ΤρΔΠρΑθ 5396/2020

Advertisements

 

Κοινωνική ασφάλιση – Δικηγόροι – Μη εκπλήρωση ή ρύθμιση των ασφαλιστικών εισφορών – Επίδειξη εγγράφου 

Οι ασφαλιστικές παροχές δεν απαιτείται να βρίσκονται σε σχέση ευθείας ανταποδοτικότητας προς τις εισφορές που έχουν καταβληθεί. Η ιδιότητα του ασφαλισμένου στο ΕΤΑΑ-ΤΑΝ (ήδη ΕΦΚΑ) συνάπτεται με την τυπική κτήση της ιδιότητας του δικηγόρου και διαρκεί για όσο χρόνο αυτός είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα του οικείου δικηγορικού συλλόγου, ακόμη και αν αυτός δεν ασκεί ενεργώς το δικηγορικό λειτούργημα. Μη προσκόμιση εγγράφου διακοπής επαγγελματικής δραστηριότητας και διαγραφής από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. προκειμένου να διακοπεί η ασφάλισή του. Υποχρέωση καταβολής εισφορών. Μη επιστροφή στον ασφαλισμένο των καταβολών που νομίμως έγιναν από αυτόν. Απόρριψη ισχυρισμού περί κατάρρευσης του ελληνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει μεν το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων και ανάγει τη μέριμνα για την προαγωγή του σε σκοπό του Κράτους, πλην όμως έναντι της καταβολής εισφορών εκ μέρους των τελευταίων και συνεπώς δεν νοείται κάλυψη των ασφαλιστικών κινδύνων χωρίς την εκπλήρωση των αντίστοιχων υποχρεώσεων. Οι εργαζόμενοι που δεν έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες με αυτούς που έχουν εκπληρώσει ή ρυθμίσει τις ασφαλιστικές τους εισφορές. Ευχέρεια του δικαστηρίου (και όχι υποχρέωση) να διατάξει την επίδειξη εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή του διαδίκου ή τρίτου. Ελλείψει παράνομης πράξης ή παράλειψης των οργάνων του καθ΄ου – εναγομένου, αχρεώστητης παροχής  ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη, δεν θεμελιώνεται ούτε ευθύνη αυτού προς αποζημίωση κατ’ άρθρα 105 – 106 του ΕισΝΑΚ, ούτε υποχρέωση απόδοσης, κατ’ άρθρο 904 ΑΚ.

Αριθμός απόφασης: 5396/2020

Γ.Α.Κ.: ……………..

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 30ο ΤΡΙΜΕΛΕΣ

συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12-4-2019, με δικαστές τους: Αγγελική Βρεττού, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Καλλιόπη Μαραγκού, Πρωτοδίκη Δ.Δ., Νικόλαο Οικονομίδη (εισηγητή), Πάρεδρο Δ.Δ. και γραμματέα την Χρυσούλα Πολύζου, δικαστική υπάλληλο,

για να δικάσει την προσφυγή – αγωγή με ημερομηνία κατάθεσης ………………..

του ………………………………….., κατοίκου Αθηνών (οδός ………………………), ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου,

κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) – Τομέας Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.)» και ήδη «Ενιαίος Φορέας Ασφάλισης Μισθωτών» (Ε.Φ.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται από τον Διοικητή του, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 Κ.Δ.Δ., της …………………………………………

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία.

Σκέφτηκε κατά το νόμο.

  1. ………………..

  1. …………………………

  1. Επειδή, μετά την ένταξη του Ταμείου Νομικών, δυνάμει των άρθρων 25 και 38 του ν. 3655/2008 (Α’58),στο συσταθέν, με το ως άνω άρθρο 25, Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.), ως Τομέας Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.), και ενόψει των διατάξεων των άρθρων 51, 53 παρ. 1 Γ γγ και 70 του ν. 4387/2016 (Α’ 85), καθ΄ου στην παρούσα δίκη πλέον κατέστη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), καθολικός διάδοχος, από 1-1-2017, του Ε.Τ.Α.Α. και των Τομέων του (βλ. Σ.τ.Ε. 313/2019, 776/2018).

  1. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» , στο άρθρο 4 παρ. 1 ότι: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», στο άρθρο 22 παρ. 5 ότι: «Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει.», στο άρθρο 25 ότι: «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 2. Η αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου από την Πολιτεία αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη. 3. Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης».

