Παραβίαση της ιδιωτικής ζωής διαπίστωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) εξετάζοντας την προσφυγή Grande Oriente d‘Italia κατά Ιταλίας της 19.12.2024 (προσφ. αριθ. 29550/17). Η υπόθεση αφορά σε έρευνα το 2013 κοινοβουλευτικής επιτροπής για τη μαφία και άλλες εγκληματικές οργανώσεις με σκοπό μεταξύ των άλλων να ερευνηθούν και οι εγκαταστάσεις των μασονικών στοών για τυχόν εμπλοκή της μαφίας. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ωστόσο, κατασχέθηκε μεγάλος όγκος εντύπων και ψηφιακών εγγράφων, μεταξύ αυτών δε ένας κατάλογος ονομάτων και προσωπικών δεδομένων περισσότερων από 6.000 μελών των μασονικών στοών, υπολογιστές και σκληροί δίσκοι. Ερευνήθηκαν επίσης γραφεία, βιβλιοθήκες και η κατοικία του Μεγάλου Διδασκάλου της μασονικής στοάς. Εξετάζοντας την υπόθεση το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η έρευνα και η κατάσχεση δεν ήταν «σύμφωνη με το νόμο», ούτε «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία». Δείτε την περίληψη της απόφασης:
«ΑΠΟΦΑΣΗ
Grande Oriente d‘Italia κατά Ιταλίας της 19.12.2024 (προσφ. αριθ. 29550/17)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Το ιταλικό Κοινοβούλιο συνέστησε το 2013 κοινοβουλευτική επιτροπή έρευνας για το φαινόμενο της μαφίας και άλλων εγκληματικών οργανώσεων με σκοπό μεταξύ των άλλων να ερευνηθούν και οι εγκαταστάσεις των μασονικών στοών για τυχόν εμπλοκή της μαφίας. Κατά τη διάρκεια της εκτενούς έρευνας κατασχέθηκαν μεγάλος όγκος εντύπων και ψηφιακών εγγράφων, μεταξύ αυτών δε ένας κατάλογος ονομάτων και προσωπικών δεδομένων περισσότερων από 6.000 μελών των μασονικών στοών, υπολογιστές και σκληροί δίσκοι. Ερευνήθηκαν επίσης γραφεία, βιβλιοθήκες και η κατοικία του Μεγάλου Διδασκάλου της μασονικής στοάς.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία ή εύλογη υποψία για εμπλοκή των μασονικών στοών στο υπό διερεύνηση θέμα που θα ήταν επαρκή για να δικαιολογήσουν ένα τόσο ευρύ και απροσδιόριστο μέτρο. Επίσης, οι ελλείψεις στο ένταλμα έρευνας δεν είχαν αντισταθμιστεί από επαρκή εξισορροπητικές εγγυήσεις, για παράδειγμα με μια ανεξάρτητη και αμερόληπτη επανεξέταση. Όπως δε είναι δομημένο το σύστημα στην Ιταλία, το Κοινοβούλιο έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφαίνεται για την εγκυρότητα των αποφάσεων του.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια σημαντική παρέμβαση στα δικαιώματα της προσφεύγουσας, που συνεπάγεται την εξέταση και διατήρηση από τις αρχές ενός ευρέος φάσματος εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων εμπιστευτικών πληροφοριών, δεν ήταν «σύμφωνη με το νόμο», ούτε «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία».
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπίστωσε, ομόφωνα, παραβίαση του άρθρου 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής) και επιδίκασε 9.600 ευρώ για ηθική βλάβη και 5.344 ευρώ για έξοδα.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Η προσφεύγουσα είναι μασονική ένωση εγγεγραμμένη κατά το ιταλικό δίκαιο, η Grande Oriente d’Italia. Ιδρύθηκε το 1805 και συγκεντρώνει διάφορες στοές. Το 2013 συστάθηκε κοινοβουλευτική επιτροπή έρευνας για το φαινόμενο της μαφίας και άλλων εγκληματικών οργανώσεων. Είχε ως αποστολή, μεταξύ άλλων να διεξάγει έρευνα για τις σχέσεις μεταξύ της Μαφίας και της μασονίας λόγω των αποκαλύψεων που προέκυψαν από διάφορες ποινικές διαδικασίες.
Σε αρκετές περιπτώσεις το 2016 η κοινοβουλευτική εξεταστική επιτροπή ζήτησε από τον Dr. Bisi, τον Μεγάλο Διδάσκαλο της προσφεύγουσας ένωσης, να παράσχει κατάλογο των μελών των μασονικών στοών. Εκείνος αρνήθηκε επανειλημμένα, επικαλούμενος το απόρρητο και παρατήρησε ότι το αίτημα ήταν «μια αποστολή δολώματος», καθώς η ένωση ούτε αναφερόταν σε εν εξελίξει έρευνες, ούτε αναφέρονταν σε συγκεκριμένα εγκλήματα που φέρονταν να διέπραξαν μέλη της. Αρνήθηκε και πάλι να αποκαλύψει ονόματα όταν κλήθηκε ως μάρτυρας τον Ιανουάριο του 2017.
