Απόρριψη ως ουσία αβάσιμης της ενστάσεως πιστωτή περί δόλιας αδυναμίας πληρωμής της αιτούσας. Προστασία πρώτης κατοικίας μετά την παύση ισχύος του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010. Εξαίρεση από την ρευστοποίηση έναντι του ανταλλάγματος που θα προέκυπτε σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Μηνιαίες καταβολές ποσού 92,59 ευρώ για χρονικό διάστημα διακοσίων δέκα έξι μηνών.

Advertisements

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του Σωκράτη Οδ. Τσαχιρίδη, Δικηγόρου, ΜΔ Παντείου Πανεπιστημίου, Διαπιστευμένου Διαμεσολαβητή, εξειδικευμένου στην τραπεζική διαμεσολάβηση)

 

 

Αριθμός απόφασης 240/2021

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΧΑΡΝΩΝ

(Εκουσία Δικαιοδοσία – Ν.3869/2010)

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Αχαρνών, Χριστίνα Γεώργα, και από το Γραμματέα,

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 21.04.2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: … κατοίκου ……. Αττικής, επί της οδού … αρ …, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ελένης Μπατσούλη, δικηγορικός σύλλογος Αθηνών.

 

ΤΗΣ ΜΕΤΕΧΟΥΣΑΣ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΡΙΑΣ: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία … και το δ.τ. … που εδρεύει στην Αθήνα και ενεργεί εν προκειμένω ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια, ως προς τις απαιτήσεις των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία … η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Χριστίνα Γεώργα, δικηγορικός σύλλογος Αθηνών.

 

Η αιτούσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 04.09.20 αίτηση της εκούσιας δικαιοδοσίας, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού με ΓΑΚ …2020 και ΕΑΚ …2020 για την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

 

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υποθέσεως και αφού εκφωνήθηκε αυτή στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα προφορικά ανέπτυξαν και όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους. Ακολούθως το Δικαστήριο αφού

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη, άνευ δόλου, αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς την πιστώτρια, που αναφέρεται στην αίτηση, ζητεί την ρύθμιση των χρεών της, με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση που εκθέτει, με σκοπό την απαλλαγή της απ’ αυτά κατά ένα μέρος. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η αίτηση αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν.3869/2010) και είναι αρκούντως ορισμένη, καθώς περιέχει όλα όσα ορίζονται στο άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 3869/2010, απορριπτόμενης της ένστασης αοριστίας που προέβαλε η μετέχουσα πιστώτρια. Από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου από τα τηρούμενα αρχεία προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση της αιτούσας ούτε έχει εκδοθεί προγενέστερη απόφαση για τη διευθέτηση των οφειλών της με απαλλαγή της από υπόλοιπο χρεών (άρθρο 13 παρ. 2 ν. 3869/2010). Περαιτέρω, έχει προσκομισθεί νομίμως υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας για την ορθότητα και πληρότητα της κατάστασης της περιουσίας της και των εισοδημάτων της, των πιστωτών και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα καθώς και της μη υπάρξεως μεταβιβάσεων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων της κατά την τελευταία τριετία. Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση είναι και νόμιμη κατά τις διατάξεις του Ν.3869/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με τους ν. 4336 και 4346/15 καθώς και μετά την τελευταία τροποποίηση του με το ν.4549/2018. Επομένως, εφόσον δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της αιτούσας και της πιστώτριας της, η κρινομένη αίτηση πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

 