  1. Επειδή, το Σύνταγμα (άρθρο 22 παρ. 5) κατοχυρώνει το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων και ανάγει τη μέριμνα για την προαγωγή του σε σκοπό του Κράτους. Βασικό περιεχόμενο της εν λόγω ασφάλισης αποτελεί η, έναντι καταβολής εισφοράς, προστασία του ασφαλισμένου από την επέλευση διαφόρων κινδύνων (γήρας, ασθένεια, αναπηρία κ.λπ.), οι οποίοι αναιρούν την ικανότητά του να εργάζεται (ασφαλιστικοί κίνδυνοι) και συνακόλουθα τείνουν να υποβαθμίσουν τις συνθήκες διαβίωσής του. Εφόσον επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ο ασφαλισμένος παύει να καταβάλλει εισφορές και αποκτά,κατ’αρχήν, αξίωση έναντι του ασφαλιστικού φορέα να του χορηγήσει παροχή, η οποία, χωρίς να απαιτείται να αντιστοιχεί ευθέως σε καταβληθείσες εισφορές του, ή να αντισταθμίζει πλήρως την απώλεια του εισοδήματος του, πρέπει να είναι ικανή να του εξασφαλίσει ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερο προς εκείνο που είχε κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου. Πέραν του παραπάνω δημοσίου σκοπού, μέσω του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, εκδηλώνεται (όπως και μέσω της κοινωνικής πρόνοιας) η κοινωνική αλληλεγγύη και ασκείται κοινωνική πολιτική, ειδικότερα δε η αναδιανομή εισοδήματος με σκοπό την άμβλυνση κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων [βλ. ΟλΣτΕ 2288/2015, 3487/2008, ΣτΕ 660/2016 7μ. κ.ά.]. Στο πλαίσιο αυτό, δεν κατοχυρώνεται συνταγματικώς στην κοινωνική ασφάλιση η ευθεία αναλογία (αμιγής ανταποδοτικότητα) μεταξύ εισφορών και παροχών (βλ. ΟλΣτΕ 2288/2015, 3487/2008), επιτρέπονται δε η θέσπιση ανωτάτου ορίου παροχών, η απονομή σύνταξης επί εργατικού ατυχήματος ανεξαρτήτως καταβολής εισφορών ή η μη χορήγηση σύνταξης, παρά την καταβολή εισφορών, σε περίπτωση μη θεμελίωσης του ασφαλιστικού δικαιώματος. Ενόψει του ως άνω σκοπού δημοσίου συμφέροντος (διασφάλιση στους εργαζομένους ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης εγγύς εκείνου που είχαν κατά τον εργασιακό τους βίο), δικαιολογείται κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος η κατοχύρωση από το νομοθέτη της κοινωνικής ασφάλισης ως υποχρεωτικής (με θέσπιση υποχρέωσης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών) και, εντεύθεν, η παροχή αυτής αποκλειστικούς από το Κράτος ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου [βλ. ΑΕΔ 87/1997, Ολ.ΣτΕ 5024/1987, 3096 – 3101 /2001,2288 – 2290/2015 (σκ. 7) κ.ά.]. Περαιτέρω, η κρατική μέριμνα για την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση (κύρια και επικουρική) δεν εξαντλείται στην ίδρυση από το Κράτος των οικείων δημοσίων φορέων, στον ορισμό των διοικούντων αυτούς οργάνων, στην άσκηση εποπτείας της δραστηριότητάς τους και της διαχείρισης της περιουσίας τους και στη θέσπιση των σχετικών κανόνων, αλλά περιλαμβάνει και τη μέριμνα για την προστασία του ασφαλιστικού τους κεφαλαίου, δηλαδή για τη βιωσιμότητά τους χάριν και των επόμενων γενεών, η οποία εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, με τη θέσπιση ρυθμίσεων για την προστασία και την αξιοποίηση της περιουσίας τους και την επωφελή διαχείριση των αποθεματικών τους, με τον καθορισμό εκάστοτε των οικείων συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων, με την πρόβλεψη κοινωνικών πόρων και, κυρίως, με την απ’ ευθείας συμμετοχή στην χρηματοδότηση των εν λόγω φορέων μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Και τούτο διότι, εφόσον καθιερώνεται η υποχρέωση των εργαζομένων και των εργοδοτών τους να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές, το Κράτος (ως εγγυητής) οφείλει να διασφαλίζει την επάρκεια των παροχών και τη βιωσιμότητα των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών, η οποία κατά τα προαναφερόμενα δεν συναρτάται, αποκλειστικώς ή προεχόντως, με το ύψος των εισφορών. Το ίδιο φέρει, δε, την κύρια ευθύνη για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους [βλ. ΣτΕ 660/2016 7μ. (σκ. 6) και γνωμοδότηση Ολομέλειας Ελεγκτικού Συνεδρίου 24.6.2010], αφού ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης πραγματώνεται με τη λειτουργία βιώσιμων ασφαλιστικών οργανισμών, οι οποίοι απαιτείται να είναι οικονομικά εύρωστοι, για να μπορούν να ανταποκρίνονται στην, κατά το Σύνταγμα, αποστολή τους (βλ. ΟλΣτΕ 1285-1286/2012, σκ. 12). Όμως, σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών, ο νομοθέτης μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεσπίζει την περιστολή των δημοσίων δαπανών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δαπάνες χρηματοδότησης των φορέων υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, όπως είναι η μείωση των συντάξεων όσων συνταξιοδοτούνται από το δημόσιο ή από χρηματοδοτούμενους από αυτό ασφαλιστικούς οργανισμούς, ακόμη και των ήδη απονεμηθεισών [βλ. ΟλΣτΕ 2289-2290/2015, ΣτΕ 1031, 1033/2015 7μ. κ.ά.] με όριο τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος) και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος), οι οποίες επιτάσσουν να κατανέμεται εξίσου το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταξύ όλων των πολιτών, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), σύμφωνα με την οποία το συγκεκριμένο μέτρο πρέπει να είναι πράγματι πρόσφορο και αναγκαίο για την αντιμετώπιση του προβλήματος (πρβλ. ΟλΣτΕ 2192-2196/2014, ΣτΕ 660/2016 7μ.). Εξάλλου, η ύπαρξη ευθείας αναλογίας μεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και παροχών και η αρχή της ανταποδοτικότητας μεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και παροχών δεν αποτελούν συνταγματικώς κατοχυρωμένους κανόνες [βλ. ΟλΣτΕ 2288/2015 (σκ. 7), 3487/2008, ΣτΕ 3412/2013 7μ„ 2266/2013 7μ. κ.ά.]. Στοιχείο της έννοιας της εισφοράς προς ασφαλιστικό οργανισμό συνιστά η προσδοκία κάποιας αντιπαροχής με την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, ενώ οι αρχές της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου δεν εμποδίζουν το νομοθέτη να λαμβάνει μέτρα εντός του πλαισίου της συνταγματικής τάξης, όπως τα προαναφερόμενα, εκτιμώντας τις υφιστάμενες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία θα απαγορευόταν η μεταβολή του ευνοϊκού για τους ασφαλισμένους νομοθετικού καθεστώτος, θα κατέλπγε σε παράλυση της δράσης του νομοθέτη και ματαίωση, ειδικά στο πεδίο του οικονομικού προγραμματισμού, της αποστολής του να ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις σύμφωνα με τις επιταγές του δημοσίου συμφέροντος, όταν αδήριτες ανάγκες το επιβάλλουν, ακόμη και τις συνεστημένες [βλ. ΟλΣτΕ 734/2016 (σκ. 11), ΣτΕ 3663/2014 (σκ. 26)]. Εξάλλου, από την συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας δεν κωλύονται ο κοινός νομοθέτης και η κατ’ εξουσιοδότηση νόμου κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση να μεταβάλλουν για το μέλλον το σύστημα συνταξιοδότησης κατηγοριών ασφαλισμένων, ιδίως σε σχέση με το ύψος των ασφαλιστικών παροχών. Ο δε χρόνος εξόδου από την υπηρεσία αποτελεί παράγοντα αρκούντως αντικειμενικό, ο οποίος δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των ασφαλισμένων του αυτού ασφαλιστικού φορέα σε περίπτωση μεταβολής του τρόπου υπολογισμού της απονεμόμενης από τον φορέα κοινωνικής ασφάλισης ασφαλιστικής παροχής (Σ.τ.Ε. 2031/1994 7μ., 2999/2009, 1554/2018 7μ., 2429/2018 7μ., 3487/2008 Ολομ., 58/1999).

