Αριθμός 526/2021

Advertisements

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Ε΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2020, με την εξής σύνθεση: Π. Ευστρατίου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων ελλείποντος Προέδρου του Τμήματος, Μ. Σωτηροπούλου, Ρ. Γιαννουλάτου, Σύμβουλοι, Δ. Βασιλειάδης, Χρ. Παπανικολάου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Ε΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 12 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση:

των: 1) … 5) …, οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, 7) … 8) …, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου, στον οποίο δόθηκε προθεσμία επτά ημερών για την νομιμοποίησή του, 9) …, η οποία παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου, που τον διόρισε με πληρεξούσιο, 10) … ο οποίος παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου, στον οποίο δόθηκε προθεσμία επτά ημερών για την νομιμοποίησή του, 11) …, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου, που τον διόρισε με πληρεξούσιο, 12) … 13) … οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου, στον οποίο δόθηκε προθεσμία επτά ημερών για την νομιμοποίησή του, 14) … 25)…, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, 26) … η οποία παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου, στον οποίο δόθηκε προθεσμία επτά ημερών για την νομιμοποίησή του, 27) … και 30) …, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο οποίος παρέστη με την Σ. Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η τεκμαιρόμενη απόρριψη της από 22.8.2017 αιτήσεώς τους από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας και από τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, καθώς και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Χρ. Παπανικολάου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

  1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. ./2017 ειδικά έντυπα παράβολου, σειράς Α΄).

  1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες φερόμενοι ως κύριοι έκτασης στην εκτός σχεδίου περιοχή “Άνω Βούλα – Πανόραμα – Δικηγορικά” της περιφέρειας του Δήμου Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης, ζητούν την ακύρωση της τεκμαιρόμενης απόρριψης της από 22.8.2017 αιτήσεώς τους από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας και από τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής. Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες είχαν ζητήσει: 1. Την ανάκληση της Δ/./20.3.1980 απόφασης του Αναπληρωτή Νομάρχη Πειραιώς, με την οποία έκταση 124 στρεμμάτων στην ως άνω περιοχή κηρύχθηκε ως αναδασωτέα (Δ΄ 224), κατά το μέρος αυτής που αφορά τις ιδιοκτησίες τους. 2. Την έγκριση και την ολοκλήρωση της διαδικασίας ρυμοτόμησης των ιδιοκτησιών τους με σκοπό την οικιστική ανάπτυξή τους, προς εκπλήρωση του σκοπού για τον οποίο αυτές αποκτήθηκαν αρχικώς από τον δικαιοπάροχό τους Οικοδομικό ΣυνεταιρισμόΚαστελλοριζίωνΕλλάδος και, στη συνέχεια, από εκείνους. 3. Άλλως, την ανταλλαγή των ως άνω ιδιοκτησιών με έτερες οικιστικές εκτάσεις ανάλογης προς αυτές αξίας, άλλως δε την εξαγορά ή την απαλλοτρίωσή τους εκ μέρους τον Δημοσίου. 4. Άλλως και επικουρικώς, την καταβολή αποζημίωσης με βάση την εμπορική αξία των ιδιοκτησιών και με σκοπό την αποκατάσταση της διασαλευθείσας εις βάρος τους ισορροπίας που εγγυώνται οι διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

  1. Επειδή, καθ’ όσον αφορά την ανάκληση της απόφασης για την αναδάσωση η κρινόμενη αίτηση ανήκει στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών [άρθρο 1 παρ. 1 περ.ιδ΄του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213). Ωστόσο, για λόγους οικονομίας της δίκης, συντρέχει, εν προκειμένω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, νόμιμος λόγος να κρατηθεί η υπόθεση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 1968/1991 (Α΄ 150) και να εκδικασθεί από το Συμβούλιο της Επικράτειας (βλ. ΣτΕ 578/2019, 939/2016, 3911/2012, 940/2011 κ.ά.).

  1. Επειδή, εκ των αιτούντων οι 7ος, 8η, 10ος, 12η, 13α, 13β, 13γ, και 26η, κατά τη σειρά αναγραφής στο δικόγραφο, δεν νομιμοποίησαν τον υπογράφοντα την αίτηση δικηγόρο με κάποιον από τους τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 27 τουπ.δ/τος18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει. Συνεπώς, η αίτηση, ως προς αυτούς, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

  1. Επειδή, οι αιτούντες, οι οποίοι υπέβαλαν την ως άνω αίτηση, φέρονται ως ιδιοκτήτες τεμαχίων εντός της επίμαχης έκτασης των 124 στρεμμάτων, τα οποία απέκτησαν από τον Οικοδομικό ΣυνεταιρισμόΚαστελλοριζίων, ο οποίος είχε αγοράσει, κατόπιν εγκριτικής απόφασης του Υπουργού Γεωργίας (υπ’ αριθ. 218639/36521/12.11.1952), ευρύτερη έκταση 464 στρεμμάτων κατά τα έτη 1954 και 1955, προς τον σκοπό της οικιστικής αξιοποίησης αυτής. Συνεπώς, με έννομο συμφέρουν ασκούν την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως.

  1. Επειδή, η οικιστική αξιοποίηση και πολεοδόμηση δασών και δασικών εκτάσεων είναι, καταρχήν, ασύμβατη με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 και 2 Συντ. Οι συνταγματικές αυτές διατάξεις επιτρέπουν, κατά την έννοιά τους, την, κατ’ εξαίρεση μόνον, ένταξη μικρών τμημάτων δάσους σε σχέδιο πόλεως χάριν της ενότητας του πολεοδομικού σχεδιασμού, εφόσον τα τμήματα αυτά γειτνιάζουν ή περιβάλλονται από οικισμούς, οπότε οι εντασσόμενοι στο σχέδιο δασικοί θύλακες οφείλουν, παρά την ένταξη, να διατηρούν υποχρεωτικώς αναλλοίωτο το δασικό τους χαρακτήρα (ΣτΕ 2293/2018, 1980/2017 7μ., 3562/2008). Ο κανόνας αυτός ισχύει και ως προς την οικιστική αξιοποίηση εκτάσεων για τις στεγαστικές ανάγκες μελών οικοδομικών συνεταιρισμών και την πολεοδόμηση των εκτάσεων αυτών, η οποία δεν είναι επιτρεπτή υπό το Σύνταγμα του 1975, ακόμη και στην περίπτωση που η έκταση για την οποία πρόκειται ανήκει στην ιδιοκτησία οικοδομικού συνεταιρισμού, το δε σχετικό ιδιοκτησιακό δικαίωμα του συνεταιρισμού είχε αποκτηθεί πριν από τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975. Ενόψει τούτων, έχουν κριθεί ως αντικείμενες στο Σύνταγμα οι διατάξεις του άρθρου 50 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του ν. 4280/2014 (ΑΊ59), καθ’ ό μέρος προέβλεπαν την δυνατότητα οικιστικής ανάπτυξης δασών και δασικών εκτάσεων, η οποία θα συνιστούσε συνταγματικώς ανεπίτρεπτη μεταβολή του προορισμού εκτάσεων δασικού χαρακτήρα (ΣτΕ 2293/2018, 799/2016, 3052/2015, 1058/2012 7μ.). Δεν θα αντέκειτο, αντιθέτως, στις ως άνω συνταγματικές διατάξεις η αναγκαστική απαλλοτρίωση δασικών εκτάσεων που ανήκουν σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς, αλλά συντρέχει, ως προς αυτές, νομική αδυναμία οικιστικής αξιοποίησης και πολεοδόμησης λόγω του δασικού τους χαρακτήρα, ούτε η ανταλλαγή των εν λόγω μη δυναμένων ναπολεοδομηθούνεκτάσεων με δημόσιες εκτάσεις οικιστικού χαρακτήρα, τούτο, όμως, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του οικοδομικού συνεταιρισμού είχε αποκτηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος, δεδομένου ότι, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 24 Συντ., δεν είναι θεμιτή, υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1975, η απόκτηση δασών και δασικών εκτάσεων με σκοπό την οικιστική τους αξιοποίηση. Ενόψει τούτου, έχει κριθεί ως μη αντικείμενη στο άρθρο 24 παρ. 1 Συντ. διάταξη τυπικού νόμου (άρθρο 50 παρ. 3 του ν. 998/1979), η οποία προέβλεπε την αναγκαστική απαλλοτρίωση εκτάσεων που ανήκουν σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς και δεν μπορούν να πολεοδομηθούν, μεταξύ άλλων, και για το νομικό λόγο της απαγόρευσης πολεοδόμησης δασικού χαρακτήρα εκτάσεων, καθώς και την ανταλλαγή των δασικών αυτών εκτάσεων με δημόσιες εκτάσεις οικιστικού χαρακτήρα για τους ίδιους λόγους, μόνον, όμως, καθ’ ό μέρος η διάταξη αυτή αφορούσε σε εκτάσεις, ως προς τις οποίες ο οικοδομικός συνεταιρισμός είχε αποκτήσει ιδιοκτησιακό δικαίωμα πριν από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975 (ΣτΕ 2293/2018, 799/2016, 3052/2015, 1058/2012 7μ.).

