163/2020 – Διοικητικό Εφετείο Λάρισας 

Advertisements

Η αμετάκλητη απόφαση  ποινικού δικαστηρίου με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο και η αυτοτελής επιβολή διοικητικού προστίμου δεν παραβιάζει την αρχή ne bis in idem και την αρχή της αναλογικότητας.

1. Επειδή, με την κρινομένη έφεση, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (κωδικός παραβόλου 158443923957 0926 0077), ζητείται παραδεκτά η εξαφάνιση της 916/20.6.2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας (Τμήμα Β΄), με την οποία απορρίφθηκε η από 18.3.2014 προσφυγή του εκκαλούντος κατά της 3523/14.1.2014 απόφασης του Αντιδημάρχου Λαρισαίων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκαν οι αντιρρήσεις του εκκαλούντος κατά της 5/2013 πράξης βεβαίωσης παράβασης της Δημοτικής Αστυνομίας του Δήμου Λαρισαίων, με την οποία είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του εννέα (9) παραβάσεις του άρθρου 16 παρ.α του ν. 4039/2012 και τα αντίστοιχα πρόστιμα, συνολικού ποσού 270.000 ευρώ. Η υπόθεση νομίμως εισάγεται προς νέα συζήτηση μετά τη δημοσίευση της 266/2018 αναβλητικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού.

2. Επειδή, με το άρθρο πρώτο του ν. 2017/1992 (Α΄ 31) κυρώθηκε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των ζώων συντροφιάς, που έχει υπογραφεί στο Στραβούργο την 13.11.1987. Η σύμβαση αυτή, η οποία ετέθη σε ισχύ ως προς την Ελλάδα την 1.11.1992 συμφώνως προς το άρθρο 18 παρ.2 αυτής (βλ ανακοίνωση της 18.5.1992 , φ Α΄ 90, για την θέση σε ισχύ της Συμβάσεως) και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των διατάξεων των κοινών νόμων, ορίζει στο προοίμιό της ότι: «Τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης που υπογράφουν την παρούσα Σύμβαση», αναγνωρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι «το άτομο έχει μια ηθική δέσμευση να σέβεται όλα τα ζωντανά δημιουργήματα και διατηρώντας το πνεύμα των ιδιαίτερων δεσμών που υπάρχουν μεταξύ του ανθρώπου και των ζώων συντροφιάς». Με την εν λόγω σύμβαση προβλέπεται, στο άρθρο 1, ότι:« Ορισμοί:1. Με τον όρο ζώο συντροφιάς, εννοούμε κάθε ζώο, που συντηρείται ή προορίζεται να συντηρηθεί από τον άνθρωπο, κυρίως μέσα στο σπίτι του για ευχαρίστησή του και σαν σύντροφός του …», στο άρθρο 3 παρ.1, ότι: «Κανείς δεν πρέπει να κάνει άσκοπα ένα ζώο συντροφιάς να πονά, να υποφέρει ή να αγωνιά» και στο άρθρο 4 παρ.1 «Κάθε άτομο, που έχει ένα ζώο συντροφιάς ή έχει δεχθεί να ασχοληθεί μ’ αυτό πρέπει να είναι υπεύθυνο για την υγεία και τη φυσική κατάστασή του».

