ΜΠρΑθ 620/2021: Απόφαση προσωρινώς εκτελεστή – Ανάθεση επιμέλειας ανήλικων τέκνων στον πατέρα – Απαγγελία χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. 

Advertisements

Εκτέλεση απόφασης με την οποία διατάσσεται η απόδοση ή παράδοση τέκνου. Αυτεπάγγελτη χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση. Με την απόφαση, με την οποία ανατίθεται η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου στον ένα γονέα, διατάσσεται αυτεπαγγέλτως και η απόδοση ή παράδοση του τέκνου σ’ αυτόν και η απόφαση εκτελείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 950 ΚΠολΔ. Διακοπή έγγαμης συμβίωσης. Υποχρέωση καταβολής κατά μήνα διατροφής σε χρήμα. Υποχρέωση διατροφής ανήλικου τέκνου. Ρύθμιση χρήσης οικογενειακής στέγης. Ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου ανηλίκων τέκνων αποκλειστικά στον πατέρα, διότι αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον των ανηλίκων.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Αθηνών Δημητρίου Μπάρδη).

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

Αριθμός Απόφασης : 620/2021

 

Αριθμός έκθεσης κατάθεσης Α’ αγωγής : ./2018

Αριθμός έκθεσης κατάθεσης Β’ αγωγής : ./2018

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Δούκα Δούκα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών και με Γραμματέα τη Διαμάντω Μπίθα.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημοσία στο ακροατήριο του στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

 

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : ., με ΑΦΜ . για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας προσωρινά την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της ., κατοίκων Μεγάρων Αττικής (επί ανωνύμου οδού εντός του .ου Ο.Τ.), που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Γεωργίου (AM.AI. Αθηνών 6551), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

 

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ – ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ : ., κατοίκου Μεγάρων Αττικής (οδός .), με ΑΦΜ ., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Μπάρδη (Α.Μ.Δ.Σ. Αθηνών 11858), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

 

Η  ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά του εναγομένου την από 18.7.2018 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2018 αγωγή, με αντικείμενο ρύθμιση επιμέλειας, διατροφή συζύγου λόγω διάστασης και ανηλίκων τέκνων και ρύθμιση χρήσης οικογενειακής στέγης και κινητών οικοσκευής, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό A3 (ΜΟΝ) 25. Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της εναγόμενης την από 22.8.2018 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2018 αγωγή, με αντικείμενο ρύθμιση επιμέλειας ή επικουρικά επικοινωνίας ανηλίκων και ρύθμιση χρήσης οικογενειακής στέγης, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό A3 (ΜΟΝ) 40. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 

Ι. Στο άρθρο 950 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, ορίζεται ότι: «1. Με την απόφαση με την οποία διατάζεται η απόδοση ή παράδοση τέκνου καταδικάζεται ο γονέας που έχει το τέκνο να εκτελέσει αυτή την πράξη και με την ίδια απόφαση, για την περίπτωση που δεν την εκτελέσει, απαγγέλλεται αυτεπαγγέλτως χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ υπέρ του αιτούντος την απόδοση ή παράδοση και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος … » Στο όρ. 613 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρ. 1 του νόμου 4335/2015, ορίζεται ότι : «Με την απόφαση, με την οποία ανατίθεται η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου στον ένα γονέα, διατάσσεται αυτεπαγγέλτως και η απόδοση ή παράδοση του τέκνου σ’ αυτόν και η απόφαση εκτελείται κατά τις διατάξεις του άρ. 950 ΚΠολΔ».

 

  1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1498 ΑΚ, διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται, παρά μόνο από την υπερημερία, που επέρχεται μετά από δικαστική ή εξώδικη όχληση του οφειλέτη από τον δανειστή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 του ίδιου Κώδικα. Επί οφειλής διαδοχικών παροχών, όπως η διατροφή, η όχληση μπορεί να γίνει είτε στο σύνολο των μελλουσών παροχών είτε για παροχές ορισμένου χρόνου και σε κάθε περίπτωση πρέπει να είναι ορισμένη και σαφής (ΑΠ 342/2001ΕλλΔνη2002. 1 14). Η όχληση αυτή είναι στοιχείο της αγωγής, όταν ζητείται διατροφή για το παρελθόν (ΑΠ 1547/1986 ΝοΒ 35. 1040, ΕφΑθ 5956/2003 ΕλλΔνη 2004. 520, ΕφΑΘ 926/1995 ΕλλΔνη 37.1119). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345 και 346 Α.Κ. συνάγεται, ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής καθίσταται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή. Η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνον διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως, που εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής, ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπροθέσμου χρέους, χωρίς την υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη (ΑΚ 346) και, ως όχληση, να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ και υπόχρεο να πληρώσει τον νόμιμο τόκο υπερημερίας όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά της οχλήσεως, που όταν ασκείται με την αγωγή, της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική της φύση ούτε την αυτοτέλεια της έναντι της αγωγής αποβάλλει (ΟλΑΠ 13/1994, ΑΠ 873/2017, ΑΠ 106/2014 ΤΝΠ Νόμος). Τα αποτελέσματα δε της όχλησης που έγινε με την επίδοση της αγωγής δεν ανατρέπονται, ακόμη αν ο ενάγων παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής ή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και άκυρη για τυπικούς λόγους (π.χ. λογω αοριστίας – βλ. ΟλΑΠ 13/1994, ΑΠ 497/2004, ΑΠ 23/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1263/2003 ΕλλΔνη 2005. 447). Η όχληση μπορεί να γίνει και με την επίδοση αίτησης για την προσωρινή επιδίωξη διατροφής με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΕφΑθ 93/2017 ΤΝΠ Νόμος), η οποία, μάλιστα, δεν αίρεται στην περίπτωση αποβολής της ισχύος της εκδοθείσας επί της ανωτέρω αιτήσεως αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων.

 

III. Κατά τους ορισμούς και την έννοια των άρθρων 1389 – 1392 εδ. 2, 1495 ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε εξακολουθεί μεν ο μεταξύ των συζύγων γάμος, αλλά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συνεισφοράς αυτών προς αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, μεταξύ των οποίων και η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή, αφού με τη διακοπή της συμβίωσης έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, εκείνος από τους συζύγους που για εύλογη στο πρόσωπα του αιτία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση, δικαιούται από τον άλλο, ανεξαρτήτως του εάν ο ένας είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής. Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, είναι συνέπεια της κατά το άρθρο 1389 ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν εξομοιώνεται με την κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ διατροφή, ούτε με την κατά τα άρθρα 1442 επ. ΑΚ οφειλόμενη μετά το διαζύγιο, υπάρχει δε και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου και τούτο για τον λόγο ότι με δική του πρωτοβουλία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση. Στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση, αν το παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ’ αυτόν από τον άλλο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του (ελαττωμένη διατροφή) μετ’ ένσταση του εναγομένου, για την πληρότητα όμως της οποίας δεν αρκεί η παράθεση των παραπτωμάτων του ενάγοντος συζύγου, αλλά απαιτείται και αντίστοιχο αίτημα, όπως επίσης και προσδιορισμός από τον ενιστάμενο του ποσού της κατ’ αυτόν οφειλόμενης ελαττωμένης διατροφής (ΑΠ 873/2017, ΑΠ 551/201 1 ΤΝΠ Νόμος).