  1. Επειδή, το άρθρο 1 του από 20-3-1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην από 4-11-1950 Σύμβαση της Ρώμης «Διά τηνπροάσπισιντων δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (Ε.Σ.Δ.Α) ορίζει ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ει μή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με την προαναφερόμενη διάταξη θεσπίζεται γενικός και απόλυτος κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Στην έννοια δε της περιουσίας περιλαμβάνονται και οι έναντι των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης αξιώσεις για τη χορήγηση των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία του εκάστου κράτους κοινωνικοασφαλιστικών παροχών, τόσο στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος είχε καταβάλει στο παρελθόν υποχρεωτικώς εισφορές, όσο και στην περίπτωση που η χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη καταβολή εισφορών, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις που τίθενται, κατά περίπτωση, από το εθνικό δίκαιο. Πάντως, με το εν λόγω άρθρο δεν κατοχυρώνεται και το δικαίωμα για την απόκτηση περιουσίας, όπως είναι η απόκτηση κοινωνικής παροχής, ούτε το δικαίωμα σε απόκτηση παροχής ορισμένου ύψους (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Κανάκης και άλλοι κατά Ελλάδας της 20.9.2011, Kjartan Asmundsson κατά Ισλανδίας της 12.10.2009 σκ. 39, Αdrejeva κατά Λετονίας της 18.2.2009 σκ. 77, Jankovic κατά Κροατίας της 12.10.2000, βλ. Σ.τ.Ε. 3637/2011 7μ.), με συνέπεια να μην αποκλείεται, καταρχήν, διαφοροποίηση του ύψους αυτών ανάλογα με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες (πρβλ. ΣτΕ 803/2015 7μ., ΣτΕ 2099/2017).

