ΕιρΑθ 2230/2020: Πώληση μεταχειρισμένου αυτοκινήτου με κρυμμένο πραγματικό ελάττωμα την ανυπαρξία του οποίου είχε εγγυηθεί ο πωλητής.

Advertisements

Επί πωλήσεως κινητού ή ακινήτου πράγματος που έχει έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή με κρυμμένο πραγματικό ελάττωμα, ο πωλητής έχει γνήσια αντικειμενική ευθύνη έναντι του αγοραστή, για αντικατάσταση του κατ’ είδος ορισμένου πωληθέντος ελαττωματικού πράγματος, για μείωση του τιμήματος ή και αποζημίωση του αγοραστή για την ζημία την οποία υπέστη, συνεπεία της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας ή την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος. Πώληση μεταχειρισμένου αυτοκινήτου με κρυμμένο πραγματικό ελάττωμα, την ανυπαρξία του οποίου είχε εγγυηθεί ο πωλητής. Συρροή ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης. Επιδικάσθηκαν στον αγοραστή οι δαπάνες επισκευής του οχήματός του, για τις ζημίες του από το κρυμμένο ελάττωμα (αιφνίδια υπερθέρμανση κινητήρα), μείωση της εμπορευσιμότητας της αξίας (υπαξία) του αυτοκινήτου λόγω των εκτεταμένων καίριων, μηχανικών ζημιών του και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του από την αδικοπραξία που τέλεσε σε βάρος του ο πωλητής, αποκρύπτοντας από αμέλεια ή δόλο την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος κατά την πώληση.

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 2230/2020

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Σοφία Μανουηλίδου την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την παρουσία της Γραμματέα Ζωής Δερμεντζόγλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 28 Νοεμβρίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος – ενάγοντος: …, κατοίκου Νέας Ερυθραίας Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Γεωργίου.

Της καθ’ ης η κλήση – εναγομένης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<PANMARIN ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ – ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ – ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ – ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΥΣΙΜΩΝ, ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ, ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ>> και τον διακριτικό τίτλο <<Auto Marin>>, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Κορκόβελου.

Ο ενάγων με την από 21.3.2014, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ./2014 αγωγή του, διαδικασίας μικροδιαφορών, την οποία επανέφερε προς συζήτηση με την από 18.5.2016, με ΓΑΚ ./2016 και ΕΑΚ ./2016 κλήση του, ζητεί όσα αναφέρονται σε αυτή.

Για την προκείμενη συζήτηση της αγωγής και μετά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο και με τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, το Δικαστήριο αφού:

ʼκουσε όσα περιέχονται στα πρακτικά.

Μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε σύμφωνα με το Νόμο

Από τις διατάξεις έκθεμα των άρθρων 513, 522, 534, 540 και 543 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του νόμου 3043/2002, προκύπτει, ότι σε περίπτωση, που κατάτο χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα. Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκηση τους. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού. Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται, όχι μόνο  κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκεια της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος, ενώ ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει την συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψη της (ΑΠ 402/2018, ΑΠ 499/2017). Η παροχή πράγματος από τον πωλητή στον αγοραστή χωρίς τις ως άνω ιδιότητες και με πραγματικά ελαττώματα είναι θεμελιωτική της ευθύνης λόγω μη εκπληρώσεως, η οποία υπόκειται στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 537 ΑΚ, που βασικά ορίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη, και παρέχει στον αγοραστή, είτε πρόκειται για πώληση γένους, είτε για πώληση είδους, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα να αξιώσει, κατά τις διατάξεις των άρθρων 540 § 1 αριθ. 1, 2 και 543 ΑΚ, τη διόρθωση του πράγματος ή τη μείωση του τιμήματος, διότι μετά τη μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή, ήτοι μετά την παράδοση σ’ αυτόν του πράγματος και τη διαπίστωση της ελαττωματικότητας του, εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 540 επ. ΑΚ και όχι οι γενικές διατάξεις του ΑΚ (ΑΠ 1544/ 2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘ 638/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘ 383/2011 Αρμ. 2011. 945, ΕφΘ 394/ 2009 Αρμ 2010. 1337). Το δικαίωμα μειώσεως του τιμήματος είναι δικαίωμα διαπλαστικό και μπορεί να ασκηθεί είτε δικαστικά με αγωγή ή ένσταση (γνήσια ανατρεπτική), είτε εξώδικα με σχετική μονομερή και άτυπη δήλωση του αγοραστή προς τον πωλητή, η οποία διαπλάσσει τη νέα έννομη κατάσταση και επιφέρει τα ενοχικά αποτελέσματα της από τη χρονική στιγμή που θα περιέλθει στον πωλητή. Έκτοτε, ο τελευταίος υποχρεούται, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, εφόσον το τίμημα κατεβλήθη ολοσχερώς από τον αγοραστή, να επιστρέφει σ’ αυτόν το τμήμα εκείνο του τιμήματος κατά το οποίο μειώθηκε τούτο με την άσκηση του παραπάνω διαπλαστικού δικαιώματος (ΑΠ 574/2005 Αρμ 2006. 67, ΕφΛ 142/2009 ΕπισκΕμπΔικ 2009. 500). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι για να υπάρξει αδικοπραξία και υποχρέωση του ζημιώσαντος να αποζημιώσει τον παθόντα και να ικανοποιήσει την ηθική του βλάβη, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, προϋποτίθεται ότι η ζημία (θετική ή αποθετική) προκλήθηκε παρά το νόμο από   πράξη ή παράλειψη, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του δράστη, δηλαδή σε δόλο ή αμέλεια και ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της ζημίας, που επήλθε. Η ζημία είναι παράνομη όταν με την πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου προσβάλλεται δικαίωμα ή και απλό συμφέρον του παθόντος, προστατευόμενο από ορισμένη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάσθηκε. Μόνη η αθέτηση προϋφιοτάμενης ενοχής είναι μεν πράξη παράνομη, δεν συνιστά όμως και αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Είναι ωστόσο δυνατό μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανείς υπαιτίως ζημία σε άλλον (ΑΠ 1120/2005, ΕφΑΘ 302/2006). Ειδικότερα, όταν υπάρχει ενδοσυμβατική ευθύνη για πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος πράγματος, για τη θεμελίωση και αδικοπρακτικής ευθύνης του πωλητή, θα πρέπει η ύπαρξη του ελαττώματος να αποδίδεται σε υπαίτια συμπεριφορά του, όπως συμβαίνει όταν αυτός με πρόθεση επιδιώκει να δημιουργήσει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη εντύπωση στον αγοραστή, αναφορικά με την ανυπαρξία πραγματικού ελαττώματος, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή με την απόκρυψη των αληθινών γεγονότων (ΑΠ 737/2011, ΕφΑΘ 2561/2015, ΕφΑΘ 5137/2011, ΕφΑΘ 1274/2011 ΕφΠειρ 699/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι δυνάμει της από 13.6.2013 σύμβασης πωλήσεως, που κατήρτισε με την εναγομένη, η τελευταία του μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και με την παροχή εγγυήσεως καλής λειτουργίας για χρονικό διάστημα τριών ετών το περιγραφόμενο μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, τύπου CITROEN, αντί τιμήματος 14.450 ευρώ, το οποίο εξόφλησε πλήρως. Ότι οι υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις της εναγομένης, δια των προστηθέντων πωλητών της, περί κανονικής