 

  1. Από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391 και 1493 του ΑΚ προκύπτει ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας. Το μέτρο της συνεισφοράς αυτής προσδιορίζεται από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωση του γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία, ακόμη και την απρόσοδη των συζύγων. Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, η υποχρέωση διατροφής που υποκαθιστά στην περίπτωση αυτή την υποχρέωση συνεισφοράς, διέπεται από τους ίδιους, όπως και η τελευταία, κανόνες των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 9/1991). Η διατροφή, στην περίπτωση αυτή, προκαταβάλλεται σε χρήμα κατά μήνα και προσδιορίζεται λαμβανομένων, επί πλέον, υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης (Ολ. ΑΠ 2/1994,Ελλ.Δνη95.352). Ακόμη, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε αναιρείται σε μεγάλο βαθμό η συγκλήρωση του βίου των συζυγών και συνεκλείπει το στοιχείο της «από κοινού» συμβολής τους στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, χωρεί ένα είδος συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, έτσι ώστε δικαιούχος της χρηματικής διατροφής του άρθρου 1391 § 1 του ΑΚ είναι ο σύζυγος ο οποίος υπό τους όρους της έγγαμης συμβίωσης όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά, οπότε, αν διέκοψε τη συμβίωση για εύλογη αιτία, του οφείλεται σε χρήμα ως διατροφή η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής του μικρότερης συνεισφοράς (ΑΠ 132/2003, ΕφΠειρ. 12/2015 δημ. Νόμος). Για τη θεμελίωση αυτής της αξίωσης διατροφής απαιτείται ο δικαιούχος της διατροφής σύζυγος να διέκοψε ο ίδιος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, όπως ρητά ορίζεται στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1391 του ΑΚ, είτε, κατ’ επέκταση, η διακοπή να προήλθε από την πλευρά του υπόχρεου για διατροφή συζύγου (ΑΠ 1967/2014, ΑΠ 1217/2007 δημ. Νόμος). Εύλογη αιτία για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης είναι οποιοδήποτε γεγονός που μπορεί να δικαιολογήσει τη διάσπαση της συμβίωσης. Ο τρόπος με τον οποίο επέρχεται η διάσπαση (εγκατάλειψη ή αποπομπή) δεν ενδιαφέρει. Η εύλογη αιτία μπορεί να οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενός από τους συζύγους ή και με κοινή υπαιτιότητα (ΑΝ 1967/2014 ό.π., ΑΠ 1031/1993, FFN 1994/612, ΕφΛαμ 98/2009 δημ. Νόμος). Επίσης από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξίωσης του ενός από τους συζύγους για καταβολή σ’ αυτόν διατροφής σε χρήμα από τον άλλο, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, πρέπει ο ενάγων να επικαλείται και να αποδεικνύει τη συζυγική ιδιότητα, τη διακοπή της συμβίωσης για εύλογη αιτία, ότι οι βιοτικές του ανάγκες, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης, δικαιολογούν τον προσδιορισμό της διατροφής στο ζητούμενο με την αγωγή χρηματικό ποσό, χωρίς να είναι αναγκαίο και να εξειδικεύει τις ανάγκες αυτές, αναφέροντας και την απαιτούμενη για κάθε μία δαπάνη, αλλά αρκεί μόνο να αναφέρει το συνολικό ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών του αυτών. Εξάλλου, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στην αγωγή, ούτε στην απόφαση, η αποτίμηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αφού η υποχρέωση για τη συνεισφορά αυτή υπάρχει όσο διατηρείται η έγγαμη συμβίωση, ενώ όταν αυτή διακοπεί, αντικαθίσταται με τη χρηματική διατροφή, που προσδιορίζεται από τη σύγκριση των εκατέρωθεν οικονομικών δυνατοτήτων. Στον εναγόμενο απόκειται να προβάλει και να αποδείξει, ως καταλυτικούς (ολικά ή μερικά) ισχυρισμούς, τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων, που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθενός απ’ αυτούς στη διατροφή αυτή (ΑΠ 773/2014, ΑΠ 132/2003, ΑΠ 1382/2000), καθώς και τις ανάγκες των λοιπών μελών της οικογένειας, στα οποία πρέπει να επιμεριστεί το άθροισμα των οικονομικών πάρουν τους και ειδικότερα οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει την ύπαρξη τέκνων και τις ανάγκες τους, των οποίων η διατροφή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1486 παρ.2, 1489 παρ.2 ΑΚ, Βαρύνει και τους δύο συζύγους και τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 1492 εδ. γ’ ΑΚ, συμπορεύονται με τη διατροφή του συζύγου (ΑΠ 206/2016, ΑΠ 1382/2000 ΤΝΠ Νόμος).

 

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας, όμως, τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματα του δεν αρκούν για τη διατροφή του. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευση του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης και εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ’ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσης του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις. Η κατά τα άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους βαρύνει αυτούς, κατά το άρθρο 1489 § 2 ΑΚ, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Η δαπάνη για την εξυπηρέτηση στεγαστικών ή καταναλωτικών δανείων δεν προαφαιρείται από τα εισοδήματα του υπόχρεου, όπως π.χ. από τον μισθό του, αλλά λαμβάνεται υπόψη, ως στοιχείο προσδιοριστικό της αξίας της περιουσίας του, η οποία πρέπει να εκληφθεί ότι μειώνεται κατά το ποσό του δανείου, καθώς και ως στοιχείο προσδιοριστικό των συνθηκών διαβίωσης του (ΑΠ 1663/2014, ΑΠ 120/2013, ΑΠ 230/2012, ΕφΠειρ 407/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 684/2019 ΤΝΠ Νόμος).

 

  1. Κατά τη ρύθμιση του άρθρου 1393εδ. α’ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και των συμφερόντων των τέκνων τους, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει ως οικογενειακή στέγη, ανεξάρτητα από το ποιος είναι κύριος αυτού. Από την προεκτεθείσα διάταξη προκύπτει ότι το δικαστήριο έχει, στο πλαίσιο της εξουσίας του να προστατεύσει την οικογένεια επί διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, την ευχέρεια να παραχωρήσει την αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης στον έναν εκ των συζύγων. Η προμνημονευθείσα παραχώρηση γίνεται με βάση τις ειδικές συνθήκες εκάστου συζύγου, το συμφέρον των τέκνων και την αρχή της επιείκειας, που είναι δυνατό να επιβάλλουν να παραχωρείται η οικογενειακή στέγη προς το σύζυγο που δεν έχει εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα στο ακίνητο, όπως επίσης να καταβάλλεται ή όχι αντάλλαγμα, το οποίο μπορεί να υπολογισθεί κατά τον καθορισμό της διατροφής που οφείλεται από τον κύριο της παραχωρούμενης οικογενειακής στέγης στον έτερο σύζυγο ή στα τέκνα του (βλ. ΑΠ 1630/2002 ΕλλΔνη 2003, 775). Η ως άνω ρύθμιση τυγχάνει προσωρινή, διότι συναρτάται με την ύπαρξη του γάμου και ι ην υποχρέωση των συζύγων για παροχή της χρήσεως οικογενειακής στέγης. Η προειρημένη προστασία αναφέρεται μόνο στη διάρκεια της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως και δεν επεκτείνεται στο χρόνο μετά τη λύση του γάμου, με την οποία παύει η προδιαληφθείσα υποχρέωση. Η ρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης δύναται μάλιστα να αφορά προκαθορισμένο χρόνο, που δεν εξαντλεί το διάστημα της προμνημονευθείσας διακοπής. Αν η διάσταση καταλήξει σε διαζύγιο, θα ισχύσουν, μόλις η σχετική απόφαση καταστεί αμετάκλητη, ως προς την οικογενειακή στέγη οι γενικές διατάξεις του ενοχικού και του εμπράγματου δικαίου. Όταν λοιπόν η ρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης έχει γίνει διό δικαστικής αποφάσεως και επακολουθήσει αμετάκλητη λύση του γάμου η αναγκαστικού χαρακτήρα υποχρέωση που θεσπίζεται μέσω της ανωτέρω διατάξεως παύει αυτοδικαίως, με συνέπεια να αναβιώνουν όλα τα δικαιώματα του συζύγου ως κυρίου, νομέα ή μισθωτή και να καταλύεται το δικαίωμα χρήσεως της οικογενειακής στέγης από τον άλλο σύζυγο ως κάτοχο. Αν επομένως ο τελευταίος αρνείται, παρά την κατάλυση του προειρημένου δικαιώματος αυτού, την απόδοση του ακινήτου στο δικαιούχο πρώην σύζυγο του, αντιποιούμενος τη νομή ή την κατοχή του παραχωρήσαντος την οικογενειακή στέγη, μπορεί αυτός να ζητήσει την απόδοση της διό των οικείων αγωγών, εμπράγματων, περί νομής ή ενοχικών (βλ. ΕφΑθ 5040/2010 ΕλλΔνη 2013, 480, ΕφΠατρ 145/2009 ΑχΝομ 2010, 199, ΕφΘεσ 2989/2005 Αρμ. 2006, 707, ΕφΑθ 4585/2002 ΕλλΔνη 2003, 225, θ. Παπαχρίστου, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου, 2005, σ. 133, Ε. Κουνουγέρη -Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τ. I, 2012, σ. 321 – 322, Σ. Ιωακειμίδη, Σ.Ε.Α.Κ., II, 2013, ά. 1393 αρ. 59).