  1. Επειδή, ο Κώδικας περί Ταμείου Νομικών, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο μόνο τουν.δ. 4114/1960 (Α’ 164), ορίζει στην παρ. 1 του άρθρου 7, όπως η υποπερίπτωση α’ της περιπτ. Α’ της παρ. αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4507/1966 (Α’ 71), τα εξής: «Εις το Ταμείον ασφαλίζονται υποχρεωτικώς οι κάτωθι: Α. ʼμισθοι α) Οι δικηγόροι, οι κεκτημένοι νομίμως το δικαίωμα προς άσκησιν του λειτουργήματος κατά τας διατάξεις του Κώδικος περί Δικηγόρων, από της εις τα Μητρώα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου εγγραφής των μέχρι της διαγραφής των εκ τούτων ή μέχρι της κατά το άρθρον 80 του Κώδικος περί Δικηγόρων αυτοδικαίας αποβολής της ιδιότητας του δικηγόρου … β) …». Ακολούθως, στο άρθρο 8 του ίδιου Κώδικα (ν.δ. 4114/1960), όπως η παρ. 2Α του άρθρου αυτού συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 240/1996 (Α’ 178), ορίζεται ότι: «1. Οι ασφαλισμένοι του Ταμείου (άμισθοι και έμμισθοι), που ορίζονται από το προηγούμενο άρθρο, διακρίνονται σε δύο τάξεις, την πρώτη και τη δεύτερη. 2. Στην πρώτη τάξη ανήκουν: Α) Από τους αμίσθους: α) οι δικηγόροι, β) …, γ) …, δ) οι ασκούμενοι δικηγόροι …» και στο άρθρο 9, όπως οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου αυτού προστέθηκαν με την παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 4507/1966, ορίζονται τα εξής: «1. α) Χρόνος ασφαλίσεως είναι το χρονικόν διάστημα, καθ’ ό ο ησφαλισμένος μετέχει νομίμως της ασφαλίσεως του Ταμείου. β) … 2. Δεν υπολογίζεται εις τον χρόνον ασφαλίσεως, ο της προσωρινής παύσεως λόγω πειθαρχικής ποινής και ο χρόνος της, συνεπεία ποινικής διώξεως, καταστάσεως αργίας, προσωρινής παύσεως ή προφυλακίσεως, εφ’ όσον ηκολούθησε οριστική απόλυσις. 3. … 4. Δεν υπολογίζεται εις τον χρόνον ασφαλίσεως δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής, το χρονικός διάστημα, καθ’ ο ο δικηγόρος δεν ασκεί πράγματι το λειτούργημα ή επεδόθη συγχρόνως εις ενάσκησιν ετέρου επαγγέλματος, ασυμβιβάστου προς το λειτούργημα. Πραγματικήν άσκησιν του λειτουργήματος αποτελούν και αι περιπτώσεις του άρθρου 63 παρ. 4 του Κώδικος περί Δικηγόρων. Δικηγόρος, παρ’ ώ επήλθε περίπτωσις διακοπής ασκήσεως ή ασυμβιβάστου, καίπερ μη υπολογιζομένου του χρόνου τούτου δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής, υπόκειται καθ’ όλον τον χρόνον της διακοπής της ασκήσεως ή του ασυμβιβάστου εις τας έναντι του Ταμείου υποχρεώσεις του ησφαλισμένου, εφ’ όσον δεν υποβάλη παραίτησιν εκ του λειτουργήματος. Δεν υπολογίζεται επίσης εις τον χρόνον ασφαλίσεως δια τον καθορισμόν της συντάξεως ή άλλης παροχής ο χρόνος, καθ` όν οι άμισθοι Δικαστικοί Κλητήρες και οι Δικολάβοι ασκούσι παραλλήλως και έτερον επάγγελμα. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει καίπερ μη υπολογιζομένου του χρόνου τούτου, δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής, ούτοι υπόκεινται εις πάσας τας υποχρεώσεις του ησφαλισμένου. 5. Ο χρόνος, καθ’ ον ο δικηγόρος τελεί εν αναστολή κατά τας διατάξεις του Κώδικος περί Δικηγόρων λογίζεται ως χρόνος ασφαλίσεως συνυπολογιζόμενος δια την απονομήν συντάξεως ή άλλης παροχής». Εξάλλου, στο άρθρο 28, όπως η παράγραφος 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του ν. 730/1977 (Α’ 309) ορίζεται ότι: «Καταβολαί παρ’ ησφαλισμένου ή υπέρ αυτού ως και κρατήσεις, προς εκπλήρωσιν οιασδήποτε ασφαλιστικής αυτού υποχρεώσεως, ή προς εξαγοράν οιασδήποτε πραγματικής ή πλασματικής προϋπηρεσίας, νομίμως γενόμεναι, δεν επιστρέφονται και εν η περιπτώσει δι’ οιονδήποτε λόγον δεν δικαιούνται συντάξεως αυτός ή η οικογένεια αυτού». Περαιτέρω στο άρθρο 14 του ν. 1090/1980 (Α’ 263) ορίζονται τα εξής: «Ασκούμενοι δικηγόροι, από της εγγραφής των εις τον οικείον δικηγορικόν σύλλογον, δύναται να ασφαλίζωνται εις το Ταμείον Νομικών, τον κλάδον επικουρικής ασφαλίσεως δικηγόρων και ταμεία πρόνοιας και υγείας δικηγόρων, καταβάλλοντες τας εκάστοτε προβλεπομένας εισφοράς πρώτης πενταετίας. Ο κατά τα ανωτέρω χρόνος υπολογίζεται εις τον δυνάμενον να αναγνωρισθή χρόνον ασφαλίσεως κατά τας διατάξεις των παραγρ. 1 και 2 του άρθρου 18 του νόμου 4507/1966, των άρθρων 4 και 5 του αναγκαστικού νόμου 189/1967 και της παραγρ. 2 του άρθρου 16 του νόμου 984/1979». [Σημειωτέον ότι οι αμέσως προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4507/1966, του α.ν. 189/1967 και του ν. 984/1979 καταργήθηκαν με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 1759/1988 (Α’ 50), ενώ, περαιτέρω, με το άρθρο 47 παρ. 12 του ν. 2084/1992 (Α’ 165) καταργήθηκαν από 1.1.1994 οι διατάξεις που προέβλεπαν αναγνώριση άλλων χρόνων πλην των αναφερομένων στο άρθρο 40 του ίδιου νόμου (στρατιωτική υπηρεσία, γονική άδεια, επιδότηση λόγω ασθενείας και τακτικής ανεργίας και εκπαιδευτική άδεια άνευ αποδοχών) ή προσμέτρηση άλλου πλασματικού χρόνου υπηρεσίας για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος ή για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης]. Εξάλλου, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 1976/1991 (Α’ 184): «Η καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς το Ταμείο Νομικών, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού και στο εξής, από οποιοδήποτε πρόσωπο ασκεί εργασίες, για τις οποίες είναι δυνατή η ασφάλιση στο Ταμείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν.δ. 4114/1960 (Α’ 164), όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν κάθε φορά, δεν δημιουργεί δικαίωμα για παροχές, αν για το χρονικό διάστημα για το οποίο καταβάλλονται οι εισφορές δεν υπάρχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στην ασφάλιση του Ταμείου. Ο έλεγχος των νόμιμων αυτών προϋποθέσεων γίνεται με την υποβολή στο Ταμείο Νομικών των δικαιολογητικών, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του β.δ. 661 /1961 (Α’ 157)».

  1. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η ιδιότητα του ασφαλισμένου στο Ταμείο Νομικών και στον Κ.Ε.Α.Δ. συνάπτεται με την τυπική κτήση της ιδιότητας του δικηγόρου και διαρκεί για όσο χρόνο αυτός είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα του οικείου δικηγορικού συλλόγου, ακόμη και αν αυτός δεν ασκεί ενεργώς το δικηγορικό λειτούργημα, εξαιρουμένης της περίπτωσης αποβολής της ιδιότητας του δικηγόρου, κατά το άρθρο 80 του Κώδικα περί Δικηγόρων.Καθ’όλο δε αυτό το χρονικό διάστημα, ο εγγεγραμμένος στα μητρώα του δικηγορικού συλλόγου δικηγόρος υπόκειται στις έναντι του Ταμείου Νομικών υποχρεώσεις του ασφαλισμένου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η υποχρέωση καταβολής εισφορών και για χρονικές περιόδους κατά τις οποίες διακόπηκε η άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος ή συνέτρεξε περίπτωση ασυμβιβάστου, χωρίς να υποβληθεί από αυτόν παραίτηση. Το ότι, δε, με το άρθρο 13 του ν. 4507/1966 ρητώς αποκλείεται να ληφθεί υπόψη προς απονομή σύνταξης ή άλλης παροχής το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο δικηγόρος, μεταξύ άλλων, δεν ασκεί το δικηγορικό λειτούργημα, δεν δύναται να οδηγήσει σε απαλλαγή αυτού από την υποχρέωση καταβολής εισφορών, κατά το διάστημα κατά το οποίο αυτός παραμένει εγγεγραμμένος στα μητρώα του δικηγορικού συλλόγου, διότι το ζήτημα των συνεπειών της πραγματικής ή μη άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος ανακύπτει κατά το χρόνο απονομής της σύνταξης ή των λοιπών ασφαλιστικών παροχών (Σ.τ.Ε. 838/1999 7μ., 1973/2011 σκ. 4, Δ.Εφ.Αθ. 3420/2018).