  1. Επειδή, στο άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο τουν.δ/τος53/1974 (Α΄ 256) και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπέρτερη των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι: “Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων”. Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, που περιλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα αλλά όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα, καθώς και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Το περιουσιακό, όμως, δικαίωμα, υπό την έννοια αυτή, προκειμένου να τύχει προστασίας κατά το άρθρο 1 του 1ου Πρ. Πρωτοκόλλου, πρέπει να είναι υφιστάμενο και όχι ενδεχόμενο ή μελλοντικό, διότι το εν λόγω άρθρο 1 του 1ου Πρ. Πρωτ. εφαρμόζεται μόνο επί της υφιστάμενης περιουσίας (ΕΔΔΑ Marckx κατά Βελγίου της 13.6.1979, σκ. 50) και δεν εγγυάται την προσδοκία απόκτησης νέας, εκτός αν πρόκειται περί απαιτήσεως που αναμένεται μετά βεβαιότητος να τελεσφορήσει. Τέτοια δεν είναι η απαίτηση να αναγνωρισθεί στον ενδιαφερόμενο ένα περιουσιακό δικαίωμα μη δυνάμενο να ασκηθεί, ούτε απαίτηση εξαρτώμενη από όρους που δεν δύνανται να εκπληρωθούν (ΕΔΔΑ Anheuser – Busch κατά Πορτογαλίας της 11.1.2007. σκ. 64). Εξάλλου, η περιουσιακή αξίωση, προκειμένου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του 1ου Πρ. Πρωτ., πρέπει να έχει επαρκή βάση στο εθνικό δίκαιο, δηλαδή να κατοχυρώνεται νομοθετικώς ή να έχει επιβεβαιωθεί από μία ευρέως καθιερωθείσα νομολογία των δικαστηρίων (ΕΔΔΑ Plechanov κατά Πολωνίας της 7.10.2009, σκ. 83, Vilho Eskelinen και λοιποί κατά Φινλανδίας της 19.4.2007, σκ. 94, Kopecky κατά Σλοβακίας της 28.9.2004, σκ. 52). Υπό την έννοια αυτή, στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του 1ου Πρ. Πρωτ. εμπίπτει και η σχετική με περιουσιακό δικαίωμα “θεμιτή προσδοκία”, η οποία έχει το χαρακτήρα επιδιώξιμης αξιώσεως και δεν αποτελεί απλή διεκδίκηση για την υποστήριξη της οποίας προβάλλονται απλώς εύλογοι ισχυρισμοί (ΕΔΔΑ Draon κατά Γαλλίας της 6.10.2005, σκ. 68), δεν συνιστά, δηλαδή, απλή ελπίδα απόκτησης περιουσίας (ΕΔΔΑ Zhigalev κατά Ρωσίας της 11.12.2006, σκ. 131). Έτσι, ο επικαλούμενος παραβίαση του άρθρου 1 του 1ου Πρ. Πρωτ. σε βάρος του πρέπει πρωτίστως να αποδεικνύει την ύπαρξη ενός τέτοιου δικαιώματος (ΕΔΔΑ Pistorova κατά Δημοκρατίας της Τσεχίας της 26.1.2005) (βλ. ΣτΕ 2293/2018).

