τον ως άνω κατηγορούμενο Χ. Μ., έπεισαν αυτόν να παράσχει την προαναφερόμενη συνδρομή στις διαδικασίες που αφορούσαν την προώθηση των ανταλλαγών και να διευκολύνει έτσι τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που είχε αναλάβει να επισπεύσει τη διαδικασία υλοποίησης των ανταλλαγών, στην έκδοση των σχετικών υπουργικών αποφάσεων, αλλά και στον Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που είχε τη διαχειριστική αρμοδιότητα της λίμνης …, με τη διατύπωση θετικής γνωμοδοτικής κρίσης υπέρ της νομιμότητας υλοποιήσεως αυτών, προκειμένου να προωθήσουν, αρχικώς, ο πρώτος μόνος του τη διαδικασία ανταλλαγής των παραλίμνιων εκτάσεων, και, στη συνέχεια, από κοινού οι ως άνω δύο Υπουργοί τη διαδικασία ανταλλαγής της λίμνης … – …. Αντιθέτως, όπως προέκυψε, ο κατηγορούμενος Χ. Μ. προέβη στη σύνταξη του ερωτήματος προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και έκανε θετική εισήγηση, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο την έκδοση της προαναφερόμενης υπ’ αριθμ. 15 Γνωμοδότησης του Δ’ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για την ανταλλαγή των παραλίμνιων εκτάσεων, κατόπιν συνεννοήσεως με τον Υπουργό Ε. Μ., και όχι διότι ενέδωσε σε σχετικές προτροπές και παραινέσεις των δύο μοναχών (φύλλα 527, 528, 529)”.
Τέλος, με το τρίτο και τελευταίο σκέλος του τέταρτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση, ότι “δεν αιτιολογείται στο προσβαλλόμενο βούλευμα πώς η κατηγορουμένη συμβολαιογράφος Π., τελούσε εν γνώσει ότι οι δηλώσεις των εκπροσώπων της Μονής …, ότι αυτή ήταν κυρία των παραλίμνιων εκτάσεων και ίδιας της λίμνης … ήταν ψευδείς και παρά ταύτα αυτή δέχθηκε να συντάξει τα σχετικά συμβόλαια ανταλλαγής με εποικιστικά ακίνητα του Δημοσίου, κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1 του Κώδικα Συμβ/φων, που ορίζει ότι “ο συμβολαιογράφος οφείλει να απέχει από τη σύνταξη πράξης που αντίκειται στο νόμο ή στα χρηστά ήθη”, η δε αιτιολογία, ότι η ως άνω κατηγορουμένη Συμβολαιογράφος γνώριζε τα παραπάνω “λόγω της νομικής κατάρτισής της και της εμπειρίας της ως συμβολαιογράφου και ενόψει της ενασχόλησής της με τη σύνταξη των συγκεκριμένων συμβολαίων” (φύλλο 531 βουλεύματος, οπίσθια όψη) ούτε ειδική είναι, ούτε εμπεριστατωμένη, ενόψει του ότι, κατά άλλη παραδοχή του βουλεύματος, “Παρ’ όλα αυτά οι κατηγορούμενοι Ε., Α.ς και Δ. Π.ς, ενεργώντας με πρόθεση, από κοινού, κατόπιν συναπόφασης, με συστάσεις, προτροπές και υποδείξεις, καθώς και με ιδιαίτερη πειθώ έπεισαν την ως άνω συμβολαιογράφο Α. Π., υπάλληλο κατά την έννοια του άρθρου 13 α Π.Κ., εκμεταλλευόμενοι οι δύο πρώτοι την ιδιότητά τους ως καθηγούμενου και μοναχού, αντιστοίχως, της Ιεράς Μονής …, η οποία κατέχει την δεύτερη θέση μεταξύ των Αγιορείτικων Μονών, και κυρίως, την επιρροή που ασκούσε σ’ αυτήν ο κατηγορούμενος Δ. Π.ς λόγω της ως άνω συγγενικής σχέσης τους, να προβεί στη σύνταξη των σχετικών συμβολαίων μεταξύ αφενός μεν της Κ.Ε.Δ., ενεργούσας ως εντολοδόχου και εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, και αφετέρου της Ιεράς Μονής …, προκειμένου να ολοκληρωθεί με αυτά η προωθούμενη ανταλλαγή των παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης …-… και ακολούθως αυτής της ίδιας της λίμνης, ως ανηκουσών δήθεν στην Ιερά Μονή …, με εποικιστικά ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (φύλλο 533 βουλεύματος, πρόσθια όψη)”. Έτσι (κατά τη σχετική αιτίαση) με την παραδοχή αυτή του βουλεύματος εμφανίζονται οι κατηγορούμενοι Ε., Α.