 

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα, με την υπό κρίση αγωγή της, ζητεί να ανατεθεί στην ίδια η επιμέλεια του προσώπου των ανηλίκων τέκνων της, … και …, που έχει αποκτήσει από τον γάμο της με τον εναγόμενο, εν διαστάσει σύζυγο της, διότι αυτό υποστηρίζει ότι επιβάλλεται από το συμφέρον των ανηλίκων, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των γονέων τους. Ζητεί ακόμη, μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, που έλαβε χώρα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις της (άρθρα 223, 294 εδ. α’, 295 παρ. 1 εδ. β’ και 297 ΚΠολΔ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει μηνιαίως για τη δική της διατροφή 500 ευρώ λόγω διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης από εύλογη για την ίδια αιτία, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, στην ίδια για τη διατροφή του … 1.200 ευρώ και για τη διατροφή της … 1.000 ευρώ, επειδή τα εν λόγω τέκνα τους αδυνατούν να διατρέφονται με τις δικές τους δυνάμεις για το χρονικό διάστημα από 18.1.2018, οπότε επιδόθηκε στον εναγόμενο η από 12.1.2018 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή επιδίκαση διατροφής και για δύο επόμενα (της ανωτέρω όχλησης) έτη, προκαταβλητέα από την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση κάθε ληξιπρόθεσμης παροχής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Ζητεί ακόμη να ρυθμιστεί η χρήση της περιγραφόμενης στην αγωγή οικογενειακής στέγης και την περιγραφόμενη στην αγωγή οικοσκευή με την παραχώρηση αυτής στην ίδια (την ενάγουσα), για να διαμένει με τα παιδιά. Να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης.

 

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του παρόντος αρμοδίου, καθ’ ύλη και κατά τόπο, Δικαστηρίου (άρθρα 17 αρ. 2 και 22 ΚΠολΔ), για να δικασθεί κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών των άρθρων 593 – 602 και 610-613 ΚΠολΔ {άρθρο 592 αρ. 3 περ. α’ και Β’ ΚΠολΔ όπως το Βιβλίο Τέταρτο του ΚΠολΔ (άρθρα 591 έως 681Δ) αντικαταστάθηκε από τα νέα άρθρα 591 έως 645 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής στις 20.7.2018, ήτοι μετά τις 01.01.2016, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015} και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1392, 1393, 1394, 1485, 1486, 1489 παρ. 2, 1493, 1496, 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1518, 341, 345, 346 ΑΚ και 904, 907, 908 και 910 αρ. 4 και 176 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ως προς το αίτημα επιδίκασης διατροφής για τον παρελθόντα της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής χρόνο, ήτοι από την επίδοση στον εναγόμενο της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή επιδίκαση διατροφής, τούτο είναι νόμιμο, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη σχετική νομική σκέψη, καθόσον για το χρονικό διάστημα από 18.1.2018 (οπότε επιδόθηκε στον εναγόμενο η αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων – βλ. τη με αριθμό . Γ/18.1.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών .) έως και την 27.7.2018 (οπότε επιδόθηκε στον εναγόμενο η υπό κρίση αγωγή – βλ. τη με αριθμό ./27.7.2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο εφετείο Πειραιά …), η ενάγουσα επικαλείται προγενέστερη όχληση του εναγομένου, η οποία έλαβε χώρα με την επίδοση στον τελευταίο, στις 18.1.2018, της ανωτέρω αίτησης της των ασφαλιστικών μέτρων για επιδίκαση διατροφής στην ίδια και στα παιδιά. Επισημαίνεται ότι ο κρίσιμος χρόνος για τον οποίο ασκούνται οι αξιώσεις διατροφής τόσο για την ίδια την ενάγουσα είναι αυτός της διετίας (κατά το απολύτως σύνηθες στις αγωγές διατροφής), όπως τούτο συνάγεται από το ιστορικό της αγωγής και δη από την ενότητα αυτής, όπου περιγράφονται οι διατροφικές ανάγκες των ανηλίκων και επιβεβαιώνεται από το τέλος δικαστικού ενσήμου που καταβλήθηκε με το υπ’ αριθμ. ./25.9.2019 διπλότυπο είσπραξης της ΙΓ ΔΟΥ Αθηνών, που υπολογίστηκε σε 686 ευρώ επί κεφαλαίου 64.800 ευρώ, ήτοι (500 + 1.200 + 1.000) Χ 24 μήνες = 64.800 ευρώ). Επομένως, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, καθόσον : α) έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το ως άνω διπλότυπο είσπραξης), β) έχουν προκαταβληθεί τα έξοδα της δίκης σύμφωνα με το άρθρο 173 αρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. την από 23.9.2019 έγγραφη απόδειξη που προσκομίζεται από τον εναγόμενο) και γ) επιχειρήθηκε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 611 ΚΠολΔ ως υποχρεωτική προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, η οποία δεν είχε επιτυχή έκβαση (βλ. στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά).

 

Ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του, ζητεί να ανατεθεί στον ίδιο η επιμέλεια του προσώπου των ανηλίκων τέκνων του, …, που έχει αποκτήσει από τον γάμο του με την εναγόμενη εν διαστάσει σύζυγο του, διότι αυτό επιβάλλεται, όπως υποστηρίζει, από το συμφέρον των ανηλίκων, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των γονέων τους. Ζητεί ακόμη να ρυθμιστεί η χρήση της περιγραφόμενης στην αγωγή οικογενειακής στέγης με την παραχώρηση αυτής στον ίδιο, για να διαμένει με τα παιδιά. Επικουρικά, για την περίπτωση απόρριψης του κυρίου αιτήματος περί ανάθεσης στον ίδιο της επιμέλειας των παιδιών, ζητεί να ρυθμιστεί το δικαίωμα της επικοινωνίας του με τα παιδιά και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης.

 

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του παρόντος αρμοδίου, καθ’ ύλη και κατά τόπο, Δικαστηρίου (άρθρα 17 αρ. 2 και 22 ΚΠολΔ), για να δικασθεί κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών των άρθρων 593 – 602 και 610-613 ΚΠολΔ {άρθρο 592 αρ. 3 περ. α’ και β’ ΚΠολΔ όπως το Βιβλίο Τέταρτο του ΚΠολΔ (άρθρα 591 έως 681 Δ) αντικαταστάθηκε από τα νέα άρθρα 591 έως 645 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής στις 22.8.18, ήτοι μετά τις 01.01.2016, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015} και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1393, 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1518 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ. Επισημαίνεται ότι – κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου – θεωρείται πως ασκείται η αγωγή από τον ενάγοντα μόνο ατομικά για τον ίδιο και όχι και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του (όπως τούτο προκύπτει από το αιτητικό της αγωγής σε συνδυασμό με το ιστορικό αυτής (ΑΠ 612/76 ΝοΒ 25. 5, ΕφΘεσ 748/1998 ΔΕΕ 1998.610, ΕφΑθ 4670/1993 ΕλλΔνη 35. 1624), αφού η διένεξη ως προς την επιμέλεια ή την επικοινωνία με τα παιδιά και ως προς τη ρύθμιση της χρήσης οικογενειακής στέγης, δημιουργεί δίκη μεταξύ των γονέων ατομικώς, καθόσον αυτοί είναι οι φορείς των σχετικών δικαιωμάτων και ταυτόχρονα καθηκόντων και όχι δίκη μεταξύ γονέων και τέκνων. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, καθόσον επιχειρήθηκε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 611 ΚΠολΔ ως υποχρεωτική προσπάθεια συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, η οποία δεν είχε επιτυχή έκβαση (βλ. στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά).

 

Οι παραπάνω δύο αγωγές, πρέπει να συνεκδικασθούν, δεδομένου ότι υπάγονται στην ίδια διαδικασία, λόγω της μεταξύ τους προφανούς συνάφειας κι επιπροσθέτως διότι με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται κι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και ταυτόχρονα επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρ. 31 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ).