3. Επειδή, στον ισχύοντα κατά χρόνον ν. 4039/2012 «Για τα δεσποζόμενα και τα αδέσποτα ζώα συντροφιάς και την προστασία των ζώων από την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίηση με κερδοσκοπικό σκοπό» (Α΄ 15) ορίζεται, στο άρθρο 1, ότι: «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, ισχύουν οι παρακάτω ορισμοί: α)… β) Ευζωΐα είναι το σύνολο των κανόνων, που πρέπει να εφαρμόζει ο άνθρωπος στα ζώα, αναφορικά με την προστασία τους και την καλή μεταχείριση τους, έτσι ώστε να μην πονούν και υποφέρουν … και γενικά τη μέριμνα για σεβασμό της ύπαρξης τους. γ) Ζώο συντροφιάς είναι κάθε ζώο, που συντηρείται ή προορίζεται να συντηρηθεί από τον άνθρωπο, κυρίως μέσα στην κατοικία του, για λόγους ζωοφιλίας ή συντροφιάς. δ) Δεσποζόμενο ζώο συντροφιάς είναι κάθε μη άγριο ζώο, που συντηρείται ή προορίζεται να συντηρηθεί από τον άνθρωπο, κυρίως μέσα στην κατοικία του, για λόγους ζωοφιλίας ή συντροφιάς και τελεί υπό την άμεση επίβλεψη και φροντίδα του ιδιοκτήτη, κατόχου, συνοδού ή φύλακα του. … ε) …», στο άρθρο 5, ότι: «1. Ο ιδιοκτήτης του δεσποζόμενου ζώου συντροφιάς υποχρεούται: α) … β) … γ) να τηρεί τους κανόνες ευζωίας του ζώου … δ) … ζ) να μεριμνά για τη στείρωση τους, εφόσον δεν επιθυμεί τη διατήρηση των νεογέννητων ζώων ή δεν μπορεί να τα διαθέσει σε νέους ιδιοκτήτες. η) …», στο άρθρο 16 ότι: «α. Με την επιφύλαξη ειδικά προβλεπόμενων περιπτώσεων της ισχύουσας κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας, καθώς και της διάταξης του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9 απαγορεύεται ο βασανισμός, η κακοποίηση, η κακή και βάναυση μεταχείριση οποιουδήποτε είδους ζώου, καθώς και οποιαδήποτε πράξη βίας κατ’ αυτού, όπως ιδίως η δηλητηρίαση, το κρέμασμα, ο πνιγμός, το κάψιμο, η σύνθλιψη και ο ακρωτηριασμός. β. …» και στο άρθρο 20, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ότι: «1. … 2. Οι παραβάτες των διατάξεων των παραγράφων α΄ και β΄ του άρθρου 16 τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) έως δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ. 3. … 5. Στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων η έκθεση βεβαίωσης της παράβασης, που συντάσσεται από αρμόδια Αρχή και διαβιβάζεται αυθημερόν στον αρμόδιο Δήμο για την επιβολή των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων και προστίμων. 6. …». Εξ άλλου, στο άρθρο 21, υπό τον τίτλο «Διοικητικές κυρώσεις» του ιδίου νόμου προβλέπεται, στην περίπτωση υπό αύξ. αριθμ. 39, ότι για την παράβαση του ως άνω άρθρου 16 παρ. α, που συνίσταται σε κακοποίηση, βασανισμό, κακή ή βάναυση μεταχείριση ζώου και οποιαδήποτε πράξη βίας κατ’ αυτού επιβάλλεται πρόστιμο 30.000 ευρώ για κάθε ζώο και για κάθε περιστατικό.