ς και Δ. Π.ς να πείθουν την κατηγορουμένη Α. Π., ότι οι παραλίμνιες εκτάσεις αλλά και η ίδια η λίμνη … ανήκαν, δήθεν, στη Μονή … και περαιτέρω να την προτρέπουν να συντάξει τα συμβόλαια ανταλλαγής αυτών με εποικιστικά ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα, αφενός μεν η αιτιολογία στο βούλευμα για τη γνώση της ως άνω κατηγορουμένης περί του ψεύδους των συμβαλλομένων Ε. και Α., ότι οι παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης …-… και η ίδια η λίμνη ανήκαν στη Μονή … να είναι ανύπαρκτη, αφετέρου δε, λόγω αντιφάσεων, ελλείψεων και λογικών σφαλμάτων των ως άνω παραδοχών, που κατά τον αναιρεσείοντα τελούν σε λογική ανακολουθία (αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αυτή γνώριζε ότι η λίμνη … και οι παραλίμνιες περιοχές της δεν ανήκαν στην κυριότητα της Μονής, οπότε ήταν περιττές οι συστάσεις, προτροπές κλπ των ανωτέρω συγκατηγορουμένων της προσώπων για τη σύνταξη των συμβολαίων), το προσβαλλόμενο βούλευμα να στερείται νόμιμης βάσεως. Επί του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η γνώση της ανωτέρω κατηγορουμένης Συμβολαιογράφου περί του ότι ήσαν ψευδείς οι δηλώσεις των εκπροσώπων της Ιεράς Μονής …, ότι η τελευταία (Μονή) ήταν κυρία των παραλίμνιων εκτάσεων και της λίμνης …, στηρίζεται επαρκώς στα περιστατικά, που διαλαμβάνονται, τόσο στις ανέλεγκτες παραδοχές του άνω βουλεύματος, που εμπεριέχονται στις προπαρατεθείσες, κατά την έρευνα του τρίτου αναιρετικού λόγου, περικοπές αυτού και ειδικότερα στα φύλλα 535, 536, 686, 687, 688, 692, 775 και 776 τούτου (που δεν καταχωρίζονται στο σημείο αυτό, προς αποφυγή περιττών επαναλήψεων), όσο και στις ακόλουθες, ανέλεγκτες από τον Άρειο Πάγο, παραδοχές του ίδιου βουλεύματος, σύμφωνα με τις οποίες: “Την ίδια ως άνω γνώση είχε και η κατηγορουμένη συμβολαιογράφος Α. Π., λόγω της νομικής κατάρτισής της και της εμπειρίας της ως συμβολαιογράφου και ενόψει και της ενασχόλησής της με τη σύνταξη των συγκεκριμένων συμβολαίων. Έτσι, όλοι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι γνώριζαν, ότι η Ιερά Μονή … δεν διέθετε νόμιμο τίτλο κτήσεως κυριότητας των ως άνω παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης …, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, οι γνωμοδοτήσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Αναταλλάξιμης Περιουσίας, καθώς και οι Υπουργικές αποφάσεις που κάνουν δεκτές τις γνωμοδοτήσεις αυτές, δεν αποτελούν νόμιμο τίτλο κυριότητας. Γνώριζαν, επίσης, ότι η αναλήθεια των σχετικών ισχυρισμών των εκπροσώπων της Μονής προέκυπτε και από την ολοφάνερη αοριστία των επικαλούμενων από αυτή εγγράφων ως προς την περιγραφή των ακινήτων που αυτά αφορούσαν, δεδομένου ότι ουδόλως προκύπτει από το περιεχόμενο των ως άνω Χρυσόβουλων Λόγων, ότι παραχωρήθηκαν με αυτούς στη Μονή … οι συγκεκριμένες παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης …, επιφάνειας 25.000 στρεμμάτων, όπως αυτές αποτυπώνονται στο από 12.12.2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Δ. Β., αφού σε ουδένα από τους ως άνω Χρυσόβουλους Λόγους προσδιορίζεται η ταυτότητα, τα όρια και η επιφάνεια των εδαφικών εκτάσεων, στις οποίες δήθεν αναγνωρίστηκε κυριαρχικό δικαίωμα κυριότητας της ως άνω Μονής, και ούτε καν η θέση αυτών, με βάση τα αναφερόμενα σ’ αυτούς τοπωνύμια, που ίσχυαν προ αιώνων, όπως “…”, “η γη Παλαμά”, “του βου το πηγάδι” ή “…”, είναι δυνατόν να