 

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο (ένας απόδειξης με πρόταση της ενάγουσας – εναγόμενης και ένας ανταπόδειξης με πρόταση του εναγομένου – ενάγοντος), οι οποίες (καταθέσεις) καταχωρήθηκαν αυτολεξεί με φωνοληψία (άρ 256 παρ. 1 και 3 σε συνδυασμό με π.δ. 326/2001 π.δ.) στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης – αλλά χωρίς να ληφθούν υπόψη – ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων – η προσκομιζόμενη από την ενάγουσα – εναγόμενη ένορκη βεβαίωση υπ’ αριθμ. ./20.4.2018 της …, δοθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών … πριν την έναρξη της δίκης για τις ανάγκες της προηγηθείσας δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των αυτών διαδίκων, διότι δεν προσκομίζεται έκθεση επίδοσης για την κλήτευση του αντιδίκου της, δοθέντος ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 424 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 1, άρθρο δεύτερο παρ. 3 του ν. 4335/2015 και ισχύει από 1.1.201 6, ένορκη βεβαίωση που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων (των άρθρων 421, 422 και 423, ήτοι, μεταξύ άλλων, χωρίς κλήτευση του αντιδίκου προ δύο τουλάχιστον εργάσιμων ημερών) δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (πρβλ. ΕφΑιγαίου 69/2020 ΤΝΠ Νόμος) και επιπλέον επειδή ελήφθη επίτηδες, για να χρησιμοποιηθεί και στην προκείμενη δίκη} και ομοίως χωρίς να ληφθούν υπόψη οι προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα – εναγόμενο ένορκες βεβαιώσεις υπ’ αριθμ. ./13.4.2018 του …, υπ’ αριθμ. ../13.4.2018 του …, υπ’ αριθμ. ./2018 του . και υπ’ αριθμ. ./2018 του ., δοθείσες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μεγάρων . πριν την έναρξη της δίκης για τις ανάγκες της προηγηθείσας δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των αυτών διαδίκων, διότι δεν προσκομίζεται έκθεση επίδοσης για την κλήτευση της αντιδίκου του, δοθέντος ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 424 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 1, άρθρο δεύτερο παρ. 3 του ν. 4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016, ένορκη βεβαίωση που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων (των άρθρων 421, 422 και 423, ήτοι, μεταξύ άλλων, χωρίς κλήτευση του αντιδίκου προ δύο τουλάχιστον εργάσιμων ημερών) δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (πρβλ. ΕφΑιγαίου 69/2020 ΤΝΠ Νόμος) και ακόμη λαμβανομένου υπόψη ότι η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔ αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το Δικαστήριο, το οποίο δεν   αρκείται στη βεβαίωση περί τούτου του συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκη, ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση του μάρτυρα, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο (πρβλ. ΑΠ 853/2006 ΤΝΠ Νόμος) στις δε προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις αναφέρεται μόνο ο αριθμός της έκθεσης επίδοσης «. ΣΤ’» και δεν αναφέρεται ούτε καν η ημερομηνία επίδοσης ούτε και ο επιμελητής, που έκανε την επίδοση, τα ακόμα – και αν ακόμη αναγράφονταν – δεν θα αρκούσαν χωρίς την προσκόμιση με επίκληση της σχετικής έκθεσης επίδοσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και επιπλέον επειδή ελήφθησαν επίτηδες, για να χρησιμοποιηθούν και στην προκείμενη δίκη) – και από τα έγγραφα (μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες ΚΠολΔ 444 § 1 περ. γ’), που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν με επίκληση, συνεκτιμωμένης και της γνώμης των τέκνων των διαδίκων, όπως αυτή εκφράστηκε κατά την προσωπική επικοινωνία (κατ’ άρ. 612 ΚΠολΔ), που είχε ο Δικαστής με αυτά (χωριστά με το καθένα) στις 27.9.2019, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι διάδικοι – σύζυγοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 12.02.2005, από τον οποίο απέκτησαν δύο παιδιά, τον …, που γεννήθηκε στις 4.8.2005 (ηλικίας δεκατριών ετών κατά την έναρξη του κρίσιμου στην υπόθεση χρόνου (18.1.2018) και την …, που γεννήθηκε στις 2.10.2008 (ηλικίας δέκα ετών κατά τον ίδιο χρόνο). Η έγγαμη συμβίωση κλονίστηκε ανεπανόρθωτα στα τέλη του 2016 και στις αρχές του 2017 από αλλεπάλληλες εντάσεις και καυγάδες. Τον Μάρτιο είχαν ήδη αποφασίσει ότι ο γάμος τους θα λυθεί. Συνέχισαν να διαμένουν κάτω από την ίδια στέγη, κείμενη επί ανωνύμου οδού στο .° Ο.Τ. Μεγάρων Αττικής, αλλά χώρισαν από κλίνης και απομακρύνθηκαν μεταξύ τους συναισθηματικά και ψυχικά κατά τρόπο μη αναστρέψιμο. Τούτο συνέβη από εύλογη (και) για την ενάγουσα αιτία και για λόγους που αφορούν τα πρόσωπα αμφοτέρων των συζύγων, καθόσον η «εύλογη αιτία)) στην κρινόμενη περίπτωση οφείλεται σε κοινή τους υπαιτιότητα (βλ. μείζονα σκέψη υπό το στοιχείο IV και ΑΠ 1967/2014 ΤΝΠ Νόμος). Η μεν ενάγουσα (εναγόμενη) είχε συνάψει τα έτη 2009 με 2011 εξωσυζυγική σχέση, γεγονός που πληροφορήθηκε ο εναγόμενος το 2014 και από μόνο του ήταν επαρκές, για να υπονομεύσει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη, που επιβάλλεται να υπάρχει ανάμεσα σε συζύγους. Η σχέση της ενάγουσας με τον τότε σύντροφο της είχε άδοξο τέλος, αφού κατέληξε σε σύγκρουση μεταξύ των συνδεόμενων με τον εξωσυζυγικό δεσμό. Διέρρευσαν στο διαδίκτυο σχετικές φωτογραφίες και για τον λόγο αυτό η ενάγουσα προσέφυγε στη Δικαιοσύνη σε βάρος των προσώπων, που η ίδια θεώρησε υπεύθυνους για την ανωτέρω διαρροή. Το γεγονός αυτό αναφέρεται ακροθιγώς μεν αλλά επαρκώς για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης και στην υπεκφεύγουσα απάντηση του μάρτυρα απόδειξης σχετικά με αν εκκρεμεί ποινική διαδικασία σχετική με την εξωσυζυγική σχέση της ενάγουσας (βλ. στη 1 6π σελίδα των πρακτικών : «Απλώς την ενοχλούσαν και προσέφυγε στην … »). Αποδεικνύεται προεχόντως και από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης (βλ. 20η σελ. των πρακτικών) σχετικά με την εξώδικο, που επιδόθηκε στην οικογενειακή στέγη από τον άνθρωπο, με τον οποίο διατηρούσε στο παρελθόν η ενάγουσα εξωσυζυγική σχέση. Ο εναγόμενος παρά ταύτα αποφάσισε να μην ζητήσει τότε τη λύση του γάμου, πλην όμως η σχέση μεταξύ των συζύγων ουδέποτε αποκαταστάθηκε. Αλλεπάλληλοι καυγάδες, κατά τη διάρκεια των οποίων οι διάδικοι απηύθυναν ύβρεις και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς η μια στον άλλο και αντιστρόφως, εναλλάσσονταν με κάποια διαστήματα σύντομης εκεχειρίας μέχρι και τον Ιανουάριο του 2018, οπότε η συμβίωση κατέστη ανυπόφορη για αμφότερους τους συζύγους σε βαθμό, που δεν μπορούσαν πλέον να ανέχονται ο ένας την παρουσία του άλλου. Ο εναγόμενος (ενάγων) δεν είναι άμοιρος ευθυνών, διότι μετήλθε, σε τουλάχιστον έναν από τους καυγάδες με τη συζύγό του, σε σωματική βία, χτυπώντας την με τα χέρια του και προκαλώντας μώλωπες στο πρόσωπο της, όπως τούτο αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο φωτογραφικό υλικό. Βάσει των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε για εύλογη και ως προς την ενάγουσα αιτία, οφειλόμενη κατά τα ανωτέρω σε κοινή αιτιότητα αμφοτέρων των συζύγων. Ως εκ τούτου, κατ’ αρχάς δικαιούται διατροφής η ενάγουσα από τον υπόχρεο, εναγόμενο σύζυγο της, προσδιοριζόμενη σύμφωνα με τις ανάγκες της, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, αφού συνεκτιμηθούν και οι διαφοροποιήσεις που προκλήθηκαν από τη χωριστή διαβίωση της, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι από τις εκατέρωθεν οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων και τον συσχετισμό των οφειλομένων εκατέρωθεν συμβολών προκύπτει διαφορά υπέρ της ενάγουσας, κατά τα εκτεθέντα στην οικεία μείζονα σκέψη. Δεν δικαιούται όμως πλήρη διατροφή. Κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής υπάρχει και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου και τούτο για τον λόγο ότι με δική του ή και με δική του πρωτοβουλία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση. Ωστόσο, εφόσον το ως άνω παράπτωμα της εξωσυζυγικής σχέσης της ενάγουσας – δικαιούχου της διατροφής συζύγου συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτής, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ’ αυτήν από τον εναγόμενο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση της, δεκτής γενομένης της ένστασης του εναγομένου, για την πληρότητα της οποίας έγινε η παράθεση των παραπτωμάτων της ενάγουσας συζύγου και υποβλήθηκε αντίστοιχο αίτημα, με προσδιορισμό από τον ενιστάμενο του ποσού της κατ’ αυτόν οφειλόμενης ελαττωμένης διατροφής (βλ. στη μείζονα σκέψη ΑΠ 873/2017, ΑΠ 551/2011 ΤΝΠ Νόμος). Με την υπ’ αριθμό 4461/3.7.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν άσκησης από μέρους της ενάγουσας της υπ’ αριθμ. έκθ. κατάθεσης 3001/2018 αίτησης και από μέρους του εναγομένου της υπ’ αριθμ. έκθ. κατάθεσης ./2018 αίτησης, παραχωρήθηκε προσωρινά στην ενάγουσα η χρήση της ως άνω οικογενειακής στέγης και της αναφερόμενης στην απόφαση οικοσκευής, “διατάχθηκε” η μετοίκηση του εναγομένου από αυτήν, ανατέθηκε προσωρινά στην ενάγουσα η επιμέλεια του προσώπου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, απορρίφθηκε το αίτημα για επιδίκαση υπέρ της ενάγουσας προσωρινής διατροφής προσωπικά για την ίδια και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλλει στην ενάγουσα για τη διατροφή των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων ποσό 400 ευρώ για τη διατροφή του Κωνσταντίνου και 300 ευρώ για τη διατροφή της Ευγενίας, εντός των πρώτων ημερών κάθε μηνός από την επίδοση της ως άνω αίτηση στις 18.1.2018 και εφεξής και επιπλέον ρυθμίσθηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του εναγομένου με τα ανήλικα τέκνα του κατά τον οριζόμενο στην εν λόγω απόφαση τρόπο. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι αμφότεροι οι διάδικοι νοιάζονται και αγαπούν τα παιδιά τους. Αμφότεροι είναι αρκούντως υγιείς και ικανοί να εξασφαλίσουν στα παιδιά περιβάλλον, που είναι απαραίτητο για την ψυχοσωματική ισορροπία τους, η οποία αποτελεί και το βασικότερο αξιολογικό κριτήριο για την ερμηνεία και εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του “συμφέροντος του τέκνου”, με βάση το οποίο κρίνεται η ανάθεση της επιμέλειας. Η ενάγουσα αντιμετώπισε στο παρελθόν – με επιτυχή χειρουργική επέμβαση στις 21.12.10 – ένα πρόβλημα υγείας και συγκεκριμένα Ca θυρεοειδούς και υποβάλλεται έκτοτε στους ενδεικνυόμενους επανέλεγχους, το οποίο πάντως (ζήτημα υγείας) δεν επηρέασε στο παρελθόν ούτε επηρεάζει την ικανότητα της να φροντίζει τα παιδιά, όπως και την ικανότητα της να πορίζεται εισόδημα από την εργασία της. Κατά την επικοινωνία των τέκνων των διαδίκων (Κωνσταντίνου και Ευγενίας) με τον Δικαστή του παρόντος Δικαστηρίου, εξέφρασαν και τα δύο την επιθυμία τους να ανατεθεί η επιμέλεια τους στον πατέρα τους. Παρά την έλλειψη γνώσεων παιδοψυχολογίας ο υπογράφων την παρούσα απόφαση Δικαστής εκτιμά ότι η δήλωση των παιδιών στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι ειλικρινής έκφραση της πραγματικής τους βούλησης. Τα ίδια κατέθεσαν ότι αγαπούν και τους δύο γονείς τους και ότι τα αγαπούν εξίσου αμφότεροι οι γονείς τους, πλην όμως δήλωσαν σταθερά και επίμονα την επιθυμία τους να διαμένουν με τον πατέρα τους. Σημειωτέον ότι έδειξαν καλή αντίληψη, ειλικρίνεια, αυθορμητισμό και το είδος εκείνο της ωριμότητας που συναντάται συχνά σε εκείνα τα παιδιά που έχουν βιώσει έντονες συγκρουσιακές καταστάσεις πριν από τον χωρισμό των γονιών τους. Υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, με κριτήριο το γενικό συμφέρον και μόνον των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, σωματικό, υλικό πνευματικό, ψυχικό και ηθικό, ενδείκνυται η ανάθεση της επιμέλειας των παιδιών στον πατέρα τους. Όσον αφορά στη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης επισημαίνονται τα  εξής. Ήδη  κατά τη  διάσπαση της  έγγαμης συμβίωσης υπήρχε οφειλή του ενάγοντος – εναγομένου προς τη ΔΕΗ, ύψους περίπου 7.000 ευρώ. Με τη δημοσίευση της υπ’ αριθμ. 4461/3.7.2018 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, που ανάθεσε στη μητέρα προσωρινά την επιμέλεια των παιδιών και παραχώρησε στην ίδια προσωρινά τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, ο εναγόμενος σταμάτησε να εξυπηρετεί τις δόσεις του διακανονισμού για την εξόφληση της ανωτέρω οφειλής, με αποτέλεσμα να σταματήσει η ηλεκτροδότηση της οικίας. Έκτοτε η ενάγουσα μετέβαινε στον χώρο, μόνο όσο διαρκούσε η ηλιοφάνεια και ασκούσε εκεί την επαγγελματική της δραστηριότητα, χρησιμοποιώντας συσκευές, που λειτουργούσαν με επαναφορτιζόμενες μπαταρίες. Τις υπόλοιπες ώρες και τα βράδια η ενάγουσα μετάβαινε με τα παιδιά στη γειτονική οικία των γονέων της, όπου και διανυκτέρευαν. Επισημαίνεται ότι το ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα – εναγόμενο. Ανεγέρθηκε σε οικόπεδο, που του ανήκει κατά κυριότητα, με δικές του δαπάνες. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, η παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, θα έληγε αναγκαστικά με την αμετάκλητη λύση του γάμου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη (υπό το στοιχείο V). Η λύση του γάμου έχει απαγγελθεί σε πρώτο βαθμό με την υπ’ αριθμ. 10141/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δεν είχε τελεσιδικήσει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης. Η προσωρινή παραχώρηση της χρήσης στη μητέρα έγινε προφανώς με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων για λόγους επιείκειας, με κριτήριο το συμφέρον των παιδιών, μετά την προσωρινή ανάθεση της επιμέλειας αυτών στη μητέρα τους. Μετά την ανάθεση της επιμέλειας των παιδιών στον πατέρα τους, με την παρούσα απόφαση, που αναπτύσσει τη διαπλαστική της ενέργεια από τη δημοσίευση της και εξής εκλείπει πλέον η ανωτέρω αιτία για την παραχώρηση της χρήσης στη μητέρα. Αντιθέτως η ανάθεση της επιμέλειας των παιδιών στον πατέρα τους επιτάσσει προς όφελος των παιδιών προεχόντως, αλλά και με συνεκτίμηση του γεγονός ότι η οικία ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα την παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης στον ενάγοντα – εναγόμενο, για να διαμένει ο’ αυτή με τα παιδιά, αφού η συμβίωση των συζύγων κάτω από την ίδια στέγη είναι αδύνατη, δεκτού γενομένου του σχετικού αιτήματος της αγωγής του …. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί το όμοιο αίτημα της αγωγής της …, όπως και το συναφές αίτημα για την παραχώρηση στην ίδια όλων των αντικειμένων της οικοσκευής της ανωτέρω οικίας, που περιγράφονται στην με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2018 αγωγής της. Τα εν λόγω έπιπλα, συσκευές και αντικείμενα είναι απαραίτητα για τη διαβίωση των παιδιών στην οικογενειακή στέγη και το συμφέρον των παιδιών επιτάσσει να παραμείνουν στον ίδιο χώρο, για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους. Σε ό,τι αφορά στις επίδικες αξιώσεις διατροφής των παιδιών αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα επιβαρύνθηκε με τις δαπάνες διατροφής τους για όλη την επίδικη διετία (από την επίδοση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων στις 18.1.18 έως τις 18.1.20) ως διαμένουσα με τα παιδιά και ως ασκούσα προσωρινά την επ’ αυτών επιμέλεια. Τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων αδυνατούσαν και τότε, όπως και σήμερα να διαθρέψουν τον εαυτό τους, καθόσον στερούνταν πλήρως εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή και δεν είχαν τη δυνατότητα, λόγω της ηλικίας τους, να εργαστούν. Συνεπώς, υπόχρεοι προς διατροφή τους ήταν κατά την κρίσιμη διετία και παραμένουν οι γονείς τους από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις οικονομικές του δυνάμεις, ενώ το μέτρο της διατροφής τους πρέπει να προσδιοριστεί με βάση τις ανάγκες τους στην κρίσιμη διετία, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες διαβίωσης τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από 18.1.2018 έως τις 18.1 1.2020) και περιλαμβάνει όσα ήταν αναγκαία για τη συντήρηση, την περίθαλψη και ανατροφή τους. Ο εναγόμενος είναι γεννημένος το 1972. Ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα με αντικείμενο την κοπή και επεξεργασία μαρμάρου. Συνεχίζει – με άδεια λειτουργίας εκδοθείσα στο όνομα του – την επιχείρηση που είχε αρχίσει ο πατέρας του σε μονάδα, κείμενη στο . ° χλμ. της Παλαιάς Εθνικής Οδού Αθηνών – Κορίνθου, η οποία εξακολουθεί να ανήκει κατά κυριότητα, όπως και εξοπλισμός της, στον συνταξιούχο πατέρα του. Το καθαρό μηνιαίο εισόδημα του από την επαγγελματική του δραστηριότητα κατά την κρίσιμη διετία υπολογίζεται σε ύψος όχι μικρότερο των 2.000 ευρώ κι όχι του μισού αυτών, όπως αβάσιμα κατέθεσε ο μάρτυρας ανταπόδειξης πατέρας του ενάγοντος – εναγομένου. Τα δηλωθέντα στις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα φορολογικές δηλώσεις του εναγομένου των τελευταίων ετών (βλ. ζημίες ύψους 6.727 ευρώ το 2016) αξιολογούνται ως ανακριβή. Ο ενάγων – εναγόμενος είναι αποκλειστικός κύριος της ανωτέρω κατοικίας, που αποτέλεσε την οικογενειακή στέγη μέχρι τη διάσταση. Έχει ομοίως κυριότητα επί του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας ΥΡΜ ., εργοστασίου κατασκευής Seat, τύπου Ibiza, κυλινδρισμού 1.390 cc, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2002 και επί του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας ΥΡΝ 8341, εργοστασίου κατασκευής Fora, τύπου Werke, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2004. Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης ο εναγόμενος διαμένει σε μισθωμένο διαμέρισμα, καταβάλλοντος μηνιαίο ενοίκιο περί τα 400 ευρώ. Βαρύνεται με τις λειτουργικές δαπάνες της οικίας αυτής (ηλεκτρικού, νερού, τηλεφώνου, θέρμανσης κ.λπ.) ʼλλα εισοδήματα, πόρους από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει ο εναγόμενος, που δεν βαρύνεται με υποχρέωση διατροφής τρίτων προσώπων, πέραν των ως άνω ανηλίκων τέκνων του, οι δε λοιπές ανάγκες διαβίωσης του είναι αντίστοιχες ατόμων παρόμοιας με αυτόν ηλικίας. Η ενάγουσα γεννήθηκε το 1980. Είναι απόφοιτος του ΤΕΙ Αισθητικής και Κοσμετολογίας Αιγάλεω και έχει παρακολουθήσει μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ με αντικείμενο «η επιστήμη του στρες και η προαγωγή της υγείας». Εργαζόταν στο παρελθόν ως υπάλληλος στην ,εταιρία παροχής υπηρεσιών αισθητικής «.». Τα τελευταία έτη παρείχε τέτοιες υπηρεσίες ως ελεύθερη επαγγελματίας σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο της οικογενειακής στέγης, αλλά και σε επαγγελματικά ραντεβού στις οικίες των πελατισσών της. Σε κάθε περίπτωση η ίδια ήταν (όπως και σήμερα) αρκούντως υγιής (κατά τον κρίσιμο χρόνο) και σε θέση να εργασθεί. Κρίνεται ειδικότερα ότι είχε τη δυνατότητα, απασχολούμενη σε τέτοια ή παρεμφερή εργασία καθ’ όλη την ένδικη περίοδο (πρβλ. ΕφΛαρ. 61/2007 ΤΝΠ Νόμος) να εξασφαλίσει συνολικά, εισόδημα που δεν υπολείπεται, κατά μέσο όρο, αυτό των 500 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, προεχόντως από υπηρεσίες υπηρεσιών αισθητικής (και κυρίως μακιγιάζ για νύφες σε γάμους). Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης της με τον εναγόμενο μοίραζε τη διαμονή της ανάμεσα στην ανωτέρω οικία και στην πατρική της οικία λόγω της δυσλειτουργίας από τη διακοπή της παροχής ρεύματος. Η ανωτέρω οικία είναι διώροφη με υπόγειο, επιφάνειας κάθε επιπέδου 150 τ.μ. και συνολικής επιφάνειας 450 τ.μ., με πισίνα 60 Χ 10 μέτρων, εμπορικής αξίας περίπου 400.000 ευρώ. Η αξία της χρήσης, την οποία ωφελήθηκε η ενάγουσα με τα παιδιά κατά τον κρίσιμο στην κρινόμενη υπόθεση χρόνο (Ιανουάριο του 2018 έως Ιανουάριο του 2020) εκτιμάται σε μόλις 150 ευρώ, λόγω της – προκληθείσας από υπαιτιότητα του εναγομένου – διακοπής της ηλεκτροδότησης. Η μηναία ωφέλεια του κάθε μέλους της οικογένειας (της ενάγουσας και των δύο παιδιών) ανήλθε επομένως στην κρίσιμη διετία στο ένα τρίτο (150 : 3 = 50 ευρώ). Η κατά τα άνω παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης αποτελεί περιορισμένης έκτασης διατροφή σε είδος που παρέχεται από τον νόμο (ΕφΠατρ 27/2017 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 162/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 399/2005 ΠειρΝομ 2005.278, ΕφΑθ 4585/2002 ΕλλΔικ 44.228, ΕφΠειρ 544/2002 ΠειρΝομ 24.323, Εφθεσ 320/1995 ΕλλΔικ 37.358) και για τον λόγο αυτό θα συνυπολογιστεί στη συνολική διατροφή, την οποία οφείλει ο υπόχρεος και κύριος της παραχωρούμενης συζυγικής στέγης. Επιβαρυνόταν η ενάγουσα με τις λειτουργικές δαπάνες της οικίας αυτής, όπως και της πατρικής οικίας, στην οποία διέμενε κατά το πλείστον και διανυκτέρευε με τα παιδιά (ηλεκτρικού, ύδατος, τηλεφώνου, θέρμανσης κ.