4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας που ετέθησαν υπ’ όψιν του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτουν τα εξής: Την 27.8.2013, η ……, της οποίας η οικία ευρίσκεται στην περιοχή της……. του Δήμου Λαρισαίων και γειτνιάζει με το κτήμα του εκκαλούντος, κατήγγειλε, ως αυτόπτης μάρτυρας, το γεγονός ότι ο εκκαλών, εντός του κτήματός του, είχε χτυπήσει με σκαπτικό εργαλείο (τσάπα) εννέα (9) κουτάβια, που είχαν γεννηθεί από σκυλί της ιδιοκτησίας του, εν συνεχεία δε τα τοποθέτησε σε σακούλα, την οποία άφησε σε παρακείμενο ξεροπόταμο. Την επομένη, 28.8.2013, και περί ώραν 09.30΄, κατά τον διενεργηθέντα σχετικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του Β΄ Αστυνομικού Τμήματος Λάρισας και της Δημοτικής Αστυνομίας, διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών είχε σκοτώσει οκτώ (8) νεογέννητα κουτάβια και είχε κακοποιήσει άλλο ένα, τα οποία βρέθηκαν, στο σημείο που υποδείχθηκε από την καταγγέλουσα, μέσα σε νάιλον σακούλα που ήταν δεμένη και τοποθετημένη κάτω από πέτρες. Αυθημερόν, με την 5/2013 πράξη των αρμοδίων οργάνων της Δημοτικής Αστυνομίας, ………., βεβαιώθηκαν εις βάρος του εκκαλούντος για το επίδικο γεγονός των εννέα (9) κουταβιών ισάριθμες παραβάσεις του άρθρου 16 α του ν. 4039/2012 και του επιβλήθηκε για εκάστη παράβαση πρόστιμο 30.000 ευρώ, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 21 παρ.1 του ιδίου νόμου και συνολικά το ποσό των 270.000 ευρώ (30.000ευρώ x 9). Επίσης την ίδια ημέρα, στο πλαίσιο της κινηθείσας αυτοφώρου διαδικασίας, συνελήφθη ο εκκαλών και οδηγήθηκε στο ως άνω Αστυνομικό Τμήμα, όπου δήλωσε ότι όντως είχε γεννήσει το σκυλί του και τα νεογέννητα κουτάβια τα είχε πετάξει στο χωριό Σπηλιά. Ακολούθως, με την 2674/30.82013 απόφαση του Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, ο εκκαλών κηρύχθηκε ένοχος του ότι, την 27.8.2013, προέβη εκ προθέσεως σε πράξη βίας κατά ζώου και, συγκεκριμένα, με σκαπτικό εργαλείο χτύπησε εννέα κουτάβια που είχαν γεννηθεί από σκυλί της ιδιοκτησίας του, εν συνεχεία, δε, τα έκλεισε σε πλαστική σακούλα και τα πέταξε σε ξεροπόταμο, παρακλάδι του Πηνειού ποταμού, με αποτέλεσμα τα οκτώ εξ αυτών να θανατωθούν. Κατόπιν τούτου, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 18 μηνών με τριετή αναστολή και σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Επί της ασκηθείσης κατά της αποφάσεως αυτής εφέσεως του εκκαλούντος, εκδόθηκε η 706/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία κηρύχθηκε, επίσης, ένοχος για το ίδιο ως άνω αδίκημα και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε μηνών με τριετή αναστολή. Εν τω μεταξύ, κατά της παραπάνω πράξης, με την οποία βεβαιώθηκαν σε βάρος του εκκαλούντος οι παραβάσεις του άρθρου 16 α του ν. 4039/2012 και του επιβλήθηκε το συνολικό ως άνω ποσό προστίμου, αυτός υπέβαλε ενώπιον του Τμήματος Αγροτικής Ανάπτυξης του Δήμου Λαρισαίων το από 10.9.2013 (αριθμ. πρωτ. 104983) υπόμνημα, με το οποίο προέβαλε ότι η επιβολή του εν λόγω προστίμου αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητος αλλά και στην αρχή ne bis in idem, εν όψει του ότι είχε ήδη τιμωρηθεί με την 2674/ 2013 απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Κατόπιν τούτου εκδόθηκε η 3523/14.1.2014 απόφαση του Αντιδημάρχου Περιαστικής και Αγροτικής Ανάπτυξης του Δήμου Λαρισαίων, με την οποία απορρίφθηκαν οι αντιρρήσεις του εκκαλούντος και επικυρώθηκε το επιβληθέν ως άνω συνολικό ποσό του προστίμου, με την αιτιολογία, όσον αφορά το ύψος αυτού, ότι η αρμοδιότητα της διοικήσεως είναι δέσμια και ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, λόγω αντιθέσεώς του προς τα άρθρα 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του Συντάγματος. Με την ασκηθείσα κατά των ως άνω πράξεων προσφυγή ο εκκαλών προέβαλε ότι εφόσον καταδικάσθηκε με την 2674/2013 απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σε φυλάκιση 18 μηνών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, η επιβολή του επιδίκου προστίμου αντίκειται στην αρχή «ne bis in idem», καθόσον αποτελεί κύρωση ποινικής φύσεως κατά την έννοια του άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, λόγω α) της υπαγωγής της παραβάσεως κατά τις ειδικότερες μορφές τελέσεώς της στο πεδίο του διοικητικού αλλά και του ποινικού δικαίου, β) του αποτρεπτικού και κατασταλτικού χαρακτήρα της κυρώσεως του προστίμου και γ) του βαθμού αυστηρότητος της κυρώσεως αυτής, η οποία, εν όψει του ύψους του προβλεπομένου προστίμου (30.000 ευρώ), πλήττει το έννομο αγαθό της περιουσίας του δράστη. Επίσης, προέβαλε ότι το επιβληθέν ως άνω πρόστιμο των 30.000 ευρώ για καθεμία από τις βεβαιωθείσες σε βάρος του παραβάσεις αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας και, συνεπώς, πρέπει να μειωθεί τούτο στο ποσό των 1.000 ευρώ για εκάστη των ως άνω περιπτώσεων των κουταβιών, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι είναι συνταξιούχος και η μηνιαία αυτού σύνταξη ανέρχεται στο ποσό των 1.361 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την ήδη εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την προσφυγή ως αβάσιμη. Ειδικότερα, έκρινε ότι η επιβολή του επίδικου προστίμου δεν αντίκειται στην αρχή ne bis in idem, επειδή, μεταξύ άλλων, ο προσφεύγων δεν επικαλούνταν, ούτε από τα προσκομιζόμενα στοιχεία προέκυπτε, το αμετάκλητο της 706/2014 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, αλλά και για το λόγο ότι η ποινική και διοικητική διαδικασία συνδέονταν ουσιωδώς και κατά χρόνο μεταξύ τους, επιδιώκοντας αλληλοσυμπληρούμενους σκοπούς και αποτελώντας ένα ενιαίο πλαίσιο αντιμετώπισης της κακοποίησης ζώων, καθώς και ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας και περαιτέρω ότι εφόσον ο εκκαλών είχε υποπέσει στην παράβαση του άρθρου 16α του ν.4039/2012, ορθώς του επεβλήθη πρόστιμο 30.000 ευρώ για κάθε κακοποιηθέν ζώο.