Από την επισκόπηση της υπό κρίση αίτησης, από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στον φάκελο της κρινομένης υπόθεσης και τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται, άλλα εκ των οποίων μνημονεύονται ρητά στην παρούσα και άλλα όχι, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, και από την εν γένει διαδικασία, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα, που έχει γεννηθεί το 1985, είναι διαζευγμένη από το 2019 με τον … και από το γάμο με τον πρώην σύζυγο της έχει αποκτήσει δύο ανήλικα τέκνα, τον … που γεννήθηκε το 2007, και τον … που γεννήθηκε το 2010. Κατοικεί στην αρχική οικογενειακή στέγη στα … με τα δύο τέκνα της των οποίων έχει την επιμέλεια, ενώ ο πρώην σύζυγο της κατοικεί σε διαμέρισμα στην Αθήνα. Πάσχει από αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, δηλώνει άνεργη και είναι εγγεγραμμένη στα μητρώα ανέργων του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού από τις 14.05.2019. Μετά το διαζύγιο τα έσοδα της αιτούσας συνίστανται στο κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης ποσού περίπου 140,00 ευρώ μηνιαίως από 01.09.2019, στη διατροφή που λαμβάνει από τον πρώην σύζυγο της για τα δύο ανήλικα τέκνα τους συνολικού ποσού 350 ευρώ μηνιαίως, στο επίδομα τέκνων ποσού 56 ευρώ μηνιαίως, ενώ επίσης λαμβάνει οικονομική βοήθεια από στενά συγγενικά της πρόσωπα τα οποία δεν προσδιορίζει. Από την επισκόπηση των φορολογικών της εγγράφων προκύπτει ότι το φορολογικό έτος 2019 δήλωσε 708€ από επίδομα, το φορολογικό έτος 2018 δήλωσε 735€ από μισθωτή εργασία και 1.944€ από επίδομα ανεργίας και το φορολογικό έτος 2017 δήλωσε 3.328€ από μισθωτή εργασία και 2.851€ από επίδομα ανεργίας ενώ το ίδιο έτος ο πρώην σύζυγος της δήλωσε ετήσιο εισόδημα 22.843€ από μισθωτή εργασία. Σημειώνεται ότι καθ’όλα τα έτη από το 2006 που παντρεύτηκε τα εισοδήματα της αιτούσας ήταν μηδενικά ή πενιχρά, ενώ το εισόδημα του συζύγου της ως ιδιωτικού υπαλλήλου σε ναυτιλιακή τράπεζα ήταν ικανοποιητικό και διαρκώς αυξανόμενο.

 

Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ήτοι το 2006, η αιτούσα έχει αναλάβει από την … στεγαστικό δάνειο με στοιχεία ταυτοποίησης απαίτησης …, στο οποίο συμβλήθηκε ως συνοφειλέτρια, με υπόλοιπο οφειλής μέχρι την 04.06.20 το ποσό των 43.232,83€ (βλ από 04.06.2020 βεβαίωση οφειλών). Το ως άνω δάνειο μεταβιβάστηκε στην … δυνάμει της από 12.09.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, διαχειρίστρια της απαίτησης της οποίας είναι η καθ’ ης η αίτηση. Περαιτέρω, στα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας περιλαμβάνεται η κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου επιφάνειας 207,25τμ., που βρίσκεται επί της οδού αρ…. στην περιοχή …, Αττικής στην Πολεοδομική Ενότητα … Το υπόλοιπο 50% εξ’αδιαιρέτου ανήκει στον σύζυγο της αιτούσας, για την απόκτηση του οποίου έλαβαν από κοινού τραπεζικό δανεισμό. Εντός του εν λόγω οικοπέδου βρίσκεται λυόμενο σπίτι η χρήση του οποίου παραχωρήθηκε στην αιτούσα από το Δήμο … δυνάμει του από 07.10.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού. Η αιτούσα, λοιπόν, χρησιμοποιεί το εν λόγω ακίνητο ως κύρια κατοικία της εφόσον κατοικεί στο λυόμενο σπίτι και η αντικειμενική αξία του μεριδίου κυριότητας της επί του οικοπέδου βάσει του προσκομιζόμενου ΕΝΦΙΑ 2020 ανέρχεται σε 9.475,47€. Στην δε κινητή περιουσία της αιτούσας περιλαμβάνεται η κυριότητα του με αριθμό κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας TOYOTA Yaris, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2005. Το ανωτέρω όχημα, ενόψει της μικρής εμπορικής του αξίας δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση, γιατί πέραν του γεγονότος ότι είναι απαραίτητο για τις μετακινήσεις της αιτούσας, δεν πρόκειται να αποφέρει αξιόλογο για την ικανοποίηση της πιστώτριας της τίμημα, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης, και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ’ αρθρ. 9 παρ. 1 του 3869/2010 εκποίηση του.