λπ.), κατά το μέρος που της αναλογούν. Έχει, ακόμη στην κυριότητα της ένα αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ΥΡΧ ., εργοστασίου κατασκευής Fiat, τύπου 500, με έτος κατασκευής το 2010. ʼλλα εισοδήματα, πόρους από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία δεν διαθέτει η ενάγουσα, που δεν βαρύνεται με υποχρέωση διατροφής τρίτων προσώπων, πέραν των ως άνω ανηλίκων τέκνων της, οι δε λοιπές ανάγκες διαβίωσης της είναι αντίστοιχες ατόμων παρόμοιας με αυτήν ηλικίας. Περαιτέρω,  όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 18.1.2018 έως 18.1.2020 τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων διέμεναν, μαζί με την ενάγουσα μητέρα τους, στις ανωτέρω οικίες και συνεπώς δεν βαρύνονταν με δαπάνες στέγασης, αλλά μόνο με τις λειτουργικές δαπάνες των οικιών αυτών κατά το μέρος που τους αναλογούσαν. Η ενάγουσα κάλυπτε τις αναγκαίες δαπάνες (ηλεκτρισμού, θέρμανσης, ύδρευσης, τηλεφωνίας και διαδικτύου) στην πατρική οικία και επιπλέον τους προσέφερε τις προσωπικές υπηρεσίες της στην ανατροφή και περιποίηση τους (παρασκευή φαγητού, πλύσιμο, σιδέρωμα, καθαριότητα, σχολική μελέτη, μετακινήσεις συνοδεία στις εξωσχολικές δραστηριότητες και σε γιατρούς). Κατά την έναρξη της κρίσιμης διετίας (Ιανουάριο του 2018) ο . ήταν μαθητής της Β’ τάξης του 3ου Γυμνασίου Μεγάρων Αττικής και κατά τη συζήτηση της αγωγής της Γ’ τάξης. Το έτος 2017 επισημάνθηκε η εμφάνιση μαθησιακών διαταραχών και διαγνώστηκε με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (τραυλισμό F 98.5). Συνεστήθησαν στις 26.1.2018 από το Κέντρο Παιδοψυχικής Υγιεινής της .ης ΔΥΠΕ Αττικής θεραπείες με λογοθεραπεία και ατομική ψυχοθεραπεία. Για την παρακολούθηση των συνεδριών η ενάγουσα κατέβαλε κατά μέσο όρο 100 ανά μήνα. Η σχετική δαπάνη καλύπτεται ασφαλιστικά και για τον λόγο αυτό δεν συνυπολογίζεται στις διατροφικές ανάγκες του παιδιού. Παρακολουθούσε ακόμη ο . ιδιαίτερα φιλολογικά μαθήματα από την φιλόλογο …, για τα οποία χρειάστηκε η δαπάνη των 100 ευρώ μηνιαίως. Ιδιαίτερα μαθήματα μαθηματικών από τον μαθηματικό ., για τα οποία χρειάστηκε η δαπάνη των 64 ευρώ μηνιαίως. Μαθήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, για τα οποία χρειάστηκε η δαπάνη 40 ευρώ μηνιαίως το σχολικό έτος 2018 – 2019 και 60 ευρώ μηνιαίως το σχολικό έτος 2019 – 20. Κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής (Ιανουάριο του 2018) η . ήταν μαθήτρια της Ε’ τάξης του 4ου Δημοτικού Σχολείου Μεγάρων και κατά τη συζήτηση της αγωγής της ΣΤ’ τάξης. Έκανε μαθήματα Αγγλικών στην Σχολή ξένων γλωσσών της ., για τα οποία χρειάστηκε η δαπάνη 55 ευρώ μηνιαίως το σχολικό έτος 2018-19 και 66 ευρώ μηνιαίως το σχολικό έτος 2019-20. Μαθήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, για τα οποία χρειάστηκε η δαπάνη  40 ευρώ μηνιαίως. Παρακολουθούσε μαθήματα πιάνου στη Βυζαντινό Ωδείο Δήμου Μεγαρέων, για τα οποία χρειάστηκε η δαπάνη 38 ευρώ μηνιαίως. Γυμναζόταν σε σχολή μπαλέτου με μηνιαία δαπάνη 60 ευρώ. Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις, η κατά μήνα διατροφή για τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, προσδιοριζόμενη από τις συνθήκες ζωής και ανταποκρινόμενη στα απαραίτητα έξοδα για τις ως άνω αναφερόμενες αιτίες, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως για τον . και στο ποσό των 500 ευρώ για την .. Με τα ποσά αυτά μπορούσαν να καλυφθούν όλα όσα ήταν αναγκαία για τη στέγαση (λαμβανομένης υπόψη της παροχής στέγης ως διατροφή σε είδος κατά τα ανωτέρω ειδικά αναφερόμενα), τη συμμετοχή στις δαπάνες ηλεκτρικής ενέργειας, ύδρευσης, τηλεφωνίας – διαδικτύου, θέρμανσης, την τροφή με τη στενή έννοια του φαγητού, ένδυση, υπόδηση, αγορά των απαραιτήτων ειδών για την ανατροφή τους, τη σχολική αγωγή, για την παρακολούθηση μαθημάτων φροντιστηρίων και ξένων γλωσσών, την άθληση τους, για τις δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης πέραν της καλυπτόμενης ασφαλιστικά, για τη συμμετοχή των παιδιών σε κοινωνικές εκδηλώσεις (όπως ενδεικτικά για τη δαπάνη ονομαστικής εορτής και γενεθλίων και για τις επισκέψεις σε εορτάζοντες συνομηλίκους τους) και για την ψυχαγωγία τους εν γένει, για τις δαπάνες μετακίνησης, για τις δαπάνες διακοπών τους και γενικότερα για τη συντήρηση και την ανατροφή τους, ώστε να εξασφαλισθεί επίπεδο διαβίωσης τους, ανταποκρινόμενο προς το επίπεδο, που αρμόζει στην ηλικία τους και προς το επίπεδο ζωής των γονέων τους. Στα ποσά αυτά συνυπολογίζεται και η προσφορά της προσωπικής εργασίας και απασχόλησης της μητέρας τους για την περιποίηση και τη φροντίδα τους, η οποία είναι απομιμητή σε χρήμα και υπολογίζεται σε 150 ευρώ μηνιαίως για το κάθε παιδί. Από τα ποσά αυτά ο εναγόμενος πατέρας τους όφειλε να καταβάλλει, πέραν της διατροφής σε είδος που παρείχε ελλειμματικά με την παραχώρηση της χρήσης της μη ηλεκτροδοτούμενης οικογενειακής στέγης, που αποτιμάται κατά τα ανωτέρω σε 50 ευρώ για κάθε παιδί, τα ποσά των 400 ευρώ για τη διατροφή των . και των 300 ευρώ για τη διατροφή της . ενόψει της οικονομικής και περιουσιακής του κατάστασης, χωρίς να διακινδυνεύσει η διατροφή του, απορριπτόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμης της, παραδεκτώς υποβληθείσας, με τις έγγραφες προτάσεις του και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, νόμιμης, κατ’ άρθρο 1487 ΑΚ, ένστασης διακινδύνευσης της δικής του διατροφής. Το υπόλοιπο αναγκαίο για τη διατροφή τους ποσό, για τη διατροφή εκάστου των τέκνων βάρυνε τη μητέρα τους, στο οποίο (ποσό) περιλαμβάνεται και η αποτίμηση των προσωπικών υπηρεσιών και λοιπών παροχών, που τους προσέφερε η μητέρα τους, η οποία, έχοντας, κατά νόμο, συντρέχουσα και ανάλογη των οικονομικών και εν γένει δυνατοτήτων της υποχρέωση διατροφής, μπορούσε να την καλύπτει με τα εισοδήματα της, την προσφορά των προσωπικών της υπηρεσιών και των λοιπών, συνδεόμενων με τη συνοίκηση τους παροχών ο δε συσχετισμός των οικονομικών δυνάμεων των δύο γονέων λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, εφόσον η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή ζητεί όχι το σύνολο του κόστους των διατροφικών αναγκών των τέκνων της, αλλά εκείνο το μέρος, που βαρύνει κατ’ αναλογία τον εναγόμενο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, η ενάγουσα προσέφερε κυρίως τις προσωπικές υπηρεσίες της στην οικογενειακή στέγη για την ικανοποίηση των οικογενειακών αναγκών και ο εναγόμενος συνεισέφερε κυρίως τα εισοδήματα του από την εργασία του. Με τα δεδομένα αυτά η ενάγουσα, η οποία, κατά τα ανωτέρω, αφίσταται της έγγαμης συμβίωσης από εύλογη και γι’ αυτήν αιτία, δικαιούται καταρχήν διατροφής έναντι του εναγομένου, αφού και υπό τις συνθήκες της έγγαμης συμβίωσης είχε τέτοιο δικαίωμα. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται, ότι η ενάγουσα, υπό καθεστώς έγγαμης συμβίωσης, ως οικονομικά ασθενέστερη, δικαιούτο διατροφής, την οποία εξακολουθεί να δικαιούται και μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης της με τον εναγόμενο, καθόσον η διακοπή αυτής προήλθε και από την πλευρά του τελευταίου, οι δε περιστάσεις αναγόμενες στο καθεστώς της έγγαμης συμβίωσης τους δεν έχουν μεταβληθεί, ώστε να αποκλεισθεί το προς διατροφή δικαίωμα της. Ωστόσο, εφόσον το ως άνω παράπτωμα της εξωσυζυγικής σχέσης της ενάγουσας – δικαιούχου της διατροφής συζύγου συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτής, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ’ αυτήν από τον εναγόμενο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση της, δεκτής γενομένης της ένστασης του εναγομένου, κατά τα ανωτέρω ήδη αναφερθέντα. Συνεπώς, με βάση τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων, όπως αυτές καθορίζονται από τα ως άνω εισοδήματα τους και την περιουσία τους, σε συσχετισμό με τις δυνάμεις του καθενός προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο, με βάση και τις διατροφικές ανάγκες της ενάγουσας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, αφού συνεκτιμηθούν και οι νέες συνθήκες και ανάγκες αυτής, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα δικαιούται ελαττωμένη σε χρήμα διατροφή από τον εναγόμενο, ανερχόμενη στο ποσό των εκατό πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως, κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της σχετικής νόμιμης (κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη υπό το στοιχείο III) ένστασης του εναγομένου. Το ποσό αυτό, αφού συνυπολογισθούν και τα δικά της εισοδήματα, κρίνεται αρκετό για την κάλυψη των αναγκών ελαττωμένης διατροφής της, καθώς το μέτρο κάλυψης των αναγκών αυτών (της ελαττωμένης διατροφής) είναι εκείνο που υπαγορεύουν ειδικότερα η ηλικία της και το επίπεδο διαβίωσης που υπήρχε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και μπορούσε να εξασφαλίσει στην ενάγουσα παρόμοιο επίπεδο διαβίωσης με ελαττωμένη διατροφή κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, μετά τη διακοπή της συμβίωσής της με τον εναγόμενο. Το προαναφερόμενο ποσό αναλογούσε στο αναγκαίο για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ελαττωμένης διατροφής, στις οποίες περιλαμβάνονται οι μειωμένες ανάγκες σίτισης, ένδυσης, θέρμανσης, ψυχαγωγίας και συμμετοχής στην κοινωνική ζωή, βάσει και της αναλογίας, την οποία ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει και αντίστοιχα θα απολάμβανε η ενάγουσα  στα πλαίσια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, δηλαδή τη  διαφορά μεταξύ των συνεισφορών των διαδίκων που εδικαιούτο να αξιώσει μετά τη διακοπή της συμβίωσης, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη. Η ελαττωμένη διατροφή που πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα για την αντιμετώπιση των αναγκών συντήρησης της στην κρίσιμη διετία ανέρχεται στο ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως. Επισημαίνεται ότι ο εναγόμενος οφείλει διατροφή για τη σύζυγο και τα παιδιά και για τον χρόνο πριν από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής και συγκεκριμένα από την όχληση που έγινε με την επίδοση στις 18.1.2018 της ως άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της απόφασης. Με βάση όλα τα παραπάνω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή της ενάγουσας να απορριφθεί κατά το αίτημα ανάθεσης της επιμέλειας των παιδιών στην Ίδια και κατά τα αιτήματα ρύθμισης της χρήσης της οικογενειακής στέγης και των κινητών της οικοσκευής. Πρέπει όμως να γίνει εν μέρει δεκτή κατά τα αιτήματα επιδίκασης διατροφής υπέρ της ενάγουσας και των παιδιών για την επίδικη διετία. Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα α) στην ίδια ατομικά το ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως ως διατροφή δική της και β) στην ίδια, για λογαριασμό των ως άνω ανηλίκων τέκνων τους, το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως για τη διατροφή του Κωνσταντίνου και των 300 ευρώ για τη διατροφή της Ευγενίας ως συνεισφορά του, για τη διατροφή τους, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών αρχής γενομένης από την επίδοση της ως άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων καταβλητέα εντός των πρώτων πέντε (5) ημερών εκάστου ημερολογιακού μηνός, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε ληξιπρόθεσμης παροχής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, η δε απόφαση, πρέπει να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, δεκτού γενομένου του σχετικού παρεπόμενου αιτήματος της ενάγουσας (άρθρα 904, 907 και 908 ΚΠολΔ).