5. Επειδή με την κρινομένη έφεση ο εκκαλών προβάλλει ότι εφόσον έχει καταδικασθεί αμετάκλητα με την 706/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (σχετ. προσκομίζεται η απόφαση με την από 19.3.2018 επισημείωση ότι δεν έχει ασκηθεί κατ’ αυτής κανένα ένδικο μέσο), η επιβολή του επιδίκου προστίμου αντίκειται, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, στην αρχή ne bis in idem. Επικουρικώς, προβάλλει ότι με την ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου κρίθηκε ότι επρόκειτο για ένα αδίκημα που τελέσθηκε κατ’ εξακολούθηση και όχι για εννέα αυτοτελώς τελεσθέντα αδικήματα, και, συνεπώς, το επιβληθέν πρόστιμο θα πρέπει να περιοριστεί στο ποσό των 30.000 ευρώ, κατ’ άρθρο 21 του ν.4039/2012, εφόσον πρόκειται για μία παράβαση τελούμενη κατ’ εξακολούθηση και όχι για εννέα αυτοτελείς παραβάσεις. Επικαλείται δε ότι το επιβληθέν πρόστιμο των 270.000 ευρώ αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, καθώς το πρόστιμο των 30.000 ευρώ για κάθε κακοποιηθέν ζώο δεν είναι ανάλογο με τη βαρύτητα της παράβασης, τη σημαντικότητα του προσβαλλόμενου έννομου αγαθού και την κοινωνική και ηθική απαξία και δεν βρίσκεται σε αντιστοιχία με την προκαλούμενη στον παραβάτη βλαπτική κατάσταση, ενόψει και της παράλληλης ποινικής καταδίκης του, στην προκείμενη περίπτωση, καθώς και του εισοδήματός του (συνταξιούχος του ΤΑΠ-ΟΤΕ με μηνιαία σύνταξη 1.361 ευρώ), και ότι πρέπει το ποσό αυτό να μειωθεί στο εύλογο ποσό των 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση.