εξακριβωθεί και να ταυτοποιηθεί στο έδαφος των παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης …, εμβαδού 25.000 στρεμμάτων, ενώ, εξάλλου, καθόσον αφορά στα σιγίλλια, ουδόλως προκύπτει απ’ αυτά ότι αναφέρονται στις συγκεκριμένες παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης …, εμβαδού 25.000 στρεμμάτων. Η αοριστία αυτή ήταν καταφανώς αντιληπτή από τη λεκτική διατύπωση του περιεχομένου τους και οι κατηγορούμενοι…. και Α. Π. – Β., πράγματι, την αντιλήφθηκαν λόγω και της ιδιότητάς τους ως…. και ως συμβολαιογράφου, αντιστοίχως (φύλλα 531, 532)….Η κατηγορουμένη συμβολαιογράφος, όπως αναφέρθηκε, γνώριζε, ότι η Μονή δεν είχε κυριότητα επί της λίμνης και ότι οι δηλώσεις των συμβαλλομένων περί μεταβιβάσεως ιδανικών μεριδίων της λιμνοθάλασσας … – … αντίκεινται προδήλως σε απαγορευτικές διατάξεις νόμου και του Συντάγματος, αφού η ανταλλαγή της λιμνοθάλασσας … βάσει της Υπουργικής Απόφασης και χωρίς την επίκληση στα συμβόλαια σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, ήταν απαγορευμένη πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 2 του Συντάγματος, δεδομένου ότι η …, λιμνοθάλασσα και σε κάθε περίπτωση μεγάλη λίμνη, είναι κοινόχρηστο και εκτός συναλλαγής πράγμα που ανήκει αποκλειστικά στο Δημόσιο και ουδέποτε ανήκε κατά κυριότητα στη Μονή (φύλλο 726)… Όπως αναφέρθηκε, η συμβολαιογράφος Α. Π., μολονότι τελούσε σε γνώση, ενόψει της νομικής της κατάρτισης και της εμπειρίας της ως συμβολαιογράφου, ότι η Ιερά Μονή … δεν διέθετε νόμιμο τίτλο κτήσεως κυριότητας επί των παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης …, παρ’ όλα αυτά αποδέχθηκε, κατά τη σύνταξη των σχετικών συμβολαίων ανταλλαγής, να εμφανίσει σ’ αυτά ψευδώς, ότι οι ανωτέρω παραλίμνιες εκτάσεις ανήκαν δήθεν στη Μονή …, αποδεχόμενη, ειδικότερα, να συμπεριληφθεί στα ως άνω συμβόλαια ψευδής δήλωση των εκπροσώπων της Μονής περί αποκλειστικής κυριότητας αυτής στις πιο πάνω εκτάσεις, δυνάμει τίτλων χρονολογούμενων από αιώνων και δη Χρυσόβουλων Λόγων των βυζαντινών αυτοκρατόρων Νικηφόρου Βοτανειάτου του έτους 1080, Ανδρόνικου Παλαιολόγου Γ’ του έτους 1329, Ιωάννου Παλαιολόγου του έτους 1357, του Ηγεμόνος Ιωάννου Ούγγλεση του έτους 1371, αν και γνώριζε, ειδικότερα, ότι από τους τίτλους αυτούς, φωτογραφίες των οποίων παραδόθηκαν σ’αυτή από τη Μονή, δεν αποδεικνυόταν παραχώρηση της κυριότητας των συγκεκριμένων εκτάσεων στην Ιερά Μονή …, και, επί πλέον, ότι οι ως άνω δηλώσεις δεν συμφωνούσαν τόσο με τη νομική και πραγματική κατάσταση των παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης …, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί από την έκδοση των εν λόγω τίτλων και κατά τη διάρκεια των εκατονταετιών που ακολούθησαν και κρατούσε κατά το κρίσιμο χρόνο καταρτίσεως των συμβολαίων, όσο και με τις οποιεσδήποτε δεσμεύσεις ή περιορισμούς σε σχέση με τη χρήση και το χαρακτήρα των ακινήτων (διανομές, αναδασμοί, αρχαιολογικοί χώροι κ.λ.π.) και, συνεπώς, όφειλε να μην αποδεχθεί τις πιο πάνω δηλώσεις ως αληθείς και να απέχει από τη σύνταξη των συμβολαίων. Πράγματι, για τις ανωτέρω εκτάσεις καταρτίστηκαν ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου τα υπ’ αριθμ. … και … συμβόλαια ανταλλαγής, καθώς και το υπ’ αριθμ. … συμβόλαιο, με το οποίο επιστράφηκαν από τη Μονή … και ανταλλάχθηκαν εκ νέου 18 από τα 53 οικόπεδα στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, αξίας 3.866.985 ευρώ, που είχαν περιέλθει σ’ αυτήν με το υπ’ αριθμ. … συμβόλαιο (φύλλα 770, 771)”. Εξάλλου, από την παραδοχή του βουλεύματος, ότι η άνω κατηγορουμένη γνώριζε, ότι οι πιο πάνω δηλώσεις των εκπροσώπων της Μονής ήσαν ψευδείς, ενώ κατ’ άλλη παραδοχή του ίδιου βουλεύματος οι κατηγορούμενοι Ε., Α.