 

Τα εισοδήματα της αιτούσας συγκρινόμενα με τις οφειλές της, δεν της επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του χρέους της και στην ενήμερη δόση του δανείου της που ανέρχεται στο ποσό των 230€ περίπου (βλ. 10% ενήμερης δόσης), η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο σε συνδυασμό με τα έξοδα διαβίωσης της δεν αναμένεται να βελτιωθεί, τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας, της μείωσης των μισθών, της αύξησης του κόστους ζωής και των συνεχώς αυξανόμενων δανειακών της υποχρεώσεων εξαιτίας της επιβάρυνσης του δανείου με τόκους υπερημερίας. Η αδυναμία αυτή της αιτούσας δεν οφείλεται σε δόλο, όπως προέβαλε η μετέχουσα πιστώτρια, σύμφωνα με την οποία προέβη σε υπέρμετρο δανεισμό, παρότι γνώριζε τις περιορισμένες οικονομικές της δυνατότητες, απορριπτόμενης της σχετικής ένστασης ως ουσία αβάσιμης. Τούτο επιρρωνύεται από το γεγονός ότι ο όγκος των οφειλών της προέρχεται από ένα μοναδικό στεγαστικό δάνειο το οποίο εξυπηρετείτο μέχρι και το έτος 2019. Το δάνειο ουσιαστικά αποπληρωνόταν από τα εισοδήματα του πρώην συζύγου της αιτούσας τα οποία επαρκούσαν ενώ η δόση του δανείου ήταν διαχειρίσιμη. Ωστόσο, από την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης με το σύζυγο της, τα οικονομικά τους διαχωρίστηκαν και έτσι δεν δύναται πλέον να εξυπηρετεί την δόση από τα δικά της εισοδήματα, δεδομένων και των αυξημένων εξόδων διαβίωσης καθώς έχει αναλάβει την επιμέλεια των δύο τέκνων της. Έτσι συντρέχει στην περίπτωση της αιτούσας μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς την μετέχουσα πιστώτρια και, επομένως, συντρέχουν στο πρόσωπο της οι προϋποθέσεις για υπαγωγή της στις ρυθμίσεις του Ν.3869/2010 και δη σε αυτήν του άρθρ. 8 παρ. 2 και 5 για μηνιαίες καταβολές επί 3/ετία από τα εισοδήματα της. Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένων υπόψη του είδους και ύψους των οφειλών της αιτούσας, της ανεργίας της, των δαπανών διαβίωσης της ίδιας και των δύο τέκνων της, η αιτούσα πρέπει να υπαχθεί στη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 5 και να οριστούν μηδενικές μηνιαίες καταβολές στην πιστώτρια για χρονικό διάστημα τριών ετών από την δημοσίευση της παρούσας απόφασης.

 

Όσον αφορά το πιο πάνω ακίνητο της, και ενόψει της μη ισχύος του άρθρου 9 παρ. 2 καθόσον η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στις 11.09.2020, η αιτούσα υποβάλλει αίτημα εξαίρεσης από τη ρευστοποίηση του, καθώς δεν θα παρουσιάσει αγοραστικό ενδιαφέρον και δεν είναι πρόσφορο προς εκποίηση. Η αναγνώριση του δικαιώματος για κατάλληλη κατοικία ως αναγκαία προϋπόθεση για την αξιοπρεπή διαβίωση του ατόμου και της οικογένειας του προβλέπεται από τη Διακήρυξη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου του 1948, επίσης στο άρθρο 11 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα (1976), στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στο Σύνταγμα, το οποίο επιβάλλει στη νομοθετική εξουσία να μεριμνά για τη διασφάλιση του (αρθ. 21 παρ. 4, 5 παρ. 1 και 17). Η διασφάλιση του δικαιώματος αυτού θεσμοθετήθηκε από το νομοθέτη μέσω της ειδικής ρύθμισης του αρθ. 9 παρ. 2 του ν. 3869/10, με την οποία εισάγεται εξαίρεση στον κανόνα της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, κατά τον οποίο όλα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη είναι υπέγγυα στους πιστωτές του, με εξαίρεση τα ακατάσχετα (βλ. αρθ. 953 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη αυτή του αρθ. 9 παρ. 2 ο νομοθέτης απέβλεψε στη δημιουργία ενός προστατευτικού πλαισίου για την κύρια κατοικία του οφειλέτη, έναντι όμως ανταλλάγματος, επειδή ακριβώς πρόκειται για ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο, ώστε να εξισορροπηθεί η απώλεια των πιστωτών του προϊόντος της εκποίησης της. Μετά την τροποποίηση του αρθ. 9 παρ. 2 με το ν. 4346/15 προβλέφθηκε συγκεκριμένη χρονική ισχύς της εξαιρετικής αυτής ρύθμισης για τη διάσωσης της κύριας κατοικίας έως την 28η Φεβρουαρίου 2019. Ο λόγος ήταν η αντικατάσταση της προβλεπόμενης προστασίας με ένα μηχανισμό ρύθμισης ορισμένων δανείων (στεγαστικών και επιχειρηματικών), τα οποία εξασφαλίζονταν με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία, που θεσπίστηκε με το ν. 4605/2019. Όμως ο νόμος αυτός έθετε πολλές προϋποθέσεις που περιόριζαν σημαντικά τον αριθμό των προσώπων που δικαιούνταν να προσφύγουν στην προστασία του. Το κυριότερο όμως είναι ότι η, έστω και περιορισμένη, αυτή δυνατότητα προστασίας της κατοικία, ίσχυε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και ήδη έληξε την 31η Ιουλίου 2020. Η ανάγκη επομένως προστασίας της κύριας κατοικίας εξακολούθησε να υπάρχει και μετά τη θέσπιση του ν. 4605/19, πολύ δε περισσότερο μετά τη λήξη της παρεχόμενης, απ’ αυτόν περιορισμένης προστασίας στις 31-7-2020. Το υφιστάμενο δίκαιο δεν παρέχει πλέον ειδική ρύθμιση για την προστασία της κατοικίας, ανάλογη αυτής του αρθ. 9 παρ. 2 ν. 3869/10. Όμως αυτή μπορεί να αναζητηθεί και παρασχεθεί μέσω της διάταξης του αρθ. 9 παρ. 1 ν. 3869/10. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή «1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών ορίζεται εκκαθαριστής. … Έργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη, η διασφάλιση της σε όλο το νόμιμο ύψος της χάριν των πιστωτών, η πρόσφορη εκποίηση της και η διανομή του προϊόντος της εκποίησης στους πιστωτές… Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΚΠολΔ».