6. Επειδή, το άρθρο 4 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν. 1705/1987 (Α΄ 89) 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Π.Π.) της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ορίζει ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Όπως έχει κριθεί με την 359/2020 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη σε αυτήν απαγόρευση (ne bis in idem), η οποία αποτελεί εκδήλωση των αρχών του κράτους δικαίου και του δεδικασμένου, καθώς και των συναφών, επίσης θεμελιωδών, αρχών της ασφάλειας δικαίου και της σταθερότητας της έννομης κατάστασης των προσώπων (βλ. ΣτΕ 1102-1104/2018 επταμ. – πρβλ. ΔΕΕ 3.4.2019, C-617/17, Powszechny Zakład Ubezpieczeń na Życie S.A., σκ. 33), απαιτείται να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, κατ’ ουσίαν και κατά χρόνον, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, ενόψει της φύσεως των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση (είτε καταδικαστική είτε αθωωτική, υπό τον όρο ότι η αθώωση στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την ουσία της υποθέσεως, δηλαδή την τέλεση ή μη της παραβάσεως: βλ. ΣτΕ 1102-1104/2018 επταμ. και ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 8.7.2019, 54012/10, Mihalache v. Romania, σκ. 97-98) και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά, ήτοι στο αυτό σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους, χρονικά και τοπικά, και η συνδρομή των οποίων είναι απαραίτητη για την επιβολή της κυρώσεως (πρβλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., ΣτΕ 951/2018 επταμ., 175/2018, 2987/2017 επταμ., 680/2017 επταμ., 167-169/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ. κ.ά.). Εξάλλου, ο αποκλεισμός της σώρευσης ποινικής και διοικητικής (δίωξης και) κύρωσης, δυνάμει της ενωσιακής αρχής ne bis in idem, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κύρωση που επιβλήθηκε στο πλαίσιο της πρώτης αμετακλήτως περατωθείσας διαδικασίας (σε υπόθεση όπως η παρούσα, η ποινική) είναι αποτελεσματική, ανάλογη της παράβασης και αποτρεπτική (βλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 26.2.2013, C-617/10, Akerberg Fransson, σκέψη 36). Πράγματι, η αναγόμενη στο δημόσιο συμφέρον ανάγκη να προαχθεί η πρόληψη και η καταστολή των σχετικών παραβάσεων (ιδίως, δε, των πλέον σοβαρών) συνιστά θεμιτό λόγο περιορισμού της κανονιστικής εμβέλειας της απαγόρευσης ne bis in idem, τόσο κατά την ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευθεί από την ευρεία σύνθεση του ΕΔΔΑ, όσο και κατά το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, όπως έχει ερμηνευθεί από τη μείζονα σύνθεση του ΔΕΕ (βλ., αντίστοιχα, ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. 27.5.2014, Margus v. Croatia, 4455/10, σκ. 124-141, ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. 15.11.2016, Α και Β κατά Νορβηγίας, 24130/11 & 29758/11, σκ. 121-130 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 27.5.2014, C-129/14 PPU, Spasic, σκ. 62-63, ΔΕΕ μειζ. συνθ. 29.6.2016, C-486/14, Kossowski, σκ. 46-49, ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 41 και 44 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-537/16, Garlsson Real Estate SA κλπ., σκ. 43 και 46, ΣτΕ 1102-1104, 1887/2018 7μ.).

7. Επειδή, στο άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ – ν. 2717/1999, Α΄ 97), όπως η διάταξη αυτή ισχύει, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22-12-2016), ορίζεται ότι: «Τα [διοικητικά] δικαστήρια …. Δεσμεύονται, επίσης, από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη, … ». Η ως άνω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδαφ. β΄ του ΚΔΔ, ερμηνευόμενη (στενά), έχει την έννοια ότι (α) το διοικητικό δικαστήριο δεσμεύεται από αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, μόνον αν η ποινική απόφαση αφορά στην ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που καταλογίσθηκε στον προσφεύγοντα με την ένδικη διοικητική πράξη, με την οποία του επιβλήθηκε διοικητική κύρωση, και (β) η παραγόμενη δέσμευση αφορά στην «ενοχή» του προσφεύγοντος, ήτοι στο αξιόποινο της συμπεριφοράς του (ΣτΕ 1887, 951/2018 7μ.).