λειτουργίας του αυτοκινήτου και απαλλαγμένου πραγματικών ελαττωμάτων, αποδείχθηκαν απατηλές και φρούδες, αφού αυτή απέβλεψε να τον εξαπατήσει, με σκοπό το αθέμιτο κέρδος της και του πώλησε ελαττωματικό αυτοκίνητο, εν γνώσει της ότι κατά τη πώληση του αυτό έφερε κρυμμένο σοβαρό μηχανικό ελάττωμα και δη προϋπάρχουσα βλάβη του κινητήρα του. Ότι το ελάττωμα αυτό εμφανίστηκε στις 4.9.2013, όταν κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου από τον ίδιο παρουσιάστηκε υπερθέρμανση του, οπότε αναγκάστηκε να το ακινητοποιήσει για την αποτροπή περαιτέρω απρόβλεπτων ζημιών του και στη συνέχεια να μεταφερθεί με γερανό σε εξουσιοδοτημένο συνεργείο της αντιπροσωπείας CITROEN, όπου διαπιστώθηκαν εκτεταμένες βλάβες του και δη προϋπάρχουσα βλάβη του κινητήρα του, που εμφάνισε στρέβλωση του συστήματος μπλοκαρίσματος του, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η κίνηση του χωρίς τριβή των εσωτερικών τμημάτων της μηχανής του και από το απότομο και ανεξέλεγκτο ανέβασμα της θερμοκρασίας του αυτοκινήτου, να υφίσταται κίνδυνος της ανά πάσα στιγμή ανάφλεξης του. Ότι για την αγορά των αναφερομένων ανταλλακτικών και τις αναφερόμενες εργασίες επισκευής των ζημιών που προκλήθηκαν από το άνω ελάττωμα του αυτοκινήτου κατέβαλε συνολικά το ποσό των 3.200 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος Φ.Π.Α.). Ότι το άνω αυτοκίνητο του, συνεπεία των προαναφερομένων κρυμμένων ζημιών του, του ύψους, της φύσης, του είδους και της έκτασης των και παρά την επιμελημένη επισκευή του, υπέστη λόγω της τεχνικής και εμπορευματικής απομείωσής του μείωση της αγοραστικής αξίας του κατά ποσοστό 5% επί της αξίας του πριν το ένδικο συμβάν, ήτοι κατά το ποσό των (14.450,00Χ 5%=) 722,50 ευρώ. Ότι η εναγομένη γνώριζε ότι το αυτοκίνητο έφερε σοβαρό μηχανικό ελάττωμα κατά την πώληση του, που μπορούσε να διαπιστωθεί από τους τεχνικούς συμβούλους της, με απλό έλεγχο της μηχανής του οχήματος, ώστε αυτό ή να επιδιορθωθεί πρώτα και μετά να του πωληθεί ή να μειωθεί η αξία πωλήσεως του, κατά το ποσό που το τίμημα εκ των πραγμάτων θα απομειωνοταν, με βάση τη δαπάνη αποκαταστάσεως του άνω πραγματικού ελαττώματος, που έφερε και του απέκρυψε η εναγομένη και το οποίο εάν γνώριζε θα μειωνόταν το συμφωνηθέν τίμημα της πωλήσεως κατά το ανωτέρω ποσό της ζημίας του για την επισκευή του και το οποίο η εναγομένη του οφείλει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των άρθρων 904 επ. του ΑΚ. Ότι συνεπεία της τελεσθείσας από την εναγομένη αδικοπραξίας υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται χρηματική ικανοποίηση γι’ αυτή, ποσού 1.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 4.922,50 ΕΥΡΩ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή νόμιμα εισάγεται  προς   συζήτηση   ενώπιον του αρμοδίου καθ’  ύλην και κατά τόπο (άρθρα 9, 14§1 και 25 ΚΠολΔ) δικαστηρίου αυτού, κατά τις ειδικές διατάξεις των μικροδιαφορών (466 επ. ΚΠολΔ) και είναι επαρκώς ορισμένη (άρθρο 216 ΚΠολΔ), καθόσον αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, μεταξύ άλλων το πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος οχήματος, το είδος και η φύση του καθώς και η βλάβη που προκάλεσε το ελάττωμα στη λειτουργία και στην αξία του πωληθέντος πράγματος, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης. Εξάλλου για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, αρκεί κατ’ αρχήν, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, η δικαιολόγηση, δηλαδή ότι το καταγόμενο σε κρίση δικαίωμα ανήκει στον ενάγοντα και ότι η αντίστοιχη υποχρέωση βαρύνει τον εναγόμενο, έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται αναληθής οπότε η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη λόγω ανυπαρξίας του επίδικου δικαιώματος και όχι για έλλειψη νομιμοποίησης. Ως εκ τούτου, η εκ μέρους της εναγομένης αμφισβήτηση των περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων για τη θεμελίωση της ενεργητικής του νομιμοποίησης, ήτοι της μεταβιβάσεως σε αυτόν λόγω πωλήσεως από την εναγομένη της αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής του επίδικου αυτοκινήτου, δεν συνιστά ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης (ΑΠ 602/2002 ΕλλΔνη 43. 1680, ΑΠ 954/1997 ΕλλΔνη 40. 339). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 513, 534, 535, 537, 540, 543, 914, 932, 345-346 του ΑΚ και 176 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσία της, δεδομένου ότι για το αντικείμενο της έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα υπέρ τρίτων ποσοστά (βλ. προσκομιζόμενα υπ’ αριθμ. … σειράς Α αγωγόσημα) και έχουν προσκομισθεί τα απαιτούμενα από το άρθρο 61 του Κώδικα Δικηγόρων γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.