ς και Δ. Π.ς με πρόθεση από κοινού, κατόπιν συναποφάσεώς τους, με συστάσεις, προτροπές και υποδείξεις, καθώς και με ιδιαίτερη πειθώ την έπεισαν να προβεί στη σύνταξη των σχετικών συμβολαίων ανταλλαγής των παραλίμνιων εκτάσεων της λίμνης … και ακολούθως και της ίδιας της λίμνης, ως ανηκουσών δήθεν στη Μονή …, με ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, δεν δημιουργούνται αντιφάσεις, ασάφειες ή λογικά σφάλματα, καθόσον οι παραδοχές αυτές αναφέρονται σε διαφορετικά γεγονότα (γνώση από την κατηγορουμένη Συμβολαιογράφο ότι οι δηλώσεις ήσαν ψευδείς – πρόκληση σ’ αυτήν από τους άνω συγκατηγορουμένους της της αποφάσεως να συντάξει τα συμβόλαια ανταλλαγής) και, περαιτέρω, ενόψει της αυτοτελείας της προσωπικής ευθύνης εκάστου δράστη, ως αυτουργού ή συμμετόχου, είναι λογικώς νοητή και νομικώς δυνατή η τέλεση αμφοτέρων των σχετικών πράξεων, που αποδίδονται, αφενός στη Συμβολαιογράφο Αικ. Π. (κακουργηματικής ψευδούς βεβαιώσεως σε βάρος του Δημοσίου, κατ’ εξακολούθηση) και αφετέρου στους Αρχιμανδρίτη Ε., Μοναχό Α. και Διονύσιο Π. (ηθικής αυτουργίας σε βαθμό κακουργήματος, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, στην αποδιδόμενη στην άνω Συμβολαιογράφο ψευδή βεβαίωση), ως διαφορετικών αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, εφόσον φέρονται ότι τελέστηκαν από διαφορετικά υποκείμενα και ο δόλος εκάστου κρίνεται αυτοτελώς. Ενόψει τούτων, με πληρότητα και σαφήνεια αιτιολογείται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων, ως προς τη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου της γνώσεως εκ μέρους της κατηγορουμένης Συμβολαιογράφου, ότι οι δηλώσεις των εκπροσώπων της Μονής … σχετικά με την κυριότητα της τελευταίας επί των παραλίμνιων εκτάσεων και της ίδιας της λίμνης … ήταν ψευδείς, οπότε ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως κατά το οικείο μέρος του από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ’ Κ.Ποιν.Δ., περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το στοιχείο αυτό, είναι αβάσιμος, ενώ, περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του, με το οποίο επιχειρείται να αποδοθεί στο ίδιο βούλευμα έλλειψη νόμιμης βάσεως, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β’ Κ.Ποιν.Δ., είναι απαράδεκτος, ως μη στοιχειοθετούμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, μεταξύ των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα, προς στήριξη του λόγου τούτου, προμνημονευόμενων παραδοχών του βουλεύματος, που αναφέρονται σε διαφορετικούς κατηγορουμένους και όχι στο αυτό υποκείμενο ενός εγκλήματος, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί λογικών κενών ή ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών.
Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-2-2014 αίτηση του Κ. Σ. του Χ. για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου.

Απορρίπτει την υπ’ αριθ. 61/6-11-2013 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση του 2000/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Νοεμβρίου 2014. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2014.-

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο areiospagos.gr