8. Επειδή, στο πλαίσιο της κρινόμενης διοικητικής διαφοράς από την επιβολή του ένδικου διοικητικού προστίμου κατά το άρθρο 16 παρ.α του 4039/2012 (για βασανισμό, κακοποίηση, κακή και βάναυση μεταχείριση οποιουδήποτε είδους ζώου, καθώς και οποιαδήποτε πράξη βίας κατ’ αυτού, όπως ιδίως η δηλητηρίαση, το κρέμασμα, ο πνιγμός, το κάψιμο, η σύνθλιψη και ο ακρωτηριασμός), πληρούνται τα κριτήρια εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ, εφόσον: α) Υπάρχουν δύο αυτοτελείς διαδικασίες για την ίδια παραβατική συμπεριφορά, που δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους κατ’ ουσίαν και κατά χρόνο, δηλαδή αφενός η ποινική διαδικασία (προβλεπόμενη στο άρθρο 20 παρ.2 του νόμου με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από 5.000 έως 15.000 ευρώ), η οποία άρχισε με τη σύλληψη του εκκαλούντος στις 28.8.2013 και ολοκληρώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης 706/3.6.2014 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία επιβλήθηκε η τελική ποινή σε βάρος του. Αφετέρου, υπάρχει και η διοικητική διαδικασία επιβολής προστίμου, η οποία άρχισε με την έκδοση της 5/28.8.2013 πράξης βεβαίωσης της διοικητικής παράβασης από το Δήμο και της 3523/14.1.2014 απόφασης του Αντιδημάρχου Περιαστικής και Αγροτικής Ανάπτυξης του Δήμου Λαρισαίων, με την οποία επικυρώθηκε το ένδικο πρόστιμο, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη 916/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. β) Το προβλεπόμενο (στο άρθρο 21 περ.39 του ίδιου νόμου) διοικητικό πρόστιμο ύψους 30.000 ευρώ για κάθε ζώο (συνολικά 270.000 ευρώ για τα εννέα), ενόψει της φύσεως της σχετικής παράβασης και της βαρύτητας της προβλεπόμενης διοικητικής κυρώσεως, δεν έχει μόνο αποτρεπτικό χαρακτήρα, αλλά έχει και τιμωρητικό σκοπό, λόγω της πρόκλησης πόνου και αγωνίας σε ένα ον που συναισθάνεται, και, συνεπώς, και αυτή έχει «ποινικό» χαρακτήρα. γ) Η ποινική διαδικασία ολοκληρώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης 706/3.6.2014 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την οποία παραδεκτώς επικαλείται ο εκκαλών το πρώτον με την έφεσή του, δεδομένου ότι κατά την άσκηση της προσφυγής του στις 18.3.2014 δεν είχε ακόμα εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, αλλά είχε γίνει επίκληση της καταδίκης του σε πρώτο βαθμό, και, συνεπώς, η προβολή του σχετικού ισχυρισμού στην κατ’ έφεση δίκη κρίνεται δικαιολογημένη, κατ’ άρθρο 96 παρ.2 του ΚΔΔ. δ) Η ποινική και διοικητική διαδικασία συνδέονται πλέον μεταξύ τους, μετά την έκδοση της αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής απόφασης, κατά το άρθρο 5 παρ.2 του ΚΔΔ. Κατ’ ακολουθία, η αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση, για την ίδια παράβαση, παράγει δέσμευση όσον αφορά τη νομιμότητα του καταλογισμού του ένδικου διοικητικού προστίμου, υπό την έννοια ότι οδηγεί στην ακύρωση από το διοικητικό δικαστήριο της πράξης καταλογισμού στον εκκαλούντα του διοικητικού προστίμου, ήτοι σε αποτέλεσμα που αντανακλά τις επιταγές του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ, αλλά και τις απαιτήσεις των άρθρων 50 και 52 (παρ. 1) του Χάρτη, όπως έχουν ερμηνευθεί από το ΔΕΕ (πρβλ. ΣτΕ 1887, 951/2018 7μ.), αντίθετη δε ερμηνευτική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία το διοικητικό δικαστήριο, ακολουθώντας την ποινική κρίση, επικυρώνει τον γενόμενο από τη Διοίκηση καταλογισμό της παράβασης και του συναφούς διοικητικού προστίμου, θα ήταν κατ’ αρχήν ασύμβατη με την απαγόρευση ne bis in idem. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικά δεκτά στη σκέψη 6, η ως άνω δέσμευση, που καταλήγει στο προαναφερόμενο αποτέλεσμα (ακύρωση της πράξης επιβολής του διοικητικού προστίμου), παράγεται υπό την προϋπόθεση ότι η αμετακλήτως επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση, αυτοτελώς ορώμενη, είναι αποτελεσματική, αποτρεπτική και ανάλογη της σοβαρότητας της παράβασης (από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τέλεσής της).