  1. Επειδή, εξάλλου, το άρθρο 37 του ν. 989/1979 (Α΄ 289) ορίζει τα εξής: “1. Ωςαναδάσωσιςνοείται η αναδημιουργία της καθ’ οιονδήποτε τρόπον καταστραφείσης ή σημαντικώς αραιωθείσης ή άλλως πως υποβαθμισθείσης δασικής βλαστήσεως, είτε δια της φυτεύσεως ή σποράς, είτε δια της διευκολύνσεως της φυσικής αναγεννήσεως, προς δημιουργίαν δάσους ή δασικής εκτάσεως. 2. Εν τη εννοία της αναδασώσεως περιλαμβάνεται και η το πρώτον ενεργουμένη δια σποράς ή φυτεύσεως δασικών φυτών δάσωσις ασκεπών εκτάσεων, αι οποίαι δεν έχουν ουδέ είχον εις το παρελθόν τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως. Στο άρθρο 38 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει, ορίζεται ότι: “1. Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται συνεπεία πυρκαγιάς, αποψίλωσης ή άλλης αιτίας, κηρύσσονται υποχρεωτικά ως αναδασωτέα ανεξαρτήτως της ειδικότερης κατηγορίας αυτών ή της θέσης στην οποία βρίσκονται. Της κήρυξης της αναδάσωσης εξαιρούνται εκτάσεις για τις οποίες, πριν την καταστροφή της δασικής βλάστησής τους από πυρκαγιά, έχει χορηγηθεί έγκριση επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του παρόντος νόμου. 2. Ωσαύτως κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα εδάφη στερούμενα δασικής βλαστήσεως, ή των οποίων ή δασική βλάστησις έχει καταστραφή ή σημαντικώς αραιωθή ή άλλως πως υποβαθμισθή εφ’ όσον: α) ευρίσκονται εντός λεκανών απορροής χειμάρρων η δε ύπαρξις της δασικής βλαστήσεως επιβάλλεται δια προστατευτικούς ή υδρονομικούς σκοπούς. β) Υπέρκεινται πόλεων, χωρίων, οικισμών, αρχαιολογικών χώρων, φυσικών, πολιτιστικών μνημείων ή σημαντικών τεχνικών έργων και έχουν προστατευτικόν δι αυτά χαρακτήρα, γ) Η κλίσις των προς τον ορίζοντα υπερβαίνει τα τριάκοντα επί τοις εκατόν (30%) απειλείται δε η υπό των υδάτων αποπλυσίς των. δ) Η έλλειψις ή η μείωσις της δασικής βλαστήσεως επί αυτών δημιουργεί κίνδυνον διαβρώσεως του εδάφους ή της ισορροπίας του φυσικού περιβάλλοντος. 3. Δύναται να κηρυχθούν ως αναδασωτέοι εκτάσεις, εκτός των εις τας προηγουμένας παραγράφους του παρόντος άρθρου οριζομένων, εφ όσον τούτο επιβάλλεται :α) Εκ λόγωνυγιεινήςή εξωραϊσμού του τοπίου, β) Προς συμπλήρωσιν ή ενοποίησιν δασών ή δασικών εκτάσεων. γ) Προς δημιουργίαν δασικών φυτειών.”. Περαιτέρω, το άρθρο 43 του ν. 998/1979 ορίζει τα εξής: “1. Η κήρυξις ως αναδασωτέας ιδιωτικής εκτάσεως συνιστά λόγον απαλλοτριώσεως ταύτης δια την πραγματοποίησιν της αναδασώσεως θεωρουμένης ως δημοσίας ωφελείας, υπό τας κατωτέρω προϋποθέσεις. 2. Ο ιδιοκτήτης εκτάσεως μη εχούσης ήδη τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως εφ’ όσον δεν επιθυμεί να διατηρήση την κυριότητα ταύτης μετά την κήρυξιν αυτής ως αναδασωτέας και να προβή εις την πραγματοποίησιν της αναδασώσεως κατά τα εις το προηγούμενον άρθρον οριζόμενα, δύναται να δηλώση εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως της σχετικής αποφάσεως ότι δέχεται να πωλήση την ως άνω έκτασιν προς το Δημόσιον, ότε και προσκαλείται να προσαγάγη τους τίτλους του. Περί της αναγνωρίσεως τούτων αποφαίνεται το οικείον Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών, περί δε του τιμήματος αντί του οποίου δέον να γίνει η αγορά αποφαίνεται η κατά το άρθρον 10 παρ. 3 επιτροπή κατά τα εν τω άρθρω 6 οριζόμενα. Μετά τον έλεγχον των τίτλων και τον καθορισμόν της τιμής πωλήσεως ο αναγνωρισθείς ιδιοκτήτης προσκαλείται εις σύναψιν του πωλητηρίου συμβολαίου συναπτομένου μετά του οικείου νομάρχου ή του υπό τούτου εξουσιοδοτημένου. Η δαπάνη δια την αγοράν βαρύνει τον προϋπολογισμόν του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών. 3. Αν ο ιδιοκτήτης αρνηθή την πώλησιν δια ρητής δηλώσεώς του ή δια της μη προσελεύσεώς του προς υπογραφήν της συμβάσεως ή δεν προβαίνει εις τας κατά το προηγούμενον άρθρον εργασίας της αναδασώσεως ή παραμελεί ταύτας επί χρονικόν διάστημα μείζον του έτους, η Διοίκησις δικαιούται να προβή εις την υπέρ του Δημοσίου και δαπάναις αυτού απαλλοτρίωσιν ταύτης, προς πραγματοποίησιν της αναδασώσεως. Η απαλλοτρίωσις κηρύσσεται υπέρ του Δημοσίου και δαπάναις του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών, διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, εκδιδομένης υποχρεωτικώς εντός εξαμήνου από της εκδηλώσεως της αρνήσεως του ιδιοκτήτου να προβή εις την πώλησιν ή από της παρόδου της ως άνω ενιαυσίας χρονικής περιόδου, καθ’ ην ούτος ημέλησε τας εργασίας της αναδασώσεως. Επιτρέπεται, επίσης, εντός εξαμήνου προθεσμίας από της κηρύξεως της εκτάσεως ως αναδασωτέας η απαλλοτρίωσις τοιαύτης ιδιωτικής εκτάσεως και εις ην έτι περίπτωσιν ο ιδιοκτήτης εδέχθη να ενεργήση και εκτελεί τας εργασίας αναδασώσεως, εφ’ όσον αύτη περιβάλλεται κατά το μείζον τμήμα της υπό δημοσίου δάσους ή δημοσίας δασικής εκτάσεως και ήθελε κριθή ότι η ύπαρξις ταύτης δυσχεραίνει την διαχείρισιν και εκμετάλλευσιν του δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως. Την κήρυξιν της απαλλοτριώσεως δύναται να ζητήση εις πάσαν περίπτωσιν και ο ιδιοκτήτης της αναδασωτέας εκτάσεως, οπότε αύτη είναι υποχρεωτική διά το Δημόσιον, ευθυνόμενον, εν παραλείψει εκδόσεως της σχετικής πράξεως εντός τριμήνου από της αιτήσεως, και δια πάσαν ζημίαν του ιδιοκτήτου εκ της παραλείψεως. 4. Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις ιδιωτικού δάσους ή δασικής εκτάσεως καταστραφείσης εκ πυρκαϊάς είναι πάντοτε δυνατή δια το Δημόσιον μετά την κήρυξιν ταύτης ή της όλης περιοχής εις ην ευρίσκεται αύτη, ως αναδασωτέας, ιδία δε οσάκις αι συνθήκαι εκδηλώσεως και η έκτασις της πυρκαϊάς, αι ανάγκαι εκτελέσεως εν τη όλη περιοχή δασικών έργων μείζονος σημασίας, η φύλαξις της περιοχής και η προστασία της από ενδεχομένην χρησιμοποίησιν τμημάτων της προς άλλους σκοπούς, ή η ανάγκη της ταχυτέρας δυνατής και ενιαίας εις την όλην περιοχήν επανεγκαταστάσεως της δασικής βλαστήσεως επιβάλλουν την ανάληψιν του έργου της αναδασώσεως και την συντήρησιν του δάσους ή της δασικής εκτάσεως υπό του Δημοσίου. Εις την περίπτωσιν ταύτην η αναγκαστική απαλλοτρίωσις κηρύσσεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από της δημοσιεύσεως της κατά το άρθρον 41 παρ. 1 νομαρχιακής αποφάσεως, επί τη βάσει ειδικώς ητιολογημένης εκθέσεως της δασικής υπηρεσίας. 5. Η δαπάνη διά την πραγματοποίησιν των κατά τας προηγουμένας παραγράφους αναγκαστικών απαλλοτριώσεων βαρύνει τον προϋπολογισμόν του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών”.

  1. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η αναγκαστική απαλλοτρίωσηκηρυσσόμενηςως “αναδασωτέας” έκτασης είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση μόνον όταν σκοπό της κήρυξης της έκτασης ως “αναδασωτέας” δεν αποτελεί η αναδημιουργία της δασικής της βλάστησης που έχει καταστραφεί και η εν γένει ανάκτηση της δασικής της βλάστησης, αλλά η δάσωσή της και η πρόσδοση σε αυτήν δασικού χαρακτήρα που δεν είχε προηγουμένως. Η υποχρέωση δε αυτή συντρέχει εφόσον έχει προηγουμένως τηρηθεί η διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 43 του ν. 998, κατά την οποία διερευνάται η εγκυρότητα των τίτλων ιδιοκτησίας του φερόμενου ιδιοκτήτη και καθορίζεται από το Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών το τίμημα για την πώληση της εκτάσεως, και μόνον εάν ο ιδιοκτήτης δεν πωλήσει εντέλει την έκταση αυτή στο καθορισθέν τίμημα. Εφόσον, αντιθέτως, η έκταση για την οποία πρόκειται έχει ήδη δασικό χαρακτήρα και υπάγεται στη δασική νομοθεσία, η κήρυξή της ως αναγκαστικώς απαλλοτριωτέας είναι, μεν, δυνατή, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στην παρ. 4 του ως άνω άρθρου 43, δεν είναι όμως υποχρεωτική για τη Διοίκηση (ΣτΕ 2711/2019, 3110/2014, 2729/2014, 713/2014, 4575/1998). Τέλος, όπως προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 43 του ν. 998/1979, τις οποίες, εν προκειμένω επικαλέσθηκαν, μεταξύ άλλων, οι αιτούντες με την από 22.8.2017 αίτησή τους, δεν προβλέπεται περίπτωση ανταλλαγής έκτασης κηρυχθείσας ως αναδασωτέας (ΣτΕ 2711 /2019).