Η κοινοβουλευτική επιτροπή διέταξε τελικά, τον Μάρτιο του 2017, έρευνα στις εγκαταστάσεις της προσφεύγουσας ένωσης. Η έρευνα αποσκοπούσε στην απόκτηση καταλόγου όλων όσων είναι ή ήταν μέλη της μασονικής στοάς της Καλαβρίας ή της Σικελίας από το 1990, με τον βαθμό και τον ρόλο τους, καθώς και πληροφορίες για όλες τις στοές που είχαν διαλυθεί ή ανασταλεί από το 1990 και μετά, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων όλων των μελών τους και των προσωπικών τους φακέλων, των εργασιών τους και των αποφάσεων που ελήφθησαν. Ερευνήθηκαν οι εγκαταστάσεις της προσφεύγουσας ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των αρχείων, της βιβλιοθήκης και της κατοικίας του Μεγάλου Διδασκάλου, καθώς και αρκετοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Η έρευνα είχε ως αποτέλεσμα την κατάσχεση πολυάριθμων έντυπων και ψηφιακών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων καταλόγων περίπου 6.000 προσώπων εγγεγραμμένων στην προσφεύγουσα, καθώς και σκληροί δίσκοι, δίσκοι flash και υπολογιστές.
Η προσφεύγουσα αμφισβήτησε ανεπιτυχώς την έρευνα και την κατάσχεση. Η κοινοβουλευτική επιτροπή δεν έλαβε καμία απόφαση επί του υποβληθέντος αιτήματος επανεξέτασης του εντάλματος έρευνας σύμφωνα με τις δικές της διαδικασίες, ενώ οι εισαγγελικές αρχές απέρριψαν αίτηση δικαστικού ελέγχου από το Συνταγματικό Δικαστήριο για σύγκρουση δικαιοδοσίας μεταξύ των εξουσιών του κράτους, και διέκοψαν την έρευνα σχετικά με μήνυση που υπέβαλε η προσφεύγουσα.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 8
Πρώτον, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επιχείρηση έρευνας και κατάσχεσης είχε σημαντικό αντίκτυπο στο δικαιώματα της προσφεύγουσας ένωσης βάσει του άρθρου 8. Το ένταλμα έρευνας διατυπώθηκε με ευρείς όρους, καλύπτοντας ένα πολύ ευρύ φάσμα πληροφοριών και ενεργειών. Είχε ως αποτέλεσμα οι αρχές να εξετάσουν και να κρατήσουν μεγάλο αριθμό έντυπων και ψηφιακών εγγράφων, μεταξύ των οποίων εμπιστευτικές πληροφορίες.
Παρά τη σοβαρότητα αυτής της παρέμβασης στα δικαιώματα της προσφεύγουσας ένωσης καθώς και του υπό διερεύνηση θέματος, δηλαδή της διείσδυσης ομάδων της μαφίας σε μασονικές στοές, η κοινοβουλευτική επιτροπή δεν έκανε καμία αναφορά στο ένταλμα έρευνας για συγκεκριμένες ενέργειες, αδικήματα, πρόσωπα ή στοιχεία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έρευνα και η κατάσχεση δεν δικαιολογήθηκαν επαρκώς. Ειδικότερα, δεν υπήρχαν στοιχεία ή εύλογες υποψίες εμπλοκής στο υπό διερεύνηση θέμα.
Επίσης, οι ελλείψεις αυτές δεν είχαν αντισταθμιστεί από επαρκείς αντισταθμιστικές εγγυήσεις κατά της κατάχρησης ή αυθαιρεσίας. Σύμφωνα με το ιταλικό δίκαιο, η προσφεύγουσα ένωση δεν είχε κανένα μέσο αμφισβήτησης της νομιμότητας του εντάλματος έρευνας ή της εκτέλεσής του ενώπιον ανεξάρτητης και αμερόληπτης αρχής. Πράγματι, σύμφωνα με το σύστημα στην Ιταλία το οποίο ισχύει σήμερα, το Κοινοβούλιο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφαίνεται για την εγκυρότητα των αποφάσεων του. Το Δικαστήριο ανέφερε, ωστόσο, ότι δεν ήταν αρμοδιότητά του να υποδείξει το είδος του ένδικου μέσου που θα έπρεπε να προβλέπεται σε αυτή την περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τη διακριτική ευχέρεια ενός κράτους να αποφασίζει για θέματα που συνδέονται με το διαχωρισμό των εξουσιών.
Τέλος, ένα αντίγραφο των κατασχεθέντων εγγράφων εξακολουθεί να φυλάσσεται στα αρχεία της κοινοβουλευτικής Εξεταστικής Επιτροπής, ενώ σύμφωνα με τη σχετική εθνική νομοθεσία και νομολογία, τα κατασχεθέντα έγγραφα θα πρέπει να επιστρέφονται ή τα αντίγραφά τους να καταστρέφονται με την ολοκλήρωση της έρευνας.
Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η έρευνα και η κατάσχεση δεν ήταν «σύμφωνη με το νόμο», ούτε «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία».
Άλλα άρθρα
Το Δικαστήριο έκρινε, με 6 ψήφους έναντι 1, ότι δεν υπάρχει ανάγκη να εξεταστούν οι καταγγελίες της προσφεύγουσας βάσει των άρθρων 11 και 13 της ΕΣΔΑ.
Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιταλία έπρεπε να καταβάλει στην προσφεύγουσα 9.600 ευρώ για ηθική βλάβη και 5.344 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.
Μειοψηφούσα άποψη
Ο δικαστής Σεργίδης εξέφρασε εν μέρει αντίθετη γνώμη, που επισυνάπτεται στην απόφαση.
Πηγή: www.echrcaselaw.com
Discover more from
Subscribe to get the latest posts sent to your email.