 

Περαιτέρω πρέπει η υπό κρίση αγωγή του ενάγοντος να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά τα κύρια αιτήματα της, να ανατεθεί η αποκλειστική επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στον ενάγοντα πατέρα τους και επιπλέον πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 613 και 950 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να διαταχθεί, αυτεπαγγέλτως, η εναγόμενη να αποδώσει τα ως άνω ανήλικα τέκνα στον ενάγοντα πατέρα τους με την απαγγελία σε βάρος της χρηματικής ποινής ποσού 10.000 ευρώ υπέρ του ενάγοντος και προσωπικής κράτησης διάρκειας τριάντα (30) ημερών για την περίπτωση που αυτή δεν εκτελέσει την ανωτέρω πράξη περί απόδοσης εκάστου ανηλίκου τέκνου στον πατέρα του. Πρέπει ακόμη να ρυθμιστεί η χρήση της οικογενειακής στέγης με την παραχώρηση αυτής στον ενάγοντα. Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, κατά το σκέλος της υπόθεσης που ενεργεί για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων βαρύνουν τον εναγόμενο, ο οποίος ηττήθηκε στη δίκη κατά το σκέλος της υπόθεσης που αφορά τη διατροφή των παιδιών μόνον, αλλά θα επιβληθούν μειωμένα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, διότι η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή (άρθρο 178 ΚΠολΔ), ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων. Τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, κατά το σκέλος της υπόθεσης που αφορά τη δική του αγωγή βαρύνουν την εναγόμενη, η οποία ηττήθηκε στη δίκη κατά το αυτό σκέλος της υπόθεσης που αφορά την επιμέλεια των παιδιών και τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης (άρ. 176 ΚΠολΔ), αλλά θα επιβληθούν μειωμένα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, διότι συνεπεία της συνεκδίκασης ο ενάγων – εναγόμενος υπεβλήθη άπαξ σε μια κοινή δαπάνη για την εκδίκαση της όλης υπόθεσης τόσο κατά το σκέλος που νίκησε όσο και κατά το σκέλος που ηττήθηκε.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων τις με αριθμούς εκθέσεων κατάθεσης ./2018 και ./2018 αγωγές.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε στο σκεπτικό ως απορριπτέο.