Από τη χωρίς όρκο κατάθεση του ενάγοντος και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, που νομότυπα δόθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα της παρούσας πρακτικά συνεδριάσεως, τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, από τα εκατέρωθεν συνομολογούμενα κατ’ άρθρο 261 ΚΠολΔ και τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Δυνάμει της από 13.6.2013 σύμβασης πωλήσεως, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος, της … και της εναγομένης, η τελευταία μεταβίβασε την κυριότητα, νομή και κατοχή κατά ποσοστό 80% στον ενάγοντα και κατά ποσοστό 20% στην … ενός LX. επιβατικού μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, τύπου CITROEN, τύπου C5, κυλινδρισμού 1600 κυβ. εκ., με αριθμό κυκλοφορίας ΙΟΗ – …, αντί συμφωνηθέντος και καταβληθέντος από τους αγοραστές συνολικού τιμήματος, ποσού 14.450 ευρώ. Κατά την κατάρτιση της άνω συμβάσεως πωλήσεως η εναγομένη υποσχέθηκε στους αγοραστές την πλήρη και κανονική λειτουργία του άνω αυτοκινήτου, απαλλαγμένου τούτου πραγματικών ελαττωμάτων, που θα μείωναν την αξία και την χρησιμότητα του και ότι αυτό έφερε όλες τις συνομολογημένες ιδιότητες του, με βάση το εργοστάσιο κατασκευής του, τον τύπο του και την όλη λειτουργικότητα του, πιστοποιώντας σε ειδικό βιβλίο της ότι εγγυάται για διάστημα τριών (3) ετών, την ανυπαρξία σκουριάς στο αμάξωμα του οχήματος, το ότι αυτό ήταν ατρακάριοτο, ότι δεν έφερε  καμία μηχανική βλάβη και ότι είχε υποστεί βιολογικό καθαρισμό, με την προϋπόθεση ότι οι αγοραστές προέβαιναν σε τακτές προθεσμίες στη συστηματική, προγραμματισμένη συντήρηση του αυτοκινήτου στα συνεργεία της εναγομένης. Όμως το άνω αυτοκίνητο κατά την πώληση του έφερε πραγματικό ελάττωμα κεκαλυμμένο και δη βλάβη στον κινητήρα του, η οποία εμφανίστηκε τρεις μήνες από το χρόνο της πώλησης του και είχε ως συνέπεια την πρόκληση και περαιτέρω ζημιών του. Συγκεκριμένα στις 4.9.2013 ο ενάγων ξεκίνησε να οδηγεί το ως άνω αυτοκίνητο από το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» προς την κατοικία του, στη Νέα Ερυθραία Αττικής, με συνεπιβάτες τη σύζυγο του και τον υιό τους. Φθάνοντας στην Αττική οδό, στο ύψος της διαδρομής κοντά στο Μαρούσι, η θερμοκρασία εντός του αυτοκινήτου έφθασε σε σημείο ανυπόφορο και τα ηλεκτρολογικά του συστήματα επεδείκνυαν με ανάλογο φωτισμό μηχανική βλάβη, οπότε ο ενάγων σταμάτησε το όχημα σε παρακείμενο χώρο για να μην υποστεί περαιτέρω απρόβλεπτες ζημίες και κάλεσε την οδική βοήθεια της Αττικής οδού. Ο τεχνικός που κατέφθασε είπε στον ενάγοντα και την οικογένεια του ότι μάλλον είχε καεί η φλάντζα του αυτοκινήτου, ότι είχαν χυθεί σε όλο το χώρο της μηχανής του υγρά του ψυγείου της από την υπερθέρμανση και ότι αυτό δεν μπορούσε να κινηθεί αυτοδυνάμως. Κατόπιν τούτου το παραπάνω αυτοκίνητο μεταφέρθηκε με γερανοφόρο όχημα προς επισκευή στο εξουσιοδοτημένο συνεργείο της αντιπροσωπείας CITROEN, με τον διακριτικό τίτλο «Ωμέγα Ελλάς», της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «… Ε.