 

Από την παραπάνω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι, κατ’ αρχάς τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, με εξαίρεση τα ακατάσχετα, πρέπει να διατεθούν για την ικανοποίηση των πιστωτών του. Όμως δε θα εκποιηθούν όλα, όπως αναφέρεται στη διάταξη του αρθ. 9 παρ. 1 εδ. β’ κατά την εσφαλμένη της διατύπωση, αλλά μόνο τα ρευστοποιήσιμα, δηλαδή εκείνα που μπορούν να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον και να συμβάλουν στην ικανοποίηση των πιστωτών (βλ. το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, το οποίο ρητά αναφέρεται σε «ρευστοποιήσιμη περιουσία»). Εκτός αυτού και αν κάποιο περιουσιακό στοιχείο κριθεί ρευστοποιήσιμο δεν θα διαταχθεί χωρίς άλλο η εκποίηση του, αλλά θα πρέπει να κριθεί παράλληλα ότι είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών. Ακόμη μπορεί το δικαστήριο αντί της εκποίησης να κρίνει προσφορότερη την ικανοποίηση των πιστωτών με την εκμετάλλευση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη.

Μέσω της τελευταίας δυνατότητας που παρέχεται στο δικαστήριο από τη διάταξη του αρθ. 9 παρ. 1 ν. 3869/10, δηλαδή της ευχέρειας να θεωρήσει προσφορότερη την εκμετάλλευση περιουσιακού στοιχείου του οφευλέτη για την ικανοποίηση των πιστωτών και κατ’ επέκταση μη αναγκαία την εκποίηση του, μπορεί να επιτευχθεί η προστασία της κύριας κατοικίας, έστω και αν τερματίστηκε το ειδικό καθεστώς της προστασίας μετά την κατάργηση των παρ. 2 έως 4 του άρθρου 9 ν. 3869/10 και τη λήξη της ισχύος του ν. 4605/19. Για να οδηγηθεί σε μια τέτοια κρίση το δικαστήριο θα πρέπει με την προκρινόμενη ρύθμιση να ικανοποιούνται οι πιστωτές στον ίδιο βαθμό, στον οποίο θα ικανοποιούνταν σε περίπτωση ρευστοποίησης του ακινήτου της κατοικίας, δηλαδή να λάβουν το ποσό που θα λάμβαναν σε μία διαδικασία αναγκαστικής εκποίησης κατά τον ΚΠολΔ. Πράγματι σε μια τέτοια περίπτωση δε θα είναι απαραίτητη η ρευστοποίηση του ακινήτου της κατοικίας αφού οι πιστωτές δε θα περιέλθουν σε δυσμενέστερη οικονομική θέση από αυτή, στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση που διατασσόταν η εκποίηση από τον εκκαθαριστή, που θα όριζε το δικαστήριο (βλ. σχετ. άρθρο Χρυσάνθης Παπαστάμου, Δημήτρη Σπυράκου, με τίτλο «Η προστασία της κύριας κατοικίας στο Ν 3869/2010, μετά την κατάργηση των §§ 2 έως 4 του άρθρου 9, και στο Ν 4605/2019» σε ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ & ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, τεύχος 11/2019). Παράλληλα το δικαστήριο θα πρέπει να προσδιορίσει τους όρους μιας τέτοιας ρύθμισης, εφόσον πλέον δεν προσδιορίζονται αυτοί