Με το παρόν άρθρο θα επιδιώξουμε να αναλύσουμε στα απλά πλαίσια ενός ιντερνετικού άρθρου σε απλά ελληνικά τα βασικά στοιχεία των δύο ανωτέρω περιγραφόμενων αδικημάτων, τα οποία τόσο πολύ ακούμε τις τελευταίες ημέρες στις τηλεοράσεις. Σε καμία περίπτωση η περιγραφή δεν αφορά εκδίκαση συγκεκριμένης υπόθεσης ή αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αλλά εν μέρει επιστημονική ανάλυση προκειμένου να κατανοήσουμε με απλούς όρους τις ομοιότητες και τις διαφορές μεταξύ δύο αδικημάτων του ποινικού κώδικαπου απασχολούν ακόμα και την νομοπαρασκευαστική που αυτή τη στιγμή επεξεργάζεται τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα.

Advertisements

Όσον αφορά στο άρθρο 310 ΠΚ, η κρίσιμη διάταξη είναι αυτή της παραγράφου 2 η οποία και αναφέρει:

«Βαριά σωματική βλάβη υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του». 

Επί της ουσίας ακόμα και με την τροποποίηση του νέου Κώδικα η βαριά σωματική βλάβη αποτελεί μία διαβάθμιση της απλής σωματικής βλάβης, ένα έγκλημα το οποίο κρίνεται με βάση το αποτέλεσμα και όχι με βάση τον τρόπο τέλεσης αυτού.

Στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος αποτελούν η βαριά σωματική βλάβη να προκάλεσε στον παθόντα κίνδυνο ζωής δηλαδή να δημιουργήθηκε μία τέτοια κατάσταση όπου κατά την κοινή πείρα ο παθών να κινδύνευσε να πεθάνει, η βαριά και μακροχρόνια ασθένεια (εδώ έχουν κριθεί νομολογιακά ζητήματα που αφορούν θέματα με την όραση και την οσμή), ο ακρωτηριασμός, η σημαντική και μακροχρόνια παρεμπόδιση της χρήσης του σώματος ή της διάνοιας.

Τα λεπτά νοήματα μεταξύ των αδικημάτων κατά της ζωής έχουν προκαλέσει τη δημιουργία πολλών νομολογιών επιτρέποντας μεταβολές οι οποίες είτε επιβαρύνουν είτε διευκολύνουν τη θέση των κατηγορουμένων.

Από εκεί και πέρα το κρίσιμο είναι το άρθρο 42 ΠΚ το οποίο και αποτελεί και τη βάση της απόπειρας όχι μόνον της ανθρωποκτονίας αλλά κάθε αδικήματος τελεσμένου σε απόπειρα.

Συγκεκριμένα το άρθρο 42 αναφέρει:

«1. Όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83).

  1. Το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ατιμώρητη την απόπειρα πλημμελήματος για το οποίο ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης όχι ανώτερη από ένα έτος ή μόνο χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, εκτιμώντας όλες τις περιστάσεις τέλεσης του εγκλήματος.
  2. Αν ο υπαίτιος απόπειρας ενός εγκλήματος που τιμωρείται βαρύτερα όταν έχει ορισμένο αποτέλεσμα (άρθρο 29), προκαλέσει με υπαιτιότητά του το αποτέλεσμα αυτό, τιμωρείται με την ποινή του εκ του αποτελέσματος διακρινόμενου εγκλήματος μειωμένη στο μέτρο του άρθρου 83, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα κατ’ άλλη διάταξη».

Το κρίσιμο επομένως σύμφωνα με τo ανωτέρω ζήτημα για να έχουμε απόπειρα ανθρωποκτονίας είναι η αρχή εκτέλεσης του αδικήματος. Ζήτημα το οποίο σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να συζητηθεί σε πέντε γραμμές, αποτελεί όμως την ουσία πάνω στην οποία βασίζεται η δικανική σκέψη για να καταλήξει στην ύπαρξη αδικήματος.

Και ενώ λοιπόν στο πρώτο αδίκημα έχουμε ένα τετελεσμένο αδίκημα όπου απαιτείται δόλος, είναι αδίκημα εκ του αποτελέσματος και μας ενδιαφέρει όχι το πως διαδραματίστηκαν τα γεγονότα αλλά το πως καταλήξαμε στο σήμερα από τις πράξεις του κατηγορουμένου, στην δεύτερη πράξη μας ενδιαφέρει αν υπάρχει ανθρωποκτόνος δόλος και αν ο δράστης προέβη σε εκείνες τις προπαρασκευαστικές ενέργειες που συνιστούν απόπειρα, εκείνα τα πρώτα υπαρκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν τις πρώτες ενέργειες που αποτελούν την προεργασία για την τέλεση της ανθρωποκτονίας.

Κωνσταντίνος Χ. Γώγος, Δικηγόρος Αθηνών 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο dikastiko.gr