Π.Ε.», όπου διαπιστώθηκαν εκτεταμένες βλάβες του και δη προϋπάρχουσα βλάβη του κινητήρα του, που εμφάνισε στρέβλωση του συστήματος μπλοκαρίσματος του, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η κίνηση του χωρίς τριβή των εσωτερικών τμημάτων της μηχανής του και από το απότομο και ανεξέλεγκτο ανέβασμα της θερμοκρασίας του αυτοκινήτου, να υφίσταται κίνδυνος της ανά πάσα στιγμή ανάφλεξης του. Κατά σύσταση του άνω συνεργείου το αυτοκίνητο έπρεπε να μεταφερθεί στο συνεργείο της εναγομένης, προκειμένου να επισκευασθεί με έξοδα και δαπάνες της τελευταίας, με βάση την τριετή εγγύηση, που είχε χορηγήσει στους άνω αγοραστές για την καλή μηχανική λειτουργία του αυτοκινήτου κατά την πώληση του και ότι η ζημία του καλυπτόταν απ’ αυτήν. Πράγματι το άνω αυτοκίνητο μεταφέρθηκε με γερανό στο συνεργείο της εναγομένης, που διατηρεί στον ʼγιο Στέφανο Αττικής, για να επισκευασθεί με έξοδα και δαπάνες της, πλην όμως, παρότι το αυτοκίνητο παρέμεινε εκεί επί 27 ημέρες, η εναγομένη αδιαφορώντας δεν προέβη σε επισκευή του, οπότε ο ενάγων αναγκάστηκε να μεταφέρει εκ νέου το αυτοκίνητο στο άνω εξουσιοδοτημένο συνεργείο CITROEN προς επισκευή του, για την οποία καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των 3.200 ευρώ. Συγκεκριμένα για αγορά των αναφερομένων αναλυτικά στην αγωγή ανταλλακτικών, κατ’ είδος, ποσότητα και αξία εκάστου αυτών, ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των 2.318,60 € (συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος Φ.Π.Α. 23%, βλ. προσαγόμενη υπ’ αριθμ. ./15-10-2013 απόδειξη λιανικής πώλησης της εταιρείας με την επωνυμία «… Ε.Π.Ε.») και για την εκτέλεση των αναφερομένων αναλυτικά στην αγωγή εργασιών, κατ’ είδος, ποσότητα και αξία εκάστης αυτών, κατέβαλε το ποσό των 881,40 € (συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος Φ.Π.Α. 23%, βλ. προσαγόμενη υπ’ αριθμ. ./15-10-2013 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ιδίως ως άνω εταιρείας). Επιπλέον αποδείχθηκε ότι παρά την επισκευή του αυτοκινήτου, εξαιτίας του άνω ελαττώματος του και λαμβανομένων υπόψη του ύψους, της φύσης, του είδους και της έκτασης των προκληθεισών εξαιτίας του άνω ελαττώματος ζημιών του, υπέστη μείωση της αγοραστικής του αξίας, η οποία εκτιμάται στο ποσό των 600 ευρώ. Η εναγομένη ως εταιρεία ειδικευμένη στην πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, γνώριζε ότι το αυτοκίνητο έφερε σοβαρό μηχανικό ελάττωμα κατά την πώληση του, που μπορούσε να διαπιστωθεί από τους τεχνικούς συμβούλους της, με απλό έλεγχο της μηχανής του οχήματος, ώστε αυτό ή να επιδιορθωθεί πρώτα και μετά να πωληθεί ή να μειωθεί η αξία πωλήσεως του, κατά το ποσό που το τίμημα εκ των πραγμάτων θα απομειωνόταν, με βάση τη δαπάνη αποκαταστάσεως του