  1. Επειδή, εξάλλου, στις διατάξεις των άρθρων 12 και 14 του ν. 4280/2014 “Περιβαλλοντική αναβάθμιση και ιδιωτική πολεοδόμηση – Βιώσιμη ανάπτυξη οικισμών Ρυθμίσεις δασικής νομοθεσίας και άλλες διατάξεις” (ΑΊ59), τις οποίες επίσης επικαλέστηκαν οι αιτούντες με την από 22.8.2017 αίτησή τους, ορίζονται τα εξής: “Αρθρο12. Εποπτεία Οικοδομικών Συνεταιρισμών και Δικαιούχοι Ανταλλαγής. 1. … 2. Δικαιούχοι της ανταλλαγής είναι όλοι οι Οικοδομικοί Συνεταιρισμοί, καθώς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι ιδιοκτήτες (κύριοι) δασών ή δασικών εκτάσεων ή εκτάσεων όπου απαγορεύεται η δόμηση ή διέπονται από ειδικό καθεστώς προστασίας, περιοχές (δάση – δασικές εκτάσεις- κηρυγμένοι αρχαιολογικοί χώροι) ή αποτελούν τμήμα γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας ή δεν μπορούν να αξιοποιηθούν για άλλους λόγους προστασίας, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 3. Οι δικαιούχοι κατατάσσονται, σύμφωνα με το αίτημα τους κατά προτεραιότητα για την ανταλλαγή, ως εξής: α)… θ) Οικοδομικοί Συνεταιρισμοί που είναι κύριοι δασών και δασικών εκτάσεων και μετά την ψήφιση του ν. 998/1979 δεν κατέστη δυνατή η προώθηση καμίας διαδικασίας, συνυπολογίζοντας για την προτεραιότητα το έτος κτήσης κυριότητας. 3. … Άρθρο 14. Διαδικασία ανταλλαγής. 1. Η διαδικασία ανταλλαγής γίνεται μέσω της ηλεκτρονικής διαδικασίας της Τράπεζας Γης του Κεφαλαίου Β΄ του ν. 4178/2013, με την επιφύλαξη του επόμενου άρθρου….” Οι διατάξεις περί Τράπεζας Γης καταργήθηκαν με το άρθρο 80 του ν. 4495/2017 (Α΄167/3.11.2017). Εξάλλου στο άρθρο 15 του ως άνω ν. 4280/2014 ορίζεται ότι: “ Άρθρο 15. Ειδικές διατάξεις περί ανταλλαγής. 1. Έως τη θέση σε εφαρμογή των διατάξεων της Τράπεζας Γης η διαδικασία ανταλλαγής ολοκληρώνεται υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Η κτήση της κυριότητας της έκτασης αποδεικνύεται δυνάμει νόμιμων τίτλων, η νομική τάξη και ακολουθία των οποίων προκύπτει από την κατωτέρω αναφερόμενη έκθεση τίτλων, β) Για την έναρξη της διαδικασίας ο κύριος της προτεινόμενης προς ανταλλαγή έκτασης υποβάλλει αίτηση στη Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής με αντικείμενο την ανταλλαγή της ιδιοκτησίας του με ακίνητο ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Η αίτηση, επί ποινή απαραδέκτου, συνοδεύεται από έκθεση τίτλων η οποία συντάσσεται και υπογράφεται από δύο δικηγόρους τουλάχιστον παρ’ εφέτες και θεωρείται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο, γ) Η έκθεση περιλαμβάνει πλήρη περιγραφή του ακινήτου με το ιστορικό της νομικής του κατάστασης και καταλήγει στην ανεπιφύλακτη διακρίβωση όλων όσων έχουν δικαίωμα κυριότητας ή άλλα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτό ή έχουν προσημειώσει ή υποθηκεύσει τέτοια δικαιώματα ή διεκδικούν εμπράγματα δικαιώματα ή έχουν επιβάλει κατάσχεση. Με την έκθεση συνυποβάλλονται και οι αντίστοιχοι τίτλοι με πλήρη σειρά πιστοποιητικών αυτών από τα αρμόδια κατά τόπον Υποθηκοφυλακεία και Κτηματολογικά Γραφεία, σε περίπτωση όπου έχουμε πρώτες εγγραφές, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2664/1998 (Α΄ 275), όπως ισχύει. Αν στην περιοχή που βρίσκεται το ακίνητο βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία κτηματογράφησης, προσκομίζεται το προβλεπόμενο από το ν. 2308/1995 (Α΄ 114) πιστοποιητικό του άρθρου 5 ή η βεβαίωση του άρθρου 2 του ίδιου νόμου. Στην έκθεση αναφέρεται ο χρόνος μέχρι τον οποίο διαπιστώνεται η βεβαιούμενη κατάσταση και ο οποίος δεν επιτρέπεται να απέχει περισσότερο από τρεις (3) ημέρες από την ημερομηνία της αίτησης. 2. Εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή της αίτησης η ως άνω αναφερόμενη Διεύθυνση του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών ενημερώνει τον κύριο περί αποδοχής ή όχι της αιτήσεως του. 3. Σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης γνωστοποιούνται στον αιτούντα τα στοιχεία του/των προτεινόμενου/νωνσε ανταλλαγή ακινήτου ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου. Το προτεινόμενο ακίνητο ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου οφείλει να είναι ελεύθερο βαρών, διεκδικήσεων και τυχόν άλλων περιορισμών αρχαιολογικής, περιβαλλοντικής, δασικής ή άλλης σχετικής νομοθεσίας. 4. Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται εντός αποκλειστικής προθεσμίας εξήντα (60) ημερών να αποδεχθεί εγγράφως την ανταλλαγή της εκτάσεως του με το προτεινόμενο ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου. Άπρακτη παρέλευση της ως άνω προθεσμίας συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος ανταλλαγής. 5. Η ανταλλαγή εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, η οποία δημοσιεύεται, συνοδευόμενη από τα οικεία διαγράμματα και των δύο ακινήτων, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 6. Ο ως άνω τίτλος στη συνέχεια μεταγράφεται στην οικεία μερίδα του Υποθηκοφυλακείου και των δύο ακινήτων, άλλως καταχωρίζεται στα οικεία κτηματολογικά φύλλα των δύο ακινήτων, στα αρμόδια Κτηματολογικά Γραφεία. Τα εκδιδόμενα πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις απαιτείται να υποβληθούν στη συνέχεια στην ως άνω αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, προκειμένου όπως περαιωθεί η διαδικασία. Η διαδικασία της ανταλλαγής ολοκληρώνεται με τη μεταγραφή της οικείας σύμβασης στα αρμόδια Υποθηκοφυλακεία ή την καταχώριση αυτής στα Κτηματολογικά Βιβλία του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου. 7. Με την ολοκλήρωση της ανταλλαγής δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση όλου ή μέρους του ακινήτου στο οποίο αφορά η ανταλλαγή και το οποίο περιήλθε στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου. Ο τυχόν πραγματικός δικαιούχος έχει ενοχική και μόνο αξίωση για την απόδοση του πλουτισμού κατά του αιτηθέντος την ανταλλαγή.”. Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, οι Οικοδομικοί Συνεταιρισμοί, καθώς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι ιδιοκτήτες δασών ή δασικών εκτάσεων, είναι δικαιούχοι ανταλλαγής των εκτάσεων αυτών με ακίνητα ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, η ανταλλαγή δε αυτή διενεργείται βάσει της ειδικής διαδικασίας του άρθρου 15, η οποία εκκινεί με την υποβολή αιτήσεως από τον δικαιούχο. Η αίτηση αυτή, επί ποινή απαραδέκτου, συνοδεύεται από έκθεση τίτλων, η οποία συ\τάσσεται και υπογράφεται από δύο δικηγόρους τουλάχιστον παρ’ εφέταις και θεωρείται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο.

  1. Επειδή, εξάλλου, στην παρ. 6 του άρθρου 11 του ν. 3147/2003 (Α΄ 135) ορίζεται ότι: «Κοινόχρηστες συνεταιρικές εκτάσεις, οι οποίες παραχωρήθηκαν στους οικείους Συνεταιρισμούς Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών κατά πλήρη κυριότητα, δυνάμει συνολικού παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, και εκποιήθηκαν κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 2258/1952 (ΦΕΚ 285 Α΄) προς Οικοδομικούς Συνεταιρισμούς Δωδεκανησίων που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα πριν από την απελευθέρωση των Νήσων, εφόσον κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης, σύμφωνα με το Ν. 248/1976 (ΦΕΚ 6 Α΄) χαρακτηρίστηκαν στον οικείο κτηματολογικό πίνακα ωςχορτολιβαδικέςεκτάσεις, δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Αποφάσεις με τις οποίες κηρύχθηκαν οι εκτάσεις αυτές ως αναδασωτέες ανακαλούνται με πράξη του αρμόδιου οργάνου». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ανακαλούνται εκείνες οι αποφάσεις, με τις οποίες κηρύχθηκαν ως αναδασωτέες, για την αναδημιουργία δασικής βλάστησης, εκτάσεις, οι οποίες είχαν παραχωρηθεί στους προσδιοριζόμενους στην εν λόγω διάταξη οικοδομικούς συνεταιρισμούς, εφόσον τεκμηριωθεί ότι οι εν λόγω εκτάσεις δεν είχαν ποτέ δασικό χαρακτήρα. Δεν ανακαλούνται, όμως αποφάσεις, με τις οποίες κηρύχθηκαν ως «αναδασωτέες» χορτολιβαδικές εκτάσεις, οι οποίες δεν είχαν μεν αρχικώς δασικό χαρακτήρα, αλλά κρίθηκε ότι επιβάλλεται για προστατευτικούς σκοπούς η δάσωσή τους κατά το άρθρο 38 παρ. 2 του ν. 998/1979.

  1. Επειδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Το έτος 1926 απαλλοτριώθηκε έκταση 5.193 στρεμμάτων από το διακατεχόμενο δάσος της Ιεράς Μονής Πετράκη για την αποκατάσταση προσφυγικής ομάδας του Αγίου Νικολάου Βάρης. Από την εν λόγω έκταση τμήμα 3.200 στρεμμάτων παραχωρήθηκε με το υπ’ αριθ. ./1930 παραχωρητήριο ως κοινόχρηστος συνεταιριστικός κλήρος στον Συνεταιρισμό Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών (ΣΑΑΚ) Αγίου Νικολάου Βάρης και το τμήμα των 1.993 στρεμμάτων για γεωργική αποκατάσταση. Από το τμήμα των 3.200 στρεμμάτων, ο Οικοδομικός ΣυνεταιρισμόςΚαστελλοριζίωναγόρασε, κατόπιν εγκριτικής απόφασης του Υπουργού Γεωργίας (υπ’ αριθ. 218639/36521/12.11.1952), 464 στρέμματα κατά τα έτη 1954 και 1955. Τμήμα της έκτασης αυτής των 464 στρεμμάτων περιλήφθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο Βούλας το έτος 1959, παρέμεινε δε εκτός σχεδίου το υπόλοιπο τμήμα των 124 στρεμμάτων. Με την υπ’ αριθ. Δ/ 246760/1977 απόφασή του ο Νομάρχης Πειραιά κήρυξε ως αναδασωτέα την εν λόγω έκταση λόγω καταστροφής της δασικής βλάστησης αυτής από πυρκαγιά το έτος 1974. Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους κατόπιν αιτήσεως ακυρώσεως του ως άνω αστικού συνεταιρισμού με την 250/1980 απόφαση του Συμβουλίου Επικράτειας. Στη συνέχεια, με την απόφαση Δ/245507/ 20.3.1980 (Δ΄ 224), του Αναπληρωτή Νομάρχη Διαμερίσματος Πειραιώς κηρύχθηκε εκ νέου ως αναδασωτέα η έκταση των 124 στρεμμάτων στη θέση “Πανόραμα” του Δήμου Βούλας Αττικής. Η εν λόγω έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα με την εξής αιτιολογία: α) Μέρος της ως άνω έκτασης κάηκε το έτος 1974 και καταστράφηκε η δασική βλάστηση από πεύκα αγριελιές και κέδρους, β) η έκταση πρέπει να μετατραπεί για λόγους υγιεινής και εξωραϊσμού σε άλσος ώστε να αποτελέσει πνεύμονα πρασίνου για την πέριξ περιοχή η οποία έχει οικισθεί και στερείται πρασίνου μετά τη μεγάλη καταστροφή του έτους 1974 και γ) η εν λόγω έκταση έχει προστατευτικό χαρακτήρα για την πέριξ περιοχή η οποία έχει οικισθεί. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τον Συνεταιρισμό Καστελλοριζίων και μέλη αυτού αιτήσεις ακυρώσεως, οι οποίες απορρίφθηκαν με τις 1818/1982, 1819/1982 και 1820/1982 αποφάσεις του Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις αυτές έκριναν ότι από τα στοιχεία που συνόδευαν την πράξη αναδάσωσης προέκυπτε ο δασικός χαρακτήρας της έκτασης. Ειδικότερα, από τα εν λόγω στοιχεία προέκυπτε ότι κατά τον χρόνο της παραχώρησης, το έτος 1930, της μείζονος έκτασης των 3.200 στρεμμάτων, τμήμα της οποίας είναι τα 124 στρέμματα, στον ΣΑΑΚ Αγίου Νικολάου Βάρης, αυτή καλυπτόταν από δάσος πεύκης “ανεπιδέκτου αγροτικής καλλιέργειας αρίστης αναπτύξεως”. Η αιτιολογία της πράξης αναδάσωσης δεν κλονιζόταν από την μεταγενέστερη υπ’ αριθ. 350/21.1.1981 πράξη του Δασάρχη Πειραιώς, με την οποία η έκταση των 124 στρεμμάτων χαρακτηρίστηκε ως χορτολιβαδική, δοθέντος ότι η πράξη αυτή αναφερόταν στην κατά τον χρόνο έκδοσής της κατάσταση της έκτασης, όπως διαμορφώθηκε κατόπιν των επισυμβασών καταστροφών, πυρκαϊών και επιχωματώσεων, και ότι, άλλωστε, και οι μη δασικές χορτολιβαδικές εκτάσεις κηρύσσονται αναδασωτέες κατά το άρθρο 3 παρ. 6 του ν. 998/1979. Οι αποφάσεις αυτές, εξάλλου, απέρριψαν λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο είχε προβληθεί ότι, εφόσον η κηρυχθείσα αναδασωτέα έκταση είχε περιληφθεί στις κοινόχρηστες εκτάσεις του Συνεταιρισμού Αποκατάστασης Ακτημόνων Καλλιεργητών Αγίου Νικολάου Δήμου Βάρης, απέβαλε δυνάμει της διάταξης του άρθρου 5 του ν. 2258/1952, η οποία είχε επιτρέψει την οικοπεδοποίηση της έκτασης, τον δασικό της χαρακτήρα και δεν μπορούσε να κηρυχθεί αναδασωτέα. Τούτο δε διότι κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 5 του ν. 2258/1952, ερμηνευόμενης στενώς ενόψει των ειδικών, προστατευτικών των δασών διατάξεων του νόμου 4173/1929 (άρθρα 70, 102, 148), ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης του ν. 2258/1952, και ενόψει των διατάξεων του Αγροτικού Νόμου (κωδ. π.δ. 15.10.1926, Α΄ 370, άρθρο 8 και κωδ. β.δ. 29.10.1949, Α΄ 342, άρθρο 8), με τις οποίες εξαιρούνται από την παραχώρηση προς αγροτική και κτηνοτροφική αποκατάσταση τα δάση, εκτός εάν πρόκειται για μικρές παρεμβαλλομένες δασικές εκτάσεις και υπό τους αυτόθι ειδικότερους όρους, ως κοινόχρηστες συνεταιρικές εκτάσεις, δυνάμενες να εκποιηθούν σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς δεν θεωρούνται, από το ν. 2258/1952, “αι οπωσδήποτε καταστάσαι κοινόχρηστοι, έστω και αν ήταν δάση, ήτοι και αι εκτάσεις αι οποίαι δεν ηδύναντο κατά νόμον να παραχωρηθούν ως κοινόχρηστοι εις τους ΣΑΑΚ, αλλά μόνον αι κοινόχρηστοι εκτάσεις αι μη δασικαί, των οποίων η διάθεσις δεν ήτο, επί τη βάσει της μέχρι του ρηθέντος νόμου 2258/1952 νομοθεσίας, επιτετραμμένη …”. Κατά τις ίδιες αποφάσεις πάντα, η παραχωρηθείσα στον ΣΑΑΚ ως κοινόχρηστη έκταση ήταν δάσος 3.200 στρεμμάτων τμήμα δε αυτής 124 στρεμμάτων κηρύχθηκε αναδασωτέο με την ανωτέρω απόφαση του έτους 1980 και, επομένως, η έκταση αυτή των 124 στρεμμάτων δεν απέβαλε τον δασικό της χαρακτήρα με το ν. 2258/1952, βάσει του οποίου δόθηκε με υπουργική απόφαση η άδεια εκποίησής της στον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Καστελλοριζίων, εφόσον ο νόμος αυτός δεν αφορούσε εκτάσεις οι οποίες ήταν δάση κατά τον χρόνο παραχώρησης στους ΣΑΑΚ. Τέλος, ούτε η άδεια εκποίησης στον οικοδομικό συνεταιρισμό είχε ως αποτέλεσμα και την απώλεια του χαρακτήρα της έκτασης ως δασικής. Εξάλλου, με τις ίδιες αποφάσεις απορρίφθηκε λόγος ακυρώσεως ότι από πλάνη περί τα πράγματα η Διοίκηση θεώρησε ότι μέρος της έκτασης κάηκε, διότι, όπως βεβαιώνει η ίδια η πράξη αναδάσωσης και όπως προέκυπτε από τα στοιχεία του φακέλου, μέρος της κηρυχθείσας ως αναδασωτέας έκτασης πράγματι κάηκε το έτος 1974, σύμφωνα με τα υπ’ αριθ. ./3.1.1979, ./8.5.1978 και ./29.11.1978 έγγραφα του Δασάρχη Πειραιώς και το υπ’ αριθ. ./16.12.1979 έγγραφο του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος. Επίσης με τις ανωτέρω αποφάσεις λόγος ακυρώσεως ότι η περί αναδασώσεως προσβαλλόμενη πράξη είναι αναιτιολόγητη ως προς τον προστατευτικό χαρακτήρα της επίμαχης δασικής εκτάσεως απορρίφθηκε, με την αιτιολογία ότι κατά το μέρος της αυτό η προσβαλλόμενη πράξη στηρίζεται στο υπ’ αριθ. ./8.5.1978 έγγραφο του Δασάρχη Πειραιώς, στο οποίο αναφέρεται ότι η κηρυχθείσα αναδασωτέα έκταση αποτελεί μέρος λεκάνης απορροής μικρών ρευμάτων και έχει προστατευτικό χαρακτήρα για την κάτωθεν αυτής οικισθείσα περιοχή. Τέλος, με τις ανωτέρω αποφάσεις λόγος ακυρώσεως ότι η αναδάσωση κηρύχθηκε καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Διοικήσεως απορρίφθηκε ως αβάσιμος, με την εξής αιτιολογία: ως προς την αναδάσωση της καείσης δασικής εκτάσεως δεν υπάρχει διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως, αλλά υποχρέωση αυτής, δυνάμει του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος, ως προς δε την υπόλοιπη έκταση, την κηρυχθείσα αναδασωτέα επί τη βάσει του άρθρου 38 του ν. 998/1979, η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε επίσης υποχρεωτικώς, εφόσον η κηρυχθείσα αναδασωτέα έκταση έχει προστατευτικό χαρακτήρα· άλλωστε, η άδεια του Υπουργού Γεωργίας, που δόθηκε για την εκποίηση της εκτάσεως, δεν εμπόδιζε τη Διοίκηση να προβεί στην απαλλοτρίωση της εκτάσεως αυτής για λόγους δημοσίου συμφέροντος, η κήρυξη δε της αναδασώσεως ανοίγει την οδό της απαλλοτριώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ν. 998/1979. Ακολούθως, με την 2334/1987 απόφαση του Δικαστηρίου ακυρώθηκε, κατόπιν αιτήσεως ακυρώσεως ασκηθείσας από κατοίκους του Δήμου Βούλας, η υπ’ αριθ. 3/1983 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Πειραιώς, με την οποία χαρακτηρίστηκε ως χορτολιβαδική έκταση 80 στρεμμάτων από τα 124 στρέμματα της έκτασης που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την απόφαση Δ/245507/20.3.1980 του Αναπληρωτή Νομάρχη Διαμερίσματος Πειραιώς, διότι κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 5 και 6 του ν. 998/1979, κατά την έννοια των οποίων δεν επιτρέπεται να χαρακτηρισθούν ως χορτολιβαδικές εκτάσεις που έχουν κηρυχθεί δασωτέες ή αναδασωτέες, η εν λόγω απόφαση “χαρακτήρισε ως χορτολιβαδική έκταση που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα”. Η επίδικη έκταση συμπεριλήφθηκε σύμφωνα με τη διαδικασία του ν. 248/1976 στον προσωρινό κτηματολογικό πίνακα της Κοινότητας Βούλας ως μη δασική έκταση (χορτολιβαδική έκταση κατά τις αεροφωτογραφίες του 1937 – ΚΑ 8049). Αντιρρήσεις της Κοινότητας Βούλας κατά του ανωτέρω πίνακα απορρίφθηκαν με την 902/1982 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με το υπ’ αριθ. ./16.6.2004 έγγραφο του Διευθυντή Δασών Πειραιώς της Περιφέρειας Αττικής απορρίφθηκε, κατ’ επίκληση της 78/2004 γνωμοδότησης του Γ΄ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η από 1.7.2003 αίτηση του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Καστελλοριζίων Ελλάδος να αρθεί η αναδάσωση που επιβλήθηκε με την Δ/245507/20.3.1980 απόφαση του Αναπληρωτή Νομάρχη Διαμερίσματος Πειραιώς επί της έκτασης των 124 στρεμμάτων στη θέση “Πανόραμα” του Δήμου Βούλας Αττικής, με το σκεπτικό ότι, σύμφωνα με την 78/2004 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., “η επίδικη έκταση ουδέποτε απώλεσε τον δασικό της χαρακτήρα κατά τις διατάξεις του ν. 998/1979 … δεν μπορεί να αποχαρακτηρισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 11 του ν. 3147/ 2003 … και δεν μπορεί να υπαχθεί στην εν λόγω διάταξη”. Αίτηση ακυρώσεως του Συνεταιρισμού και μελών του κατά της ως πράξης απορρίφθηκε με την 2827/2013 απόφαση του Δικαστηρίου, με το σκεπτικό ότι η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 3147/2003, ερμηνευόμενη σύμφωνα προς τις προστατευτικές των δασών συνταγματικές διατάξεις, κατά την αληθή της έννοια παρέχει υπέρ των προσδιοριζόμενων στη διάταξη οικοδομικών συνεταιρισμών τη δυνατότητα άρσης αποφάσεων με τις οποίες κηρύχθηκαν ως αναδασωτέες χορτολιβαδικές εκτάσεις, οι οποίες είχαν ανέκαθεν τον χαρακτήρα αυτόν. Συνεπώς, δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης πράξεις αναδάσωσης εκτάσεων επί των οποίων έχουν εκδοθεί αποφάσεις του Δικαστηρίου, οι οποίες, κατά την άσκηση ευθέος ακυρωτικού ελέγχου επί των αποφάσεων αυτών, δέχθηκαν ότι οι εν λόγω περί αναδασώσεως αποφάσεις έφεραν νόμιμη και επαρκή αιτιολογία ως προς το δασικό χαρακτήρα των εκτάσεων που κηρύχθηκαν ως αναδασωτέες. Στην προκειμένη περίπτωση, η επίδικη έκταση κηρύχθηκε ως αναδασωτέα με την απόφαση Δ/245507/20.3.1980 του Αναπληρωτή Νομάρχη Διαμερίσματος Πειραιώς, με τις δε 1818/1981, 1819/1982 και 1820/1982 αποφάσεις του Δικαστηρίου απορρίφθηκαν αιτήσεις ακυρώσεως του συνεταιρισμού και μελών αυτού κατά της εν λόγω απόφασης, με το σκεπτικό ότι από τα στοιχεία που συνόδευαν την πράξη αναδάσωσης προέκυπτε ο δασικός χαρακτήρας της έκτασης. Συνεπώς, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που τάσσει η ανωτέρω διάταξη για την άρση της αναδάσωσης που κηρύχθηκε με την Δ/245507/20.3.1980 απόφαση του Αναπληρωτή Νομάρχη Διαμερίσματος Πειραιώς. Οι αιτούντες με την από 22.8.2017 αίτησή τους προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (αριθ. πρωτ. ./24.8.2017) και τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής (αριθ. πρωτ. 70022/1572/24.8.2017) ζήτησαν: 1. Την ανάκληση της Δ/245507/ 20.3.1980 απόφασης του Αναπληρωτή Νομάρχη Πειραιώς, με την οποία κηρύχθηκε η επίμαχη έκταση των 124 στρεμμάτων στην ως άνω περιοχή ως αναδασωτέα, κατά το μέρος αυτής που αφορά τις ως ιδιοκτησίες τους. 2. Την έγκριση και την ολοκλήρωση της διαδικασίας ρυμοτόμησης των ιδιοκτησιών τους με σκοπό την οικιστική ανάπτυξή τους, προς εκπλήρωση τον σκοπού για τον οποίο αυτές αποκτήθηκαν αρχικώς από τον δικαιοπάροχό τους Οικοδομικό Συνεταιρισμό Καστελλοριζίων Ελλάδος και, στη συνέχεια, από τους ίδιους. 3. Άλλως, την ανταλλαγή των ως άνω ιδιοκτησιών με έτερες οικιστικές εκτάσεις ανάλογης προς αυτές αξίας, άλλως δε την εξαγορά ή την απαλλοτρίωσή τους εκ μέρους του Δημοσίου. 4. Άλλως και επικουρικώς, την καταβολή αποζημιώσεως με βάση την εμπορική αξία των ιδιοκτησιών και με σκοπό την αποκατάσταση της διασαλευθείσας εις βάρος τους ισορροπίας που εγγυώνται οι διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.ΔΑ. Προς τούτο, ισχυρίστηκαν ότι η επίμαχη έκταση ουδέποτε ήταν δασική, κηρύχθηκε δε ως αναδασωτέα κατά πλάνη περί τα πράγματα αλλά και διότι συμπεριλαμβανόταν στην ευρύτατη και παρωχημένη αναδάσωση του έτους 1934. Περαιτέρω, η αναδάσωση του έτους 1980 συνιστά κατά μεγάλο τμήμα της δάσωση και, επομένως, έπρεπε να διερευνηθεί κατ’ άρθρο 43 παρ. 2 και 3 του ν. 998/1979 η δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή εξαγοράς των ιδιοκτησιών τους. Προέβαλαν ακόμη ότι η επίμαχη έκταση απώλεσε οριστικώς τον δασικό της χαρακτήρα πριν από το έτος έτος 1975 για νόμιμη αιτία (άρθρο 38 παρ. Ιβ΄ ν. 998/1979), δυνάμει απαλλοτρίωσης για την αποκατάσταση προσφύγων το έτος 1926, παραχώρησης στον ΣΑΑΚ Αγίου Νικολάου Βάρης το 1930 και πώλησης στον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Καστελλοριζίων Ελλάδος το 1952, προς τον σκοπό οικιστικής αξιοποίησης. Κατά τους αιτούντες, εφαρμοστέα επί της εκτάσεως είναι και η διάταξη του άρθρου 11 παρ.6 του ν. 3147/2003. Προέβαλαν ακόμη ότι οι ανωτέρω πράξεις της Διοίκησης δημιούργησαν στους δικαιοπαρόχους τους νόμιμη προσδοκία για την οικιστική αξιοποίηση αυτής προστατευτέα κατά την Ε.Σ.Δ.Α. και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Συνεπώς, κατά τους αιτούντες, όφειλε η Διοίκηση να ολοκληρώσει τη διαδικασία ρυμοτόμησης των ιδιοκτησιών τους.

  1. Επειδή, με την ήδη κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως οι αιτούντες προσβάλλουν την τεκμαιρόμενη από την άπρακτη πάροδο τριμήνου απόρριψη της αιτήσεώς τους. Επαναφέρουν τους ως άνω ισχυρισμούς τους ως λόγους ακυρώσεως και προβάλλουν ότι η απόρριψη της αιτήσεώς τους συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, τόσο κατά το μέρος που αφορά στην ανάκληση της αναδάσωσης όσο και ως προς την ολοκλήρωση της διαδικασίας ρυμοτόμησης. Σε κάθε περίπτωση η Διοίκηση όφειλε να αποφανθεί αιτιολογημένα για τα ως άνω κύρια αιτήματα και, εφόσον τα απέρριπτε, να εξετάσει τα επικουρικά αιτήματα περί αποζημιώσεως ανταλλαγής ή αναγκαστικής απαλλοτριώσεως.

  1. Επειδή, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η Διοίκηση δεν έχει, κατ’ αρχήν, υποχρέωση να ανακαλεί και τις παράνομες ακόμη πράξεις της, εφόσον αυτές έχουν διαφύγει τον ακυρωτικό έλεγχο ως εκ της παρόδου άπρακτης της προθεσμίας για την κατ’ αυτών άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως. Ενόψει τούτου, η σιωπηρή απόρριψη αιτήσεως περί ανακλήσεως διοικητικής πράξεως δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα. Συνεπώς, η εν προκειμένω σιωπηρή απόρριψη της αιτήσεως των αιτούντων περί ανακλήσεως της πράξεως κηρύξεως της επίμαχης αναδάσωσης δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι αίτηση ακυρώσεως κατά της πράξεως αυτής απορρίφθηκε με τις προαναφερθείσες 1818/1981, 1819/1982 και 1820/1982 αποφάσεις του Δικαστηρίου. Εξάλλου, όπως προκύπτει και από τις αποφάσεις αυτές και από τα στοιχεία που συνόδευαν την πράξη αναδάσωσης, αυτή απέβλεπε αφενός μεν στην αναδημιουργία της δασικής βλάστησης στο τμήμα της επίμαχης έκτασης, που είχε δασικό χαρακτήρα, τον οποίο απώλεσε λόγωπυρκαϊάς, και αφετέρου στη δάσωση της υπόλοιπης έκτασης για προστατευτικούς σκοπούς. Συνεπώς, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που τάσσει η διάταξη του άρθρου 11 παρ.6 του ν. 3147/2003 για την ανάκληση της αναδάσωσης που κηρύχθηκε με την Δ/245507/20.3.1980 απόφαση του Αναπληρωτή Νομάρχη Διαμερίσματος Πειραιώς, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 11, και η παράλειψη της Διοικήσεως να ανακαλέσει την εν λόγω απόφαση δεν συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.

  1. Επειδή, εφόσον, κατά ταπροεκτεθέντα, η επίμαχη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, κατά το ένα τμήμα της διότι είχε δασικό χαρακτήρα, τον οποίο απώλεσε λόγωπυρκαϊάς, και κατά το άλλο διότι κρίθηκε ότι λόγοι προστασίας της κάτωθεν αυτής ευρισκόμενης οικιστικής περιοχής επιβάλλουν τη δάσωσή της, η πράξη δε αναδασώσεως δεν έχει ανακληθεί, δεν είναι κατά νόμο δυνατή η οικιστική ανάπτυξη της εν λόγω έκτασης με την πολεοδόμησή της. Συνεπώς, η παράλειψη της Διοικήσεως να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος των αιτούντων δεν συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Περαιτέρω, οι αιτούντες δεν απέκτησαν ούτε νόμιμη ή θεμιτή προσδοκία, υπό την έννοια του άρθρου 1 του 1ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, για την οικιστική αξιοποίηση της έκτασης, διότι η επαλήθευση της προσδοκίας τους αυτής εξηρτάτο από τον όρο της προηγούμενης πολεοδόμησης της έκτασης, η οποία ούτε προωθήθηκε ούτε συντελέστηκε πριν από τη θέσπιση του Συντάγματος του 1975, κατέστη δε νομικώς ανεπίτρεπτη μετά τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975 και του ν. 998/1979 λόγω του χαρακτήρα τμήματος της έκτασης ως δασικής και κηρύξεως ως δασωτέου του υπολοίπου αυτής για λόγους προστασίας της κάτωθεν αυτής ευρισκόμενης οικιστικής περιοχής. Συνεπώς, το επικουρικό αίτημα των αιτούντων για την καταβολή αποζημίωσης λόγω ματαιώσεως της προσδοκίας για την οικιστική αξιοποίηση της έκτασης δεν ευρίσκει έρεισμα στο άρθρο 1 του 1ου Πρ. Πρωτ. της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι η εν λόγω προσδοκία δεν αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Συνεπώς, η παράλειψη της Διοικήσεως να απαντήσει στο αίτημα των αιτούντων περί αποζημιώσεώς τους δεν στοιχειοθετεί παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.

  1. Επειδή, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη σκέψη 9, από τη γραμματική διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 43 του ν. 998/1979, δεν προβλέπεται περίπτωση ανταλλαγής έκτασης κηρυχθείσας ως αναδασωτέας ήδασωτέας. Περαιτέρω, δεν προκύπτει ούτε και προβάλλεται εξάλλου ότι οι αιτούντες ακολούθησαν την ειδική διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 15 του ν. 4280/2014 για την ανταλλαγή των ιδιοκτησιών τους με εκτάσεις του Δημοσίου. Συνεπώς, η σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος των αιτούντων για την ανταλλαγή των ιδιοκτησιών τους υπήρξε νόμιμη,απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου προβαλλομένων.

  1. Επειδή, από το εκτεθέντα στη σκέψη 12 προκύπτει ότι η επίμαχη έκταση κηρύχθηκε ως αναδασωτέα με τη νομαρχιακή απόφαση Δ/245507/20.3.1980 για την αναδημιουργία της δασικής της βλάστησης που είχε καταστραφεί το έτος 1974 από πυρκαγιά μόνον κατά ένα τμήμα της. Συνάγεται περαιτέρω ότι κατά τον χρόνο κήρυξης της αναδάσωσης, το έτος 1980. αλλά και κατά τον χρόνο της πυρκαγιάς του έτους 1974, υπήρχε τμήμα της έκτασης των 124 στρεμμάτων, το οποίο δεν κάηκε και δεν είχε δασικό χαρακτήρα εκείνα τα χρονικά σημεία, αλλά ότι κρίθηκε πράγματιδασωτέογια λόγους προστασίας της κάτωθεν αυτού ευρισκόμενης οικιστικής περιοχής (βλ. και τις δέκατη τρίτη και δέκατη τέταρτη σκέψεις της ΣτΕ 1818/1982). Με τα δεδομένα αυτά η Διοίκηση έπρεπε να εξετάσει αν οι ιδιοκτησίες των αιτούντων ευρίσκονται εντός του εν λόγω τμήματος και, σε καταφατική περίπτωση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εξαγορά ή την απαλλοτρίωση αυτών κατά το άρθρο 43 του ν. 998/1979 (βλ. άλλωστε και τη μνεία της διάταξης αυτής στη δέκατη τέταρτη σκέψη της ΣτΕ 1818/1982) [πρβλ. ΣτΕ 2711/2019]. Ως εκ τούτου, η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί της από 22.8.2017 αιτήσεως των αιτούντων ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του άρθρου 43 παρ. 2 και 3 του ν. 998/1979 παρίσταται μη νόμιμη, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα. Για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ακυρώσεως, να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη της αιτήσεως των αιτούντων κατά το μέρος τούτο και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να κριθεί με νόμιμη και επαρκή αιτιολογία το ανωτέρω αίτημα. Ειδικότερα, η Διοίκηση πρέπει να ερευνήσει: α) Ποιο τμήμα της έκτασης των 124 στρεμμάτων είχε δασικό χαρακτήρα, κάηκε και κηρύχθηκε αναδασωτέο για την αναδημιουργία της δασικής του βλάστησης. β) Εάν η υπόλοιπη έκταση δεν είχε ποτέ δασικό χαρακτήρα ή δεν προκύπτει με ασφάλεια η ύπαρξη δασικής βλάστησης στο τμήμα αυτό σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο κατά το παρελθόν και εάν, επομένως, με την απόφαση του έτους 1980 δεν αποφασίσθηκε, κατ’ ακριβολογία, η κήρυξη του τμήματος αυτού ως αναδασωτέου, αλλά ως το πρώτον δασωτέου. γ) Ή εάν πράγματι το τμήμα αυτό είχε δασικό χαρακτήρα, ο οποίος θεμελιώνεται σε ειδικά στοιχεία σχετικά με την δασοκάλυψη της συγκεκριμένης έκτασης σε συγκεκριμένα χρονικά σημεία του παρελθόντος. Εάν δε διαπιστωθεί ότι υπάρχει τμήμα της έκτασης, το οποίο δεν είχε ποτέ δασικό χαρακτήρα ή δεν προκύπτει με ασφάλεια ο δασικός του χαρακτήρας σε συγκεκριμένα χρονικά σημεία και ότι το τμήμα αυτό αποφασίστηκε να δασωθεί για λόγους προστασίας της παρακείμενης οικιστικής περιοχής, η Διοίκηση πρέπει περαιτέρω να ερευνήσει αν οι ιδιοκτησίες των αιτούντων ευρίσκονται εντός του τμήματος αυτού και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για εξαγορά ή απαλλοτρίωση αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του ν. 998/1979.

  1. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, να ακυρωθεί η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί της από 22.10.2009 αιτήσεως των αιτούντων, καθ’ ό μέρος η αίτηση αυτή αφορούσε στην εξαγορά ή αναγκαστική απαλλοτρίωση των ιδιοκτησιών τους κατά τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 43 του ν. 998/1979 και η υπόθεση να αναπεμφθεί στη Διοίκηση για νέα, νόμιμη κρίση, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 17 της παρούσας.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως ως προς τους 7ο, 8η, 10ο, 12η, 13α, 13β, 13γ, και 26η των αιτούντων.

Δέχεται εν μέρει την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως ως προς τους λοιπούς αιτούντες κατά το σκεπτικό.

Ακυρώνει εν μέρει την παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί της από 22.10.2009 αιτήσεως των αιτούντων και αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα, νόμιμη κρίση, κατά το σκεπτικό.

Διατάσσει την απόδοση του παράβολου στους αιτούντες, ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αίτηση.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2020

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος    Η Γραμματέας του Ε΄ Τμήματος

Π. Ευστρατίου                                  Δ. Τετράδη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 14ης Απριλίου 2021.

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος   Η Γραμματέας του Ε´ Τμήματος

Μ.Γκορτζολίδου                              Δ. Τετράδη