9. Επειδή, εν προκειμένω, ι) ο εκκαλών κρίθηκε με απόφαση ποινικού δικαστηρίου αμετακλήτως ότι είναι ένοχος ότι στη Λάρισα στις 27.8.2013 με πρόθεση προέβη σε πράξη βίας κατά ζώου, ειδικότερα, με σκαπτικό εργαλείο χτύπησε εννέα κουτάβια, τα οποία γέννησε σκυλί ιδιοκτησίας του και στη συνέχεια τα έκλεισε σε πλαστική σακούλα και τα πέταξε σε ξεροπόταμο, παρακλάδι του Πηνειού ποταμού, με αποτέλεσμα τα οκτώ εξ αυτών να θανατωθούν, ιι) για τις παραβάσεις αυτές της κακοποίησης ζώων του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, η οποία είναι κατώτερη της ελάχιστης προβλεπόμενης στο άρθρο 20 παρ.2 του ν.4039/2012 για καθεμία παράβαση, ενώ δεν του επιβλήθηκε καμία χρηματική ποινή, παρότι αυτή προβλέπεται σωρευτικά στη διάταξη (ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους – έως πέντε έτη κατά το άρθρο 53 του Ποινικού Κώδικα – και χρηματική ποινή από 5.000 έως 15.000 ευρώ) ιιι) η ανωτέρω ποινή του επιβλήθηκε με τριετή αναστολή. Ενόψει αυτών, η ως άνω επιβληθείσα αμετακλήτως από το ποινικό δικαστήριο στον εκκαλούντα ποινή παρίσταται εμφανώς ιδιαζόντως ελαφριά, ώστε, αυτοτελώς ορώμενη, να μην μπορεί να θεωρηθεί ως ικανή να καταστείλει κατά τρόπο αποτρεπτικό, αποτελεσματικό και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας τις επίμαχες, αρκετά σοβαρές, διοικητικές παραβάσεις της κακοποίησης ζώων σε εννέα περιπτώσεις, που του αποδόθηκαν. Τούτων έπεται ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στις σκέψεις 6 και 8, σε υπόθεση όπως η παρούσα, το Δικαστήριο δεν άγεται στην ακύρωση της πράξης επιβολής διοικητικού προστίμου στον εκκαλούντα, δεσμευόμενο από την ύπαρξη αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής απόφασης σε βάρος του, για τις ίδιες κατ’ ουσίαν παραβάσεις, αλλά κρίνει επί των προβαλλόμενων λόγων, συνεκτιμώντας ειδικά την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση, ο δε αντίθετος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

10. Επειδή, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος εδάφιο τέταρτο) οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν. Όσον αφορά τον έλεγχο της προσφορότητας και αναγκαιότητας των μέτρων που θεσπίζονται για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, ο νομοθέτης -στον οποίο περιλαμβάνεται και ο κανονιστικός νομοθέτης- διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης, για τον καθορισμό των ρυθμίσεων που αυτός κρίνει πρόσφορες και αναγκαίες. Ως εκ τούτου, ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση αν η θεσπιζόμενη ρύθμιση, είτε είναι προδήλως απρόσφορη, είτε υπερβαίνει προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο (ΣτΕ 1210/2010 Ολομ., βλ. επίσης 3536/2009 7μ., 3604/2011, 4172/2012 7μ., 669/2016 7μ., 985/2017 κ.ά). Κατ’ ακολουθία, ένα μέτρο που προβλέπεται από διάταξη νόμου ως κύρωση για παράβαση διάταξης, τότε μόνο αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, όταν από το είδος του ή τη φύση του είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού ή όταν οι δυσμενείς συνέπειες του μέτρου τελούν σε προφανή δυσαναλογία ή υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό (ΣτΕ 2301/2015, 3130/2014, 3474/2011 Ολ., 990/2004 Ολ.).

11. Επειδή, όπως συνάγεται από την εισηγητική έκθεση του ν. 4039/2012, με τη θέσπιση αυτού και τις ρυθμίσεις περί διοικητικών κυρώσεων του άρθρου 21 αυτού εσκοπήθη, μεταξύ άλλων, η συµπλήρωση, βελτίωση, εκσυγχρονισµός και επικαιροποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας, έτσι ώστε, η προστασία των ζώων, σε συμμόρφωση προς τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας, να καταστεί πιο ουσιαστική και αποτελεσµατική, λόγω της συνεχιζόμενης κακομεταχείρισης των ζώων υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς. Περαιτέρω, στην ίδια εισηγητική έκθεση αναφέρεται ότι κρίθηκε αναγκαία η αυστηροποίηση των διατάξεων στην περίπτωση της κακοποίησης ζώου, προκειµένου να υπάρχει ένα πλήρες, αναλογικό, αποτρεπτικό και αποτελεσµατικό σύστηµα κυρώσεων. Στα πλαίσια αυτά, με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 21 του ν. 4039/2012 προβλέφθηκε η επιβολή σταθερού, πάντοτε, προστίμου, ανερχόμενου στο ποσό των 30.000 ευρώ για κακοποίηση κάθε ζώου, ενώ για λιγότερο σοβαρές παραβάσεις τα πρόστιμα κυμαίνονται από 100 έως 20.000 ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά, η διάταξη του άρθρου 21 του ν. 4039/2012, η οποία, ενόψει της ανάγκης προστασίας των ζώων ως όντων που υποφέρουν και θυµούνται, είναι έξυπνα και έχουν συναισθήματα, προσδιορίζει το πρόστιμο για την κακοποίηση κάθε ζώου στο ποσό των 30.000 ευρώ, δεν αντίκειται στην προβλεπόμενη από το Σύνταγμα αρχή της αναλογικότητας, διότι δεν θεσπίζει μέτρο προδήλως ακατάλληλο και απρόσφορο ούτε υπερακοντίζει τον καίριο σκοπό δημοσίου συμφέροντος στον οποίον αποβλέπει, της προστασίας των ζώων, του κολασμού του παραβάτη και της αποτροπής παρομοίων παραβάσεων (πρβλ. ΣτΕ 2301/2015, 3130/2014, 1040/2014, 3167/2013, 459/2013 Ολομ., 3474/2011 Ολομ., 2402/2010 7μ., υποθ. C-262/1999, Λουλουδάκης κατά Ελληνικού Δημοσίου).