απο το νόμο, ώστε να είναι βιώσιμη και να διασφαλίζεται η τήρηση της από τον οφειλέτη και η μέσω αυτής ικανοποίηση των πιστωτών. Ειδικότερα η ρύθμιση αυτή, η οποία θα είναι μακροχρόνια, θα προβλέπει την αποπληρωμή από τον οφειλέτη του κεφαλαίου που θα αποκόμιζαν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκποίησης της κατοικίας σε μηνιαίες δόσεις, οι οποίες θα είναι έντοκες με βάση το επιτόκιο ενός στεγαστικού δανείου κατά τη λογική του προϊσχύσαντος αρθ. 9 παρ. 2 ν. 3869/10. Διορισμός εκκαθαριστή για την παρακολούθηση και υποβοήθηση της εκτέλεσης των όρων της ρύθμισης, ενδέχεται να μην απαιτείται, εφόσον το ποσό της μηνιαίας δόσης, και η διανομή του στους πιστωτές θα προσδιοριστούν από το δικαστήριο, και με δεδομένο ότι ο υπολογισμός του αναλογούντος τόκου θα γίνει από τους πιστωτές (πιστωτικά ιδρύματα κατά κανόνα), που διαθέτουν την απαιτούμενη τεχνογνωσία, με δυνατότητα ελέγχου από τον οφειλέτη. Επίσης θα πρέπει να προβλέπονται και οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης του οφειλέτη προς τις καταβολές που θα οριστούν. Σε μια τέτοια περίπτωση και με δεδομένο ότι το ακίνητο της κατοικίας κρίθηκε ρευστοποιήσιμο, απλώς δε θεωρήθηκε αυτή απαραίτητη, οι πιστωτές θα δικαιούνται μετά την άπρακτη πάροδο εύλογης προθεσμίας συμμόρφωσης που θα θέσουν στον οφειλέτη να ζητήσουν την ανάκληση-μεταρρύθμιση της απόφασης κατ’ αρθ. 758 ΚΠολΔ ώστε να καθοριστούν οι όροι της εκποίησης και ο ορισμός εκκαθαριστή για τη διενέργεια της (βλ. 26/2021 Ειρ Πατρών ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

Σύμφωνα επομένως με τα παραπάνω, μετά την κατάργηση των διατάξεων των παρ. 2 – 4 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, το αίτημα της αιτούσας για την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της είναι νόμιμο και βρίσκει έρεισμα στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ίδιου νόμου, μόνο όμως υπό την προϋπόθεση ότι η εξαίρεση από την ρευστοποίηση λάβει χώρα έναντι ανταλλάγματος. Επισημαίνεται ότι ο πρώην σύζυγος της αιτούσας έχει ασκήσει και αυτός αίτηση υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010 ζητώντας την μη εκποίηση του ως άνω ακινήτου επί του οποίου έχει το υπόλοιπο 50% εξ’αδιαιρέτου. Επί της αίτησης του ανωτέρω εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. …2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών η οποία εξαιρεί από την εκποίηση το μερίδιο του στο ως άνω ακίνητο (θεωρώντας το ως εκ τούτου πρόσφορο προς εκποίηση) επιβάλλοντας να καταβάλλει στην πιστώτρια το ποσό των 8.000€ ως τίμημα που θα λάμβανε από την αναγκαστική εκποίηση.