  1. Επειδή, περαιτέρω, ο ν. 4488/2017 (Α’137)ορίζει στο άρθρο 20 ότι: «… 2. Οι δικηγόροι που είναι εγγεγραμμένοι ή θα εγγραφούν στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους και ασκούν ελεύθερο επάγγελμα υπάγονται στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α., σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις του πρώην Τομέα Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.) του Ε.Τ.Α.Α. και του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76 του ν. 4387/2016, από την ημερομηνία έναρξης άσκησης του επαγγέλματος στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και μέχρι τη διακοπή της επαγγελματικής δραστηριότητας και τη διαγραφή από τη Δ.Ο.Υ.» και «3. Η ισχύς των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου αρχίζει την 1.1.2017. …».

  1. Επειδή, στο άρθρο 105 τουΕισ.Ν.Α.Κ. ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος…» και στο άρθρο 106 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, ζημιογόνες παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α. ή άλλων Ν.Π.Δ.Δ., οι οποίες λαμβάνουν χώρα κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας και κατά παράβαση διάταξης που δεν έχει θεσπιστεί αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος αλλά αποβλέπει παράλληλα και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ’ ιδίαν προσώπων (Σ.τ.Ε. 3919/2001, 3706/2001, 28/2000, 1693/1998, 2973/1990), γεννούν υποχρέωση του Δημοσίου ή ΟΤΑ ή Ν.Π.Δ.Δ. προς αποζημίωση.

  1. Επειδή, στο άρθρο 904 του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι: «Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχήςαχρεώστητηςή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος». Ο γενικός κανόνας του άρθρου αυτού του Αστικού Κώδικα απηχεί μία γενική αρχή του δικαίου, η οποία αφορά και το δημόσιο δίκαιο. Συνεπώς, έστω και αν η υποκείμενη σχέση της κρινόμενης διαφοράς διέπεται από το δημόσιο δίκαιο, η αξίωση που τυχόν ανακύπτει για την απόδοση του χωρίς νόμιμη αιτία πλουτισμού από το κράτος ή από άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, μπορεί να γίνει αντικείμενο δικαστικής επιδίωξης και στις περιπτώσεις που οι σχετικές διαφορές επιλύονται από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 και 95 του Συντάγματος και του ν. 1406/1983 (βλ. Α.Ε.Δ. 2/1993). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εάν ο εναγόμενος έγινε πλουσιότερος επί ζημία άλλου και χωρίς νόμιμη αιτία, οφείλει να αποδώσει το σχετικό πλουτισμό, ενώ τέτοια περίπτωση πλουτισμού, αποτελεί και η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, είτε με την επαύξηση της περιουσίας του, είτε με την αποφυγή ελάττωσης αυτής με τη μείωση του ενεργητικού της. Εξάλλου, ο πλουτισμός, επί διοικητικής διαφοράς, πρέπει να επήλθε στο Δημόσιο ή σε άλλο δημόσιο νομικό πρόσωπο, όπως είναι οι Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Δ.Δ. και όχι σε τρίτο πρόσωπο.

  1. Επειδή, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, με την 3/2010 απόφασή του, αποφάνθηκε τα ακόλουθα: «Από τη διάταξη του άρθρου 904 του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί απαίτηση με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό θα πρέπει η άμεση περιουσιακή μετακίνηση προς τονλαβόντανα επήλθε χωρίς νόμιμη αιτία, δηλαδή, αιτία, που δεν έχει πηγή σύμβαση ή το νόμο, είτε για νόμιμη αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή είναι παράνομη ή ανήθικη. Η αξίωση δε αυτή, ούτε από τη διάταξη αυτή, ούτε από άλλη, ουδόλως προϋποθέτει για να γεννηθεί, διάταξη νόμου που να επιτρέπει ή επιβάλει την αναζήτηση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθ’ όσον, με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 904 του Αστικού Κώδικα καθιερώνεται αυτοτελής και αυτοδύναμη αξίωση υπό τους όρους και προϋποθέσεις που μόνον αυτή θεσπίζει». Περαιτέρω, κατά γενική αρχή του ασφαλιστικού δικαίου, οι εισφορές που καλύπτουν νομίμως χρόνο υποχρεωτικής ασφάλισης δεν επιστρέφονται, ακόμη και όταν είναι βέβαιο ότι δεν είναι εφικτή η χορήγηση ασφαλιστικών παροχών, ή, σε περίπτωση ματαίωσης του ασφαλιστικού κινδύνου (βλ. Δ.Εφ.Αθ. 1090/2011), ωστόσο, κάμψη της γενικής αυτής αρχής επιτρέπεται μόνον όταν υπάρχει ρητή νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει την επιστροφή των ασφαλιστικών εισφορών (Σ.τ.Ε. 701/1984, Δ.Π.Α. 4351/1992 3μ.), η οποία (νομοθετική ρύθμιση), παρότι δεν απαιτείται αναγκαίως, σύμφωνα με την ανωτέρω 3/2010 απόφαση του Α.Ε.Δ., για να συντρέξουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 904 του Α.Κ., όταν υπάρχει, δύναται να καταστήσει μη νόμιμη την παρακράτηση από τον ασφαλιστικό φορέα των επιστρεπτέων εισφορών.

