Απόφαση 977 / 2020    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Advertisements


Αριθμός 977/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “…”, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Α. Λ. του Δ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Μάρκελλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν η 66/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 401/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-1-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 Α.Κ., 1 και 3 του Ν. 2112/1920. 1, 3 παρ. 1, 5 του Β.Δ. από 16/7/1920 και 5 του Ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία που θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Η καταγγελία αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη, από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης της, εργαζόμενος, κατά το άρθρο 167 Α.Κ.. Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας (άρθρα 68, 70 ΚΠοΛΔ. 180, 174 ΑΚ). απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του ως άνω αποτελέσματος της. Η μη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως από τον εργοδότη, που κατήγγειλε τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου,καθώς και η μη τήρηση του έγγραφου τύπου (και) με ιδιωτικό έγγραφο και εγχείρησή του στον εργαζόμενο, προς τον οποίο απευθύνεται ώστε να λάβει γνώση του περιεχομένου του (άρθρα 168, 169, 167 ΑΚ). συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας. Κατά το άρθρο 656 του ΑΚ. όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/20-3-2013/Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού”. Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού (ΑΠ613/2018,ΑΠ118/2017, ΑΠ 440/2016, ΑΠ 414/2016).Για το εργατοτεχνικό προσωπικό το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης απολύσεως καθορίζεται με βάση το σύνολο των ετών προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη και ειδικότερα από δύο έτη συμπληρωμένα σε 15 ημερομίσθια .(βδ 16/18.7.1920 άρθρο 3 της ΕΓΣΣΕ του 2006 με πράξη κατάθεσης στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Κοινωνικής Προστασίας 14/3-4-2006).. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό -1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή , ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 1/2020, 6/2019, 4/2018, 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 2/2019, 8/2018, 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 15/2006,ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017). Δηλαδή, μόνο το ?ι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017, ΑΠ 455/2014).
2. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη σε σχέση με τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο: Ότι ο ενάγων, εδώ αναιρεσίβλητος, προσλήφθηκε στις …, από την εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργαστεί ως μπουφετζής στην επιχείρηση καφετέριας-μπαρ, που διατηρεί η τελευταία στη …, επί της οδού … αρ…., με ημερομίσθιο 30 ευρώ. Ότι ο ενάγων εργαζόταν με πλήρη απασχόληση από Δευτέρα έως Παρασκευή για 7,5 ώρες ημερησίως (6.00-13.30), ήτοι 37,5 ώρες εβδομαδιαίως. Ότι από τις 20-2-2015 και μέχρι την έγγραφη από 31-3-2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, που του κοινοποιήθηκε την 1-4-2015, έπρεπε να λάβει ως αποδοχές το ποσό των 965,25 ευρώ (4,68 ευρώ ωρομίσθιο, ως αναφέρεται και στην αγωγή μετά από 15-5-2013 Χ 37,5 ώρες Χ 5,5 εβδομάδες) και έλαβε μόνο το ποσό των 125,70 ευρώ και συνεπώς του οφείλεται το ποσό των 839,55 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 1-4-2015. Ότι ο ενάγων κατά το διάστημα από 20-2-2015 έως 31-3-2015 είχε θέσει την εργασία του στη διάθεση της εναγομένης αλλά η τελευταία δεν τον απασχολούσε, όπως θα έπρεπε, με πλήρη απασχόληση, λόγω ενός περιστατικού που έλαβε χώρα στις … ανάμεσα στον ενάγοντα και έναν πελάτη του καταστήματος, και αποτέλεσε την αιτία να τον διώξει από το κατάστημα. Ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε οικειοθελώς αποχωρήσει από την εργασία του. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη, διότι δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση ύψους 525 ευρώ (30 ευρώ ημερομίσθιο Χ 15 ημερομίσθια + 1/6 = 525 ευρώ) αλλά μόνο 106,90 ευρώ. Ότι, ως εκ τούτου, από 2-4-2015 και μέχρι 1-4-2016 οφείλονται μισθοί υπερημερίας εκ 9.360 ευρώ (780 ευρώ Χ 12 μήνες), νομιμοτόκως από την πρώτη ημέρα του επομένου μηνός από εκείνον που αφορά. Κατόπιν των ανωτέρω γενόμενων δεκτών και παράθεση διαφόρων επιχειρημάτων το Εφετείο, μεταξύ άλλων, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 1-4-2015 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος λόγω καταβολής μέρους της οφειλόμενης αποζημίωσης απολύσεως .αναγνώρισε την υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας ποσού 6.240 ευρώ και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα ποσό 3.120 ευρώ για μισθούς υπερημερίας. Με τις ανωτέρω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις ανωτέρω με αρ.1 της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Τούτο διότι με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι στη προσβαλλόμενη δεν διαλαμβάνονται αιτιολογίες για καταγγελία της σύμβασης εργασίας σιωπηρώς εκ μέρους της, στις 20-2-2015, με την άρνηση αποδοχής της εργασίας του αναιρεσιβλήτου, είναι προεχόντως απαράδεκτες διότι δεν στηρίζουν λυσιτελή ισχυρισμό για έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους αυτής (εργοδότριας) και λύσης της σύμβασης αυτής εγκύρως, σε προγενέστερο χρόνο της κατά τις παραδοχές χωρήσασας, την 1-4-2015.Επίσης,οι συναφείς αιτιάσεις ως προς το οφειλόμενο ποσό αποζημίωσης απόλυσης με χρόνο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης στις 20-2-2015, σιωπηρώς, εκ μέρους της αναιρεσείουσας ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, τούτο διότι η προσβαλλόμενη δεν διαλαμβάνει παραδοχή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας στις 20-2-2015. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ. τα οποία (άρθρα) εισήχθησαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015) και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από 1.1.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, “(422 § 1:) ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα”. Και (424:) “ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων”. Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει κατά την διάταξη της παραγράφου 4 του ενάτου άρθρου Ν. 4335/2015. κατ’ εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β’ και 24 παρ. 1 εδ. α* ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις (έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας .Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά προστέθηκαν με το Ν. 4335/2015 (από 1.1.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ’ ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1208/2019,1175/2019, 673/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο και συγκεκριμένα κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 339, 442 και 443 ΚΠολΔ και παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015, δεν έλαβε υπόψη της, την … ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων αυτής, Γ. Θ., Γ.Τ. και Α.Κ., την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου, με το διαλαμβανόμενο στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση σκεπτικό ότι στην επιδοθείσα προς τον ενάγοντα κλήση δεν περιλαμβάνεται, το επάγγελμα των μαρτύρων που επρόκειτο να εξεταστούν, ενώ, κατά το αναιρετήριο, κατά την αληθή έννοια των οικείων διατάξεων, η επίδοση της εν λόγω κλήσεως, η οποία πράγματι δεν περιείχε τα εν λόγω στοιχεία, δεν διείπετο υπό το καθεστώς της ρυθμίσεως του Ν. 4335/2015. ώστε να απαιτείται η αναφορά των ως άνω στοιχείων, καθ’ όσον η αγωγή είχε ασκηθεί προ της 1ης Ιανουαρίου 2016. Το Εφετείο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, εφόσον κατά τις παραδοχές του η ένορκη βεβαίωση έλαβε χώρα μετά την 1-1-2016 (ημερομηνία έναρξης ισχύος των άρθρων 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ, όπως εισήχθησαν με το Ν. 4335/2015) και συγκεκριμένα στις …και η επιδοθείσα κλήση για τη λήψη αυτής δεν περιλάμβανε το επάγγελμα των μαρτύρων που επρόκειτο να εξετασθούν, κατ’ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες, δεν έλαβε υπόψη την επίμαχη ένορκη βεβαίωση.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, είναι αβάσιμος.
4.Με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-1-2019 αίτηση περί αναιρέσεως της 401/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Η Απόφαση δημοσιεύθηκε στο areiospagos.gr