 

Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, η εμπορική αξία του ακινήτου για την αγορά του οποίου λήφθηκε το επίδικο δάνειο, λαμβανομένων υπόψη της θέσης του, του εμβαδού του, των συγκριτικών στοιχείων που αντλεί το Δικαστήριο από αγγελίες πώλησης παρόμοιων χαρακτηριστικών ακινήτων από τις ιστοσελίδες spitogatos.gr, xe.gr κλπ, εκτιμάται σε 45.0000 ευρώ. Συνεπώς το οικόπεδο της αιτούσας θα μπορούσε να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον και να αποφέρει αξιόλογο τίμημα από την εκποίηση του, γι’ αυτό και αποτελεί ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο κατά την έννοια του αρθ. 9 παρ. 1 ν. 3869/10 και ουδόλως μπορεί να κριθεί ως μη πρόσφορο προς εκποίηση. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, το ποσό που θα αποκόμιζε η πιστώτρια σε περίπτωση αναγκαστικής εκποίησης του μεριδίου της αιτούσας, αφαιρουμένων των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία εκτιμώνται σε 2.500€, ανέρχεται σε 20.000€ (45.000€/2 – 2.500€). Συνεπώς δεν είναι αναγκαία η αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου της αιτούσας, αφού είναι προσφορότερη η εκμετάλλευση αυτού κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, δοθέντος ότι η πιστώτρια της δεν θα περιέλθει σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτή στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκποίησης του, αλλά αντίθετα πρόκειται να ικανοποιηθεί στον ίδιο βαθμό, ενώ παράλληλα με μια τέτοια ρύθμιση επιτυγχάνεται η προστασία της συνταγματικά κατοχυρωμένης κατοικίας της αιτούσας. Όσον αφορά τους όρους της ρύθμισης, ο χρόνος αποπληρωμής του ποσού των 20.000€ θα πρέπει να οριστεί σε 18 χρόνια (216 μήνες), λαμβανομένων υπόψη, του ύψους του χρέους που πρέπει να πληρώσει η αιτούσα για τη διάσωση της κατοικίας της, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της. Έτσι το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 92,59 ευρώ (20.000€/216 μήνες). Η καταβολή λοιπόν των δόσεων του ανταλλάγματος για την εξαίρεση από την εκποίηση της κατοικίας του αιτούσας θα ξεκινήσει από τον επόμενο μήνα αυτού της δημοσίευσης της απόφασης και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Διορισμός εκκαθαριστή για την παρακολούθηση και υποβοήθηση της εκτέλεσης των όρων της ρύθμισης, δε χρειάζεται, αφού το ποσό της μηνιαίας δόσης προσδιορίστηκε από το δικαστήριο, ο δε υπολογισμός του αναλογούντος τόκου θα γίνει από την πιστώτρια, που διαθέτει την απαιτούμενη τεχνογνωσία, με δυνατότητα ελέγχου από την ίδια μέσω της πληρεξούσιας δικηγόρου της.

 

Κατά συνέπεια των παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση ως βάσιμη και στην ουσία της και να ρυθμιστούν τα χρέη τα χρέη της αιτούσας με σκοπό την απαλλαγή της με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010.

 

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

 

ΡΥΘΜΙΖΕΙ κατά τρόπο οριστικό τα χρέη της αιτούσας με μηδενικές μηνιαίες καταβολές προς την μετέχουσα πιστώτρια, για χρονικό διάστημα τριών ετών από τον επόμενο μήνα από την δημοσίευση της παρούσας απόφασης.

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη μη εκποίηση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, δηλαδή το ανήκον στην αιτούσα κατά κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ’αδιαιρέτου οικόπεδο επιφάνειας 207,25τμ., που βρίσκεται επί της οδού .. αρ. … στην περιοχή … Αττικής στην Πολεοδομική Ενότητα … μέσα στο οποίο βρίσκεται λυόμενο σπίτι το οποίο έχει παραχωρηθεί κατά χρήση από το Δήμο στην αιτούσα.

 

ΟΡΙΖΕΙ το αντάλλαγμα που υποχρεούται να καταβάλλει η αιτούσα στην πιστώτρια της για τη μη εκποίηση του ακινήτου της, το οποίο θα αποκόμιζε σε περίπτωση αναγκαστικής εκποίησης, στο ποσό των 20.000 ευρώ, η αποπληρωμή του οποίου θα γίνει σε 18 χρόνια με 216 ισόποσες μηνιαίες καταβολές των 92,59 ευρώ. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει από τον επόμενο μήνα αυτού της δημοσίευσης της απόφασης, εκάστης καταβολής γενομένης εντός του πρώτου δεκαημέρου (10/ημέρου) κάθε μήνα, και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

 

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στις Αχαρνές την 19/10/2021, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο dsanet.gr