  1. Επειδή, το άρθρο 174 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ. ορίζει ότι: «1. Το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την επίδειξη εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή διαδίκου, τρίτου ή οποιασδήποτε αρχής». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το Δικαστήριο έχει ευχέρεια να διατάξει την επίδειξη εγγράφου και δύναται να απορρίψει το σχετικό αίτημα σιωπηρώς και χωρίς ειδική αιτιολογία, εκτός εάν με την αίτηση του αυτή ο διάδικος αφενός προσδιορίζει επακριβώς το έγγραφο και το κρίσιμο για την υπόθεση περιεχόμενό του, ώστε να προκύπτει ότι το έγγραφο είναι ουσιώδες, δηλαδή πρόσφορο προς απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του διαδίκου-αιτούντος, αφετέρου επικαλείται ότι η διοίκηση το κατέχει και αρνείται να του το χορηγήσει,γι’αυτό το ζητά μέσω του Δικαστηρίου (πρβλ. ΑΠ 953/2002, 1045/2004, 1402/2008 κ.ά).

  1. …………

  1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή–αγωγή, όπως αναπτύσσεται με το νομίμως κατατεθέν την …………….. υπόμνημα ο προσφεύγων-ενάγων ζητεί όσα αναλυτικώς αναφέρονται στην 2η σκέψη της παρούσας , προβάλλοντας ότι λόγω της κατάρρευσης της ελληνικής οικονομίας από ασυνήθιστα γεγονότα (πολιτικά , κοινωνικά , πολιτικά κλπ) πέραν των άλλων δυσμενών συνθηκών για τον πληθυσμό της χώρας, μεταβλήθηκαν οι συνθήκες σε βάρος των ασφαλισμένων κατά τρόπο που η καταβολή εισφορών κατέστη υπέρμετρα επαχθής. Περαιτέρω, προβάλλει ότι ενόψει του ότι με τις συνθήκες που επικρατούν τόσα χρόνια στη χώρα (PSI, μνημόνια, αύξηση φορολόγησης, απώλεια διάφορων πόρων των ασφαλιστικών ταμείων κλπ) δεν δημιουργούνται προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων , τα οποία θα παρουσιάζουν ελλείμματα και δε θα μπορούν να καταβάλλουν συντάξεις, το κράτος, το οποίο εγγυάται μόνο τη βασική σύνταξη, στρέφει τους πολίτες στην ιδιωτική ασφάλιση. Ειδικότερα, όπως προβάλλει τα αποθεματικά του Ταμείου Ασφάλισης Νομικών (ΤΑΝ) μειώθηκαν αισθητά με τις διάφορες επενδύσεις που έγιναν τα προηγούμενα 60 χρόνια (άτοκες καταθέσεις, επένδυση σε μετοχές, κλπ) και ιδιαίτερα μετά το PSI. Περαιτέρω, παραθέτει αναλυτικά τις απώλειες που υπέστησαν οι φορολογούμενου από το 2015 και έπειτα και ειδικότερα οι ελεύθεροι επαγγελματίες από τα μέτρα της Κυβέρνησης, καθώς και τον τρόπο λειτουργίας του Ταμείου Συντάξεων της Νορβηγίας . Ακολούθως, προβάλλει την ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού σε συνδυασμό με το μέγεθος της απασχόλησης, το ΑΕΠ (δυνητικό και πραγματικό) , την παραγωγικότητα της εργασίας και τους δείκτες της απασχόλησης στην Ελλάδα για τα επόμενα χρόνια ως επιβαρυντικό παράγοντα της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού –συνταξιοδοτικού συστήματος της χώρας .Περαιτέρω, προβάλλει ότι στην Ελλάδα, σε αντίθεση με άλλες χώρες (των οποίων το σύστημα παραθέτει αναλυτικά) , οι εισφορές ασφάλισης των αυτοαπασχολούμενων δεν σχετίζονται σε εύλογο ποσοστό με το εισόδημά τους ή με το πραγματικό μέσο ή κατώτατο εισόδημα τους. Περαιτέρω, αναλύει διάφορα συνταξιοδοτικά συστήματα (λειτουργία, χρηματοδότησή τους, τρόπος και υπολογισμός καταβολής εισφορών κλπ). Όπως, δε προβάλλει τα ποσά που εισπράττονται από το Κ.Ε.Α.Ο και αντιστοιχούν σε ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων δεν αποδίδονται στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς αλλά εξυπηρετούν άλλους αλλότριους σκοπούς .Συνεπώς το ποσό των 2.800ευρώ που καλείται ετησίως να καταβάλλει ο αυτοασφαλιζόμενος στο ΕΤΑΑ-ΤΑΝ είναι υπέρογκο , οι δε σχετικές διατάξεις δυνάμει των οποίων εισπράττονται οι εισφορές αυτές αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου που προστατεύει το δικαίωμα στην περιουσία ,καθώς για τον υπολογισμό τους δεν λαμβάνονται υπόψη κριτήρια όπως η διάρκεια του χρόνου ασφάλισης. Ειδικότερα, στην έννοια της περιουσίας σύμφωνα με την ως άνω διάταξη περιλαμβάνονται και οι έναντι των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης αξιώσεις για τη χορήγηση των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία κάθε κράτους κοινωνικοασφαλιστικών παροχών τόσο στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος είχε καταβάλλει εισφορές , όσο και στην περίπτωση που η χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής δεν εξαρτάται από την καταβολή εισφορών, εφόσον πληρούται και οι λοιπές προϋποθέσει του εθνικού δικαίου. Υπό το πρίσμα δε της ως άνω διάταξης η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού γενικότερου συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν. Εξάλλου, όπως προβάλλει σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος έχει την ευχέρεια να καθιερώνει συγκεκριμένο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και τον τρόπο υπολογισμού των παροχών με την προϋπόθεση ότι θα εξασφαλίζεται η αναλογία μεταξύ εισφορών και παροχών και η επαρκής διαφοροποίηση μεταξύ των ασφαλισμένων που έχουν καταβάλλει υψηλότερες εισφορές σε σχέση με αυτούς που έχουν καταβάλλει ουσιωδώς χαμηλότερες. Ειδικότερα, οι ρυθμίσεις ,με τις οποίες θεσμοθετείται η υποχρέωση των ασφαλισμένων να καταβάλλουν υπέρογκες εισφορές χωρίς παροχή εγγύησης από το Ελληνικό Δημόσιο στους ασφαλισμένους που χρηματοδοτούν τους κοινωνικοασφαλιστικούς οργανισμούς εισάγουν άνιση μεταχείριση των ασφαλισμένων έναντι των Ταμείων , καθώς οι συνταξιοδοτικές παροχές που λαμβάνουν οι τελευταίοι δεν τελούν σε αναλογία με την περιουσιακή προσδοκία αυτών. Ενόψει, δε της διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 25 και της παρ. 1 του άρθρου 2 του Συντάγματος δεν επιτρέπεται , λόγω των μέτρων που λαμβάνονται για την παρατεταμένη οικονομική κρίση , να επιβαρύνονται δυσανάλογα κάποιες κατηγορίες πολιτών , όπως εν προκειμένω οι εργαζόμενοι που χρηματοδοτούν μέσω των εισφορών που καταβάλλουν τις δυσανάλογα υψηλές για την βιωσιμότητα του συστήματος συντάξεις για να λάβουν οι ίδιοι στο μέλλον συντάξεις «ένδειας». Για όλους δε τους ανωτέρω προβαλλόμενους ισχυρισμούς του ο προσφεύγων –ενάγων παραθέτει στο δικόγραφο του αναλύσεις, μελέτες, έρευνες, ανακοινώσεις σε συνέδρια και διάφορα άρθρα, προσκομίζοντας και πολυάριθμα σχετικά φωτοαντίγραφα. Περαιτέρω, προσκομίζει και επικαλείται: ………………….