 

Α. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης . /2018 αγωγή.

 

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλλει στην ενάγουσα α) ατομικά στην ίδια μηνιαία διατροφή εκατόν πενήντα (150) ευρώ και β) για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους μηνιαία διατροφή σε χρήμα β.1) ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ για τη διατροφή του . και β.2.) ποσού τριακοσίων (300) ευρώ για τη διατροφή της Ευγενίας για το χρονικό διάστημα από την 18.1.2018 μέχρι την 18.1.2020 και όλα τα ανωτέρω κονδύλια καταβλητέα εντός των πέντε (5) πρώτων ημερών εκάστου μηνός, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση στην πληρωμή κάθε μηνιαίας ληξιπρόθεσμης παροχής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

 

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση και ως προς την αμέσως ανωτέρω διάταξη της προσωρινά εκτελεστή.

 

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα μέρος της δικαστικής της δαπάνης, την οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ, από την οποία θα αφαιρεθεί το ποσό που έχει ήδη προκαταβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 173 αρ. 4 ΚΠολΔ.

 

Β. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2018 αγωγή.

 

ΑΝΑΘΕΤΕΙ την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων συζύγων, . και ., αποκλειστικά στον ενάγοντα πατέρα τους.

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εναγόμενη να αποδώσει τα ως άνω ανήλικα τέκνα στον ενάγοντα πατέρα τους.

 

ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ υπέρ του ενάγοντος και σε βάρος της εναγόμενης χρηματική ποινή, ποσού δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας τριάντα (30) ημερών, για την περίπτωση που αυτή δεν εκτελέσει την ανωτέρω πράξη περί απόδοσης εκάστου εκ των δύο ανηλίκων τέκνων στον πατέρα τους.

 

ΠΑΡΑΧΩΡΕΙ στον ενάγοντα την αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης, κείμενης επί ανωνύμου οδού στο .° Ο.Τ. Μεγάρων Αττικής.

 

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα μέρος της δικαστικής του δαπάνης, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2021, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο dsanet.gr