12. Επειδή, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν από την 5/2013 πράξη βεβαίωσης της παράβασης των αρμοδίων οργάνων της Δημοτικής Αστυνομίας και από την 706/2014 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ο εκκαλών υπέπεσε στην βαρύτερη από τις περιγραφόμενες στην παράγραφο α του άρθρου 16 του ν.4039/2012 παραβάσεις, δηλαδή κακοποίηση ζώου με σύνθλιψη με σκαπτικό εργαλείο και στη συνέχεια πρόκληση ασφυξίας με τοποθέτηση μέσα σε νάιλον σακούλα, και μάλιστα σε εννέα διακεκριμένες περιπτώσεις, σε οκτώ εκ των οποίων τα νεογέννητα ζώα – τα οποία γέννησε σκύλος ιδιοκτησίας του – πέθαναν και μόνο το ένα επιβίωσε. Συνεπώς, ο λόγος της έφεσης περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης, λόγω του αντικειμενικού προσδιορισμού και του ύψους του προστίμου, χωρίς τη δυνατότητα επιμέτρησης από τη διοίκηση, προβάλλεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι, πάντως, στην περίπτωσή του, ενόψει της ιδιαίτερα ελαφράς ποινής που επιβλήθηκε από το ποινικό δικαστήριο (φυλάκιση 5 μηνών με τριετή αναστολή, χωρίς την επιβολή καμίας χρηματικής ποινής), της ιδιάζουσας βαρύτητας των παραβάσεων και των ιδιαίτερων συνθηκών που αυτές έλαβαν, όπως περιγράφονται παραπάνω, ορθώς του επιβλήθηκαν τα ένδικα πρόστιμα για εννέα αυτοτελείς παραβάσεις στο ποσό των 30.000 ευρώ για καθεμία, το ύψος του οποίου, στην κρινόμενη υπόθεση, κρίνεται εύλογο και προσήκον και δεν παραβιάζει την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα και με όσα έγιναν ερμηνευτικά δεκτά στη σκέψη 11, ενώ η επικαλούμενη οικονομική του κατάσταση δεν αποτελεί κριτήριο καθορισμού του ύψους του προστίμου. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του, ότι με την ανωτέρω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου καταδικάστηκε για ένα αδίκημα τελεσθέν κατ’ εξακολούθηση και, συνεπώς, πρέπει να του επιβληθεί ένα πρόστιμο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι με την απόφαση αυτή κρίθηκε ένοχος και για τις εννέα περιπτώσεις βίας κατά ζώου, ανεξαρτήτως του ύψους της επιβληθείσας ποινής.

13. Επειδή, κατόπιν αυτών, ορθά απορρίφθηκε ως αβάσιμη η από 18.3.2014 προσφυγή του εκκαλούντος, με την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αν και με διαφορετική αιτιολογία, η δε κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί, ενώ το καταβληθέν παράβολο να καταπέσει υπέρ του Δημοσίου.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την έφεση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου υπέρ του Δημοσίου.

Δημοσιεύθηκε στην Λάρισα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 30.4.2020

 

 

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο analuseto.gr