πραγματικού ελαττώματος, που αυτό έφερε και έπρεπε πριν την πώληση, με βάση την καλή συναλλακτική πίστη, τα χρηστά ήθη και την συναλλακτική ευθύτητα, να επιδιορθωθεί. Η νόμιμα προβληθείσα από την εναγομένη κατ’ άρθρο 300 ΑΚ ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσία αβάσιμη, καθόσον από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι η άνω ζημία του αυτοκινήτου προκλήθηκε εξαιτίας του προαναφερομένου πραγματικού ελαττώματος του και ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος ουδόλως συνετέλεσε στην πρόκληση της ζημίας του, διότι αυτός σταμάτησε άμεσα την κίνηση του οχήματος όταν αντιλήφθηκε την υπερθέρμανση του. Κατ’ ακολουθία η εναγομένη ευθύνεται από την σύμβαση για το κρυμμένο ελάττωμα που έφερε το αυτοκίνητο κατά την πώληση του, που διαπιστώθηκε εντός εξαμήνου και συνεπώς, τεκμαίρεται ότι υπήρχε κατά την παράδοση (537§1 ΑΚ), η οποία ευθύνη είναι αντικειμενική και πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλλει στον ενάγοντα-αγοραστή του επίδικου αυτοκινήτου κατά ποσοστό 80%, ανάλογη αποζημίωση, ύψους (3.200+600=3.800X80%=) 3.040 ευρώ, για την μείωση του τιμήματος, ως προς την οποία μόνο ως προς το άνω ποσοστό της μεταβιβάσεως του σε αυτόν λόγω πωλήσεως νόμιμα και έγκυρα ασκεί την αγωγή ο ενάγων. Τέλος, αποδείχθηκε ότι από την ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία πέραν του ότι αποτελεί αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης, συνιστά και αδικοπραξία, καθόσον αυτή αν και γνώριζε κατά το χρόνο παράδοσης του αυτοκινήτου στον ενάγοντα – αγοραστή την ύπαρξη του ανωτέρω πραγματικού ελαττώματος, εντούτοις δολίως το απέκρυψε και παριστάνοντας του ψευδή γεγονότα ως αληθή πέτυχε να της καταβάλει ο ενάγων-αντισυμβαλλόμενός της το άνω ποσό του τιμήματος κατά το ανάλογο ποσοστό της συγκυριότητας του. Εξαιτίας της άνω αδικοπραξίας της εναγομένης, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών κάτω από τις οποίες έγινε, του είδους και της έκτασης της ζημίας, της ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστη ο ενάγων, καθώς και της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των μερών, πρέπει να ανέλθει στο ποσό των 600 ευρώ.

Κατόπιν αυτών, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.640 ΕΥΡΩ, ως αποζημίωση του και για χρηματική ικανοποίηση του, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός (άρθρο 178 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Για τους λόγους αυτούς

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων εξακοσίων σαράντα (3.640) ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης μέρος της δικαστικής δαπάνης  του ενάγοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ΕΥΡΩ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του.

                             Αθήνα  31-08-2020

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο dsanet.gr