  1. Επειδή, αντιθέτως, τοκαθ΄ου- εναγόμενο, τόσο με την …………… έκθεση απόψεών του όσο και με το νομίμως κατατεθέν την …………., υπόμνημά του, ζητά την απόρριψη της κρινόμενης προσφυγής – αγωγής, προβάλλοντας ότι : α) βάσει της κείμενης νομοθεσίας, η ασφάλιση δικηγόρου στο τέως Ταμείο Νομικών, μετέπειτα Ε.Τ.Α.Α. – Τ.Α.Ν. και ήδη Ε.Φ.Κ.Α. είναι υποχρεωτική, β) ομοίως υποχρεωτική είναι και η καταβολή ασφαλιστικών εισφορών για όσο χρόνο διατηρείται η ασφαλιστέα ιδιότητα, δηλαδή από εγγραφής μέχρι της υποβολής παραιτήσεως στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο ή της διαγραφής από αυτόν ή μέχρι την αυτοδίκαια αποβολή της ιδιότητας του δικηγόρου, γ) καταβολές από ασφαλισμένο ή υπέρ αυτού ως και κρατήσεις προς εκπλήρωση οιασδήποτε ασφαλιστικής υποχρέωσης, νομίμως γενόμενες, δεν επιστρέφονται και δ) ο προσφεύγων – ενάγων είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα του καθ΄ου – εναγομένου, με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, χωρίς να έχει παραιτηθεί ή αποβάλει την εν λόγω ιδιότητα, ούτε να έχει προσκομίσει διακοπή επαγγελματικής δραστηριότητας και διαγραφής από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ,ενώ, εξάλλου δεν έχει υποβάλλει σχετική αίτηση διακοπής ασφάλισης βάσει του ν.4488/2017.

  1. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις πουπροπαρατέθηκαν και ερμηνεύτηκαν, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη ότι: α) στην ελληνική έννομη τάξη, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, η κοινωνική ασφάλιση (κύρια και επικουρική) έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα, γεγονός το οποίο καθιστά υποχρεωτική τόσο την υπαγωγή σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης όσο και την καταβολή εισφορών (Α.Ε.Δ. 87/1997, Σ.τ.Ε. 5024/1987 Ολομ., 2690, 2692/1993 Ολομ., 3096-3101/2001 Ολομ., 3487/2008 Ολομ., 2202/2010 Ολομ., 2287/2015 Ολομ., 2290/2015 Ολομ., 660/2016 7μ, πρβ. Σ.τ.Ε. 1154/2016 Ολομ. κ.ά.), β) οι ασφαλιστικές παροχές δεν απαιτείται να βρίσκονται σε σχέση ευθείας ανταποδοτικότητας προς τις εισφορές που έχουν καταβληθεί (Σ.τ.Ε. 3487/2008 Ολομ., 2948/2009,  439/2011,  2651/2011,  4132/2011 7μ., 2266/2013 7μ., 600/2015, 3281/2017 7μ.), γ) η ιδιότητα του ασφαλισμένου στο καθ΄ου – εναγόμενο συνάπτεται με την τυπική κτήση της ιδιότητας του δικηγόρου και διαρκεί για όσο χρόνο αυτός είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα του οικείου δικηγορικού συλλόγου, ακόμη και αν αυτός δεν ασκεί ενεργώς το δικηγορικό λειτούργημα, δ) ο προσφεύγων – ενάγων είναι εγγεγραμμένος, από ………………., στα μητρώα του καθ΄ου – εναγομένου, με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, χωρίς να έχει παραιτηθεί ή αποβάλει την εν λόγω ιδιότητα, ε) ο προσφεύγων – ενάγων δεν προσκόμισε στο καθ΄ου – εναγόμενο έγγραφο διακοπής της επαγγελματικής δραστηριότητας και διαγραφής του από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. προκειμένου να διακοπεί η ασφάλισή του, στ) ο εγγεγραμμένος στα μητρώα δικηγορικού συλλόγου δικηγόρος, καθ’ όλο το χρονικό αυτό διάστημα, υπόκειται στις έναντι του καθ΄ου – εναγομένου υποχρεώσεις του ασφαλισμένου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η υποχρέωση καταβολής εισφορών, ζ) οι καταβολές από ασφαλισμένο ή υπέρ αυτού όπως και οι κρατήσεις προς εκπλήρωση οιασδήποτε ασφαλιστικής υποχρέωσης, νομίμως γενόμενες, δεν επιστρέφονται , η) ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος – ενάγοντος περί κατάρρευσης του ελληνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης είναι απορριπτέος, πρωτίστως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, δεδομένου ότι τόσο η υποχρεωτική υπαγωγή σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης όσο και η υποχρεωτική καταβολή εισφορών, ως κοινωνικοασφαλιστικές αρχές και δη συνταγματικής περιωπής, δεν εφαρμόζονται υπό προϋποθέσεις και αιρέσεις, αναβλητικές ή διαλυτικές και, ως εκ τούτου, δεν άπτονται της βιωσιμότητας και της οικονομικής ευρωστίας ή μη των ασφαλιστικών οργανισμών, οι οποίοι, άλλωστε, σε αντίθεση με τους ιδιωτικούς φορείς κοινωνικής ασφάλισης, λειτουργούν υπό την εγγύηση του κράτους, κατ’ άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, σε κάθε δε περίπτωση, ως αναπόδεικτος, θ) το Σύνταγμα κατοχυρώνει μεν το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων και ανάγει τη μέριμνα για την προαγωγή του σε σκοπό του Κράτους, πλην όμως έναντι της καταβολής εισφορών εκ μέρους των τελευταίων και συνεπώς δεν νοείται κάλυψη των ασφαλιστικών κινδύνων χωρίς την εκπλήρωση των αντίστοιχων υποχρεώσεων, ι) οι εργαζόμενοι που δεν έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες με αυτούς που έχουν εκπληρώσει ή ρυθμίσει τις ασφαλιστικές τους εισφορές , στοιχείο δε της έννοιας της εισφοράς συνιστά μεν η προσδοκία κάποιας αντιπαροχής με την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά ο νομοθέτης δύναται να λαμβάνει μέτρα εντός του πλαισίου της συνταγματικής τάξης, εκτιμώντας τις υφιστάμενες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, όπως είναι η μείωση των συντάξεων
    Advertisements
    όσων συνταξιοδοτούνται από το δημόσιο (ή από χρηματοδοτούμενους από αυτό ασφαλιστικούς οργανισμούς), ακόμη και των ήδη απονεμηθεισών, εν προκειμένω δε ο προσφεύγων –ενάγων δεν έχει καν θεμελιώσει ασφαλιστικό δικαίωμα, κ) σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην 6η σκέψη της παρούσας ο προσφεύγων –ενάγων αβασίμως ισχυρίζεται ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την καταβολή και το ύψος των εισφορών του προς το καθ΄ου- εναγόμενο αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς οι σχετικές απαιτήσεις του από το καθ΄ου –εναγόμενο (όπως αναλυτικά παρατίθενται στην 2η σκέψη) δεν θεμελιώνονται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη, ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους (Ελλάδα), ούτε πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις που τίθενται από το εθνικό δίκαιο, κα) ο προσφεύγων –ενάγων δεν επικαλείται ότι ζήτησε τα αιτούμενα έγγραφα ή ακριβή αντίγραφα αυτών από το Ε.Τ.Α.Α –Τ.Α.Ν και αυτό αρνήθηκε να του τα παράσχει ώστε να ζητεί την επίδειξη αυτών μέσω του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην 13η σκέψη της παρούσας το Δικαστήριο έχει ευχέρεια και δεν υποχρεούται να διατάξει την επίδειξη εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή διαδίκου ή τρίτου, κρίνει ότι ο προσφεύγων – ενάγων, με την ιδιότητα του δικηγόρου, υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του καθ΄ου- εναγομένου και υποχρεούται στην καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Επομένως, ορθώς και νομίμως εκδόθηκε η ………………… αρνητική απάντηση της Διευθύντριας Ασφάλισης του Τμήματος Εισφορών Αμίσθων και Μισθωτών Ασφαλισμένων του καθ΄ου – εναγομένου επί της από …………….. εξώδικης δήλωσης με πρόσκληση – αίτησης του προσφεύγοντος-ενάγοντος προς το Τμήμα Μητρώου Συντάξεων του Ε.Τ.Α.Α-Τ.Α.Ν, απορριτπομένων όλων των αντίθετων ισχυρισμών του προσφεύγοντος-ενάγοντος ως αβασίμων. Ελλείψει δε παράνομης πράξης ή παράλειψης των οργάνων του καθ΄ου – εναγομένου, αχρεώστητης παροχής  ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη, δεν θεμελιώνεται ούτε ευθύνη αυτού προς αποζημίωση κατ΄ άρθρα 105 – 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., ούτε υποχρέωση απόδοσης, κατ’ άρθρο 904 του Α.Κ. Ενόψει δε, όλων των προαναφερόμενων, απορριπτέο τυγχάνει και το αίτημα περί επίδειξης εγγράφων, κατ’ άρθρο 174 του Κ.Δ.Δ.

  1. …………..

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την προσφυγή – αγωγή.

 

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο dsanet.